ΚΥΠΡΟΣ


Η ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Από το 1570 έως το 1878

«Και ουδαμώς ή γη εν τισι τόποις εκ των νεκρών διεφαίνετο. Και ήν ιδείν θέαμα ξένον και θρήνους πολλούς και ποικίλους και αμετρήτους ανδραποδισμούς, των ευγενών αρχουσών και παρθένων και αφιερωμένων τω Θεώ συρομένων υπό των Τούρκων διά των εθειρών (:τριχών) και κομών και πλοκάμων τής κεφαλής έξωθεν των εκκλησιών μετά οδυρμών ανηλεώς, την βοήν και κλαυθμόν των παίδων, τούς ιερούς και αγίους οίκους λεηλατισμένους, το φρικώδες και ακουόμενον τις διηγήσεται;...»
Όπως, άλλωστε, και ή γλώσσα τού κειμένου αυτού το δείχνει, δεν πρόκειται για περιγραφή από ένα σύγχρονο ιστοριογράφο τής τωρινής κυπριακής τραγωδίας. Αλλά για την ίδια ακριβώς βαρβαρότητα, απανθρωπιά και κτηνωδία, πού οι αιώνιοι εχθροί τού γένους μας έδειξαν προς τους αμάχους, τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ κατελάμβαναν την αποφράδα εκείνη ημέρα, Τρίτη 29 Μαΐου 1453, την βασιλίδα των πόλεων και κατέλυαν τον «ένδοξο Βυζαντινισμό» μας. Μα αν ζούσε και σήμερα ό Γεώργιος Σφραντζής, στον οποίο οφείλεται ή περιγραφή, αν έβλεπε «εν πλήρει εικοστώ αιώνι» όσα τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία τηλεγραφούν από την ματωμένη Κύπρο σε όλες τις γωνιές τής Γης, θα είχε ασφαλώς πιο απάνθρωπα, πιο βάρβαρα και πιο κτηνώδη συμβάντα να μαρτυρήση.
Τα πάνδεινα υπέστη ό Ελληνισμός στο πέρασμα των αιώνων από τούς κακούς του γείτονες στην Άλωσι, στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας, στο Εικοσιένα, στις μεταγενέστερες εξεγέρσεις των υποδούλων ελληνικών περιοχών, στην μικρασιατική καταστροφή και στα κατοπινά χρόνια, κάθε τόσο, με κορύφωμα τον ξεριζωμό τόσων ομογενών τής Πόλης. Επίσης και ή Κύπρος υπέστη τα πάνδεινα από το δεύτερο ήμισυ τού 16ου αιώνος, όταν ό Σελίμ Β’ αποφάσισε να την καταλάβη στέλνοντας εναντίον της ισχυρότατες δυνάμεις (στρατό και στόλο — τού έλειπε τότε αεροπορία!) υπό τον Λάλα Μουσταφά. Οι τότε κυρίαρχοι Ενετοί προέβαλαν, παρά το ολιγάριθμο των δυνάμεών τους, ισχυρή αντίστασι στην Λευκωσία και στην Αμμόχωστο, τελικά όμως υπέκυψαν: στην πρωτεύουσα τον Σεπτέμβριο τού 1570 και στην Αμμόχωστο τον Αύγουστο (κακή ώρα σαν τον φετινό Αύγουστο!*). Την Αμμόχωστο την υπερασπίσθηκαν με γενναιότητα 8.000 Ενετοί, Κύπριοι και λίγοι Αλβανοί στρατιώτες. Αναφερόμενος στην άλωσί της ο διαπρεπής ιστορικός τής Κύπρου Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, γράφει:
«Η αποφασισθείσα απελευθέρωσις των παροίκων, ελθούσα πολύ αργά, εις ουδέν ωφέλησε την άμυναν τής νήσου. Ή αντίστασις των ολίγων υπερασπιστών της πόλεως υπήρξεν ερρωμένη. Ο ήρως τής πολιορκίας Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος, συλληφθείς υπό των Τούρκων, εβασανίσθη και ακολούθως εξεδάρη ζων. Τοιαύτα βασανιστήρια μετήρχοντο οι Τούρκοι προς εκδίκησιν και εκφοβισμόν. Ανεξαρτήτως του ότι ή Κύπρος περιήρχετο από μιαν ωμήν δουλείαν εις άλλην, διά τής καταργήσεως τής ενετικής κυριαρχίας έπ’ αυτής και τής αντικαταστάσεως της υπό άλλης, τής τουρκικής, ή νέα αυτή περιπέτεια τής νήσου ανοίγει νέας μαύρας σελίδας τής ταλαιπώρου κυπριακής ιστορίας. Άλλοι τρεις αιώνες στυγεράς δουλείας προσετέθησαν εις τούς υπάρχοντας αιώνας δουλείας τής νήσου.
Τα λόγια αυτά τού Κύπριου, ιστορικού δεν υπερβάλλουν ούτε κατά σπιθαμή τα γεγονότα. Οι νεκροί τής τουρκικής θηριωδίας έφθασαν, μόνο στην Αμμόχωστο, τις 20.000. Εκτός από αυτούς πολλοί άλλοι εξανδραποδισθήκαν. Οι ναοί τής Αγίας Αικατερίνης και τού Αγίου Νικολάου έγιναν τζαμιά, ενώ άλλες εκκλησίες λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν. Η παλιά Αμμόχωστος είναι ακόμη γεμάτη από τα ερείπιά τους. Ανάλογες καταστροφές είχε γνωρίσει ένα χρόνο πριν και ή Λευκωσία, για την άλωσι τής οποίας ό Σολομών Ροδινός έγραφε, στην κυπριακή διάλεκτο, ένα μακρόλογο ποίημα με πολλά καθαρολόγα στοιχεία, τον «Θρήνο τής Κύπρου». Ογδόντα ναοί τής Λευκωσίας λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν. Η Αγία Σοφία της έγινε τζαμί. Ή ίδια και πάλι ιστορία, καθώς θρηνούσε ό Σφραντζής: «...Ην οράν το θείον αίμα και σώμα Χριστού κατά γης χεόμενον και ριπτόμενον, και τα τιμαλφή δοχεία τούτου αρπάζοντες τα μεν διέθραυον, τα δε σώα ενεκολπίζοντο, και τούς εγκεκοσμημένους κόσμου ομοίως εποίουν, και τας αγίας εικόνας μετά χρυσού και αργύρου και λίθων πολυτίμων κατεπάτουν, και τούς κόσμους αίροντες κλίνας και τραπέζας εποίουν, και μετά των ιερατικών στολών και ενδυμάτων των εκ σηρικών και χρυσοϋφάντων όντων τούς ίππους εσκέπαζον, και άλλοι έπ’ αυτοίς ήσθιον, και τούς πολυτίμους μαργάρους των αγίων κειμηλίων αναρπάστους εποίουν, τα άγια λείψανα καταπατούντες».
Μετά την πτώσι τής Λευκωσίας και τής Αμμοχώστου, οι Τούρκοι κατέλαβαν με ευκολία και το υπόλοιπο νησί. Οι κατακτηταί δεν περιορίζονταν μόνο στην κατάκτησι τής Μεγαλονήσου, αλλά παντού σκορπούσαν τον όλεθρο και την καταστροφή. Με κάθε τρόπο εξευτέλιζαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των κατοίκων. Δεν λογάριαζαν ούτε νέους ούτε παιδιά. Βίαζαν αδίστακτα γυναίκες και κορίτσια, όπως ακριβώς και σήμερα! Κατά την παράδοσι, ένα πλοίο, πού μετέφερε πολλά κορίτσια στον σουλτάνο, ανατινάχθηκε από την Μαρία την Συγκλητική ή Αρνάλδα. Έτσι οι άμοιρες εκείνες Κυπριωτοπούλες γλύτωσαν την ατίμωσι στα χαρέμια τής Πόλης.
Σ ολόκληρη την περίοδο τής Τουρκοκρατίας, πού κράτησε στην Κύπρο από το 1571 ως το 1878, οπότε την διεδέχθη ή αγγλική κατοχή, δεν έλειψαν οι διωγμοί, οι λεηλασίες, οι εξισλαμισμοί. Όπως αναφέρει στην εργασία του «Ανέκδοτα έγγραφα εκ των Αρχείων τού Βατικανού (1625 - 1667) ο καθηγητής τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, πολλοί Κύπριοι αναγκάσθηκαν να γίνουν Κρυπτοχριστιανοί. Είναι γνωστές, εξ άλλου, φυλακίσεις Κυπρίων αρχιερέων και κληρικών, στην πρώτη κυρίως περίοδο τής Τουρκοκρατίας στην Κύπρο. Σημαντικές εδώ είναι οι πληροφορίες πού μάς δίνει ό Κώστας Π. Κύρρης στο δημοσίευμά του «Περί τού εξισλαμισμού μέρους των εν Κύπρω ηγετικών τάξεων κατά το 1570 - 1571 κ.έ. και περί τής εθνικής προελεύσεως τής μουσουλμανικής κοινότητος τής νήσου».
Αργότερα, εφαρμόζοντας ανάλογη τακτική με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ή Υψηλή Πύλη αναγνώρισε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου εθναρχικά δικαιώματα, για να ευκολύνεται στην διοίκησι και φορολογία των υποδούλων. Χαρακτηριστικό είναι ένα έγγραφο, πού δημοσίευσε ό Παύλος Χιδίρογλου στην εργασία του «Επίσημα οθωμανικά έγγραφα αναφερόμενα εις την ιστορίαν τής Κύπρου». Έχει ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1858 και αποστολέα τον Μουτασαρρίφη τής Κύπρου Hafiz Ishaq Haqqi. Απευθύνεται στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Α’:
«Σεβαστέ, εντιμότατε, πιστέ μου φίλε, εξοχώτατε.
Προκειμένου να ευρεθή τις εις το εν τω Πατριαρχείω ωργανωθέν προσωρινόν Συμβούλιον εν σχέσει με την συζήτησιν ωρισμένων μεταρρυθμίσεων αναφερομένων εις τας ιδιαιτέρας πνευματικάς και υλικάς υποθέσεις τού Ελληνικού Έθνους (και) προκειμένου να παρευρίσκωνται εκ τού πλήθους οι πλέον αξιόλογοι και ευνοούμενοι άνθρωποι και εκ τής τάξεως εκείνοι, εις τούς οποίους έχει εμπιστοσύνην σύμπας ό λαός, να σταλούν εις την Κωνσταντινούπολιν κατόπιν εκλογής, άνευ χρονοτριβής και όσον το δυνατόν συντομώτερον, δύο μέλη, εκ των οποίων ό εις να είναι κληρικός και ό έτερος λαϊκός..».
Αυτά όμως συμβαίνουν «μεσούντος 19ου αιώνος», κι όμως δεν εμπόδισαν τούς Κυπρίους να ξεσηκωθούν μαζί με τούς υπόλοιπους Έλληνες, όταν σήμανε ή μεγάλη ώρα τής Ελληνικής Επαναστάσεως, για να γνωρίσουν και πάλι το μένος και την θηριωδία των Τούρκων. Ας μη νομισθή όμως ότι, εκτός από την στέρησι τής ελευθερίας τους, στην περίοδο τής υστάτης Τουρκοκρατίας οι Κύπριοι δεν υπέστησαν δεινά. Ήταν πρώτ’ άπ’ όλα ή δυσβάστακτη φορολογία. «Η σπουδαιότης τού θέματος τούτου», παρατηρεί ό Χιδίρογλου, «καταφαίνεται εκ τού γεγονότος ότι το φορολογικόν πρόβλημα, όπως είχε ρυθμισθή κατά την τουρκοκρατίαν ειδικώς εν Κύπρω, έσχε δυσμενείς επιδράσεις επί τής αυξήσεως τού πληθυσμού, ώθησε τούς σχετιζομένους με την είσπραξι φόρων Οθωμανούς ιθύνοντας εις καταπιέσεις τού λαού και εκμεταλλεύσεις, εκ των οποίων προήλθον οι γνωσταί εις την ιστορίαν τής Κύπρου αιματηραί ταραχαί, προκαλέσασαι και εκθρονίσεις Αρχιεπισκόπων και αναριθμήτους άλλας δυσμενείς εις την ζωή κατοίκων επιπτώσεις. Αι εκμεταλλεύσεις αυταί εξεδηλούντο δια της απληστίας των Αγάδων και Μουχασσιλών τής Κύπρου, επιθυμούντων να κερδίσουν περισσότερα των κεκανονισμένων ως και δια τού δυσβαστάκτου εν πολλοίς ύψους τής φορολογίας εις την οποίαν αντετίθεντο διά προσωπικής των αναφοράς προς την Υψηλήν Πύλην οι Αρχιερείς». Η βαρύτατη φορολογία σε συνδυασμό με την ανομβρία, τον λιμό, τις επιδρομές ακρίδων και τούς σεισμούς, οδήγησε στον οικονομικό μαρασμό τού νησιού. Σχετικά πολύτιμη είναι ή μαρτυρία τού Αρχιμανδρίτη Κυπριανού, τού οποίου ή «Ιστορία χρονολογική τής νήσου Κύπρου» κυκλοφόρησε το 1 788 στην Βενετία.
Πολλά δεινά γνώρισαν ακόμη οι Κύπριοι στην περίοδο τής Τουρκοκρατίας από τις πειρατικές επιδρομές και συχνά από την κακοδιοίκησι των Τούρκων πασάδων τής Κύπρου, όπως εκείνο πού αναφέρεται σ’ ένα από τα έγγραφα, τα οποία έφερε στο φως ό καθηγητής Τσιρπανλής. Ο ίδιος σημειώνει:
«Αι πληροφορίαι περί των καταπιέσεων υπό τού Τούρκου πασά τού πληθυσμού τής νήσου τόσον των Ελλήνων και των εκεί Ευρωπαίων, όσον και των ιδίων των Τούρκων, είναι διά την εποχήν αυτήν λίαν σημαντικαί, αφού, καθ’ όσον γνωρίζω, δεν μαρτυρούνται εξ άλλων πηγών. Είναι δυνατόν όμως, νομίζω, ό εν λόγω τυραννικός πασάς να ταυτισθή με τον διοικητήν τής Κύπρου Koesse Ali, ό οποίος διέπραξε μεγάλας αυθαιρεσίας εις την νήσον, αποκόψας επί τινα χρόνον την επικοινωνίαν των κατοίκων με την Κωνσταντινούπολι. Εν τέλει απεκαλύφθη και, κληθείς εις την τουρκικήν πρωτεύουσαν, έδωσε λόγον των πράξεών του. Ας σημειωθή πάντως ότι ή κακοδιοίκησις εν γένει Τούρκων πασάδων προκαλεί αντιδράσεις των κατοίκων τής νήσου μαρτυρουμένας κυρίως και λεπτομερώς από τού 1665 και έπειτα»).
Τουρκική καταγραφή τού ελληνικού πληθυσμού τής Κύπρου τον φθάνει σε 150.000. Παρά την εγκατάστασι στο νησί αρκετών από τούς στρατιώτες τού Λάλα Μουσταφά και τούς εξισλαμισμούς, για τούς οποίους έγινε ήδη λόγος, ή Κύπρος διατήρησε τον ελληνικό χαρακτήρα της σε ολόκληρο το διάστημα τής Τουρκοκρατίας. Έτσι, ή πρώτη αγγλική απογραφή τού πληθυσμού τής Κύπρου, το 1878, βρήκε στο νησί 186.000 Έλληνες και 46.000 Τούρκους. Δημιουργήθηκε έτσι μιά κατάστασις την οποία εκμεταλλεύθηκαν αργότερα τα ξένα συμφέροντα, για να μιλούν περί ελληνικής και τουρκικής κοινότητος στην ελληνικώτατη Μεγαλόνησο.
Το Εικοσιένα βρήκε την Κύπρο ολόψυχα δοσμένη στην πανελλήνια εξέγερσι. Ένας από τούς στενότερους συνεργάτες τού Ρήγα Βελεστινλή υπήρξε ό Κύπριος Ιωάννης Καρατζάς, θερμός οπαδός των φιλελευθέρων γαλλικών αρχών. Πολλοί Κύπριοι
έγιναν μέλη τής Φιλικής Εταιρίας, αντιπρόσωποι τής οποίας επανειλημμένα επισκέφθηκαν την Κύπρο από το 1818. Ο πιο σημαντικός από τούς Κυπρίους Φιλικούς υπήρξε ό Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, τον οποίο είχε μυήσει ό Αντώνος Πελοπίδας από την Αρκαδία. Όπως φαίνεται από το 15ο άρθρο ενός από τα πολεμικά σχέδια τα οποία υποβλήθηκαν στον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη σύσκεψι πού πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο 1820 στο Ίσμαήλι τής Βεσσαραβίας, οι Φιλικοί υπολόγιζαν ιδιαίτερα στην βοήθεια τού Κυπριανού. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Κυπριανός υπεσχέθη να συνεισφέρη χρήματα ή τροφάς, όσας δυνηθή. Λοιπόν ό Καλός πρέπει να γράψη προς την Μακαριότητά του προτρεπτικά, δηλοποιών των πραγμάτων την κατάστασιν, διά να φιλοτιμηθή να βοηθήση αναλόγως τη φήμη τής νήσου εκείνης, την οποίαν έχουν το προνόμιον οι Κύπριοι να διοικούν αυτοί σχεδόν τοσούτους χρόνους. Ταύτα δε τα γράμματα ό ρηθείς Πελοπίδας, ή προτού, ή επιστρέφων εξ Αιγύπτου, να περάση εις Κύπρον και να εγχειρίση τη αυτού Μακαριότητι, διά να εμβάση τα χρήματα ό Άγιος Κύπρου εις Κωνσταντινούπολιν, ή να στείλη τας τροφάς, όπου διορισθή• και τέλος να σκεφθή, πώς να διαφυλάξη το ποίμνιόν του από τούς κατοίκους εκεί εχθρούς».
Σώζεται το κείμενο τής επιστολής, πού ό Υψηλάντης έστειλε στον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό με τον Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα. Το ιστορικό αυτό κείμενο δείχνει πόσο ή Φιλική υπολόγιζε στην βοήθεια τής Κύπρου:

«Προς τον Μακαριώτατον και Θεοπρόβλητον Μητροπολίτην τής Νήσου Κύπρου Κύριον Κύριον Κυπριανόν, προσκυνητώς, εις Κύπρον.
Μακαριώτατε και φιλογενέστατε Δέσποτα,
Ο φιλογενέστατος Δημήτριος Ύπατρος με εβεβαίωσε περί τής γενναίας συνεισφοράς, την οποίαν ή υμετέρα Μακαριότης υπεσχέθη προς αυτόν διά το Σχολείον τής Πελοποννήσου. Όθεν ως γενικός έφορος τού Σχολείου τούτου κρίνω χρέος μου απαραίτητον να ευχαριστήσω την Υμετέραν Μακαριότητα και να την ειδοποιήσω ότι ή έναρξις τού Σχολείου εγγίζει. Διά τούτο, λοιπόν, στέλλω εξεπίτηδες τον κύριον Άντώνιον Πελοπίδαν, άνδρα ενάρετον, φιλογενή και πάσης πίστεως άξιον, διά να την βεβαιώση και διά ζώσης φωνής την όσον ούπω ανέγερσιν τού ιερού τούτου καταστήματος. Ας ταχύνη, λοιπόν, ή υμετέρα Μακαριότης να εμβάση τόσον τής υμετέρας Μακαριότητος τας συνεισφοράς, όσον και των λοιπών Αυτής ομογενών, είτε χρηματικάς είναι είτε ζωοτροφικάς, προς τον εν Παλαιά Πάτρα τής Πελοποννήσου κύριον Ιωάννην Παππά Διαμαντόπουλον, συντροφεύουσα αυτάς ή με άνθρωπόν της επίτηδες ή με τον κομιστήν τού παρόντος μου. Ων δε εύελπις, ότι ή υμετέρα Μακαριότης θέλει φιλοτιμηθή να δείξη την συνεισφοράν αξίαν τού μεγάλου ζήλου και πατριωτισμού Αυτής τε και όλου της τού ποιμνίου, εξικετεύω τας μακαρίους αυτής ευχάς και μένω με βαθύ σέβας, τής υμετέρας Μακαριότητος τέκνον ευπειθές,
Αλέξανδρος Υψηλάντης,
Ισμαήλ, την 8ην Οκτωβρίου 1820».

Όπως θα αντελήφθη ήδη ό αναγνώστης, με το σχολείο τής Πελοποννήσου ό Υψηλάντης υπονοεί, για λόγους ασφαλείας, την Επανάστασι. Ο Κυπριανός ανταπεκρίθη αμέσως στην έκκλησι τού Υψηλάντη και πρωτοστάτησε στην συγκέντρωσι εφοδίων και χρημάτων για τον Αγώνα. Με τον Πελοπίδα, τις κυπριακές πόλεις περιήλθαν και άλλοι απεσταλμένοι τής Φιλικής για την συγκέντρωσι χρημάτων και για
μυήσουν τούς Κυπρίους στον Αγώνα. Ανάμεσά τους ήταν και Θεόφιλος Θησεύς από την Μασσαλία, πού επεσκέφθη το νησί την άνοιξι τού 1821 και κινδύνευσε παρά λίγο να πέση στα χέρια των Τούρκων.
Η πατριωτική δραστηριότητα τού Αρχιεπισκόπου πού απλώθηκε και στον εκπαιδευτικό τομέα, ενοχλούσε ιδιαίτερα τους Τούρκους. Ο Κυπριανός αντιλαμβανόταν ότι δεν θα αργούσαν να τον συλλάβουν. Στον περιηγητή Κάρνε είχε πή: «Ο θάνατός μου δεν απέχει πολύ• γνωρίζω ότι Τούρκοι περιμένουν απλώς ευκαιρίαν για να με εκτελέσουν.
Πρώτη ενέργειά τους υπήρξε αφοπλισμός των Κυπρίων. Ή γενική διαταγή τής Πύλης για αφοπλισθούν οι Κύπριοι κοινοποιήθηκε στον Τούρκο διοικητή της Κύπρου ως εξής:
«Αν και, κατόπιν ερεύνης των κωδίκων μας δεν εύρωμεν τους χριστιανούς κατοίκους τής χώρας αυτής ενοχοποιηθέντας εις το παραμικρόν απέναντι τού κράτους, αφότου ή νήσος αυτή ευρίσκεται υπό την κυριαρχίαν μας, αλλά τουναντίον εις περιστάσεις αποστασίας Τούρκων τής νήσου ηνώθησαν ούτοι με τα στρατεύματά μας εναντίον των αποστατών, εν τούτοις, προς εκτέλεσιν τής γενικής διαταγής περί αφοπλισμού όλων των χριστιανών τής επικρατείας, διατάσσομεν ενεργηθή ο αφοπλισμός και εις την χώραν αυτήν».
Ο αφοπλισμός σήμανε την απαρχή των δεινών τής Κύπρου. Την τραγική θέσι στην οποία βρέθηκαν τότε οι κάτοικοί της περιγράφει με παραστατικότητα ό ιστορικός τού Εικοσιένα Διονύσιος Κόκκινος:
«Αφοπλισμός εσήμαινεν ενέργειαν διώξεων. Δεν υπήρχαν εκεί αι χιλιάδες τού στρατού πού είχαν καρφωθή εις την Κωνσταντινούπολιν, είδος προσωπικής φρουράς τού εντρόμου Μαχμούτ, και τα όπλα των οποίων εξετέλεσαν τας σφαγάς τής Κωνσταντινουπόλεως, ούτε οι ζεϊμπέκηδες τα ταγκαλάκια και οι Τουρκοκρητικοί, πού μετέβαλαν την Σμύρνην εις σφαγείον και τόπον προς διαρπαγήν. Αλλ’ εις την Λευκωσίαν, την πρωτεύουσαν τής νήσου, οι Τούρκοι ανήρχοντο εις δέκα χιλιάδες απέναντι πέντε χιλιάδων Ελλήνων και διέθεταν ισχυράν φρουράν. Ολόκληρος ό ελληνικός πληθυσμός τής Κύπρου, ανήρχετο εις ογδοήντα χιλιάδας, έναντι είκοσι χιλιάδων Τούρκων, άλλ’ ήτο εντελώς απόλεμος, εγκατεσπαρμένος εις χώραν στερουμένην συγκοινωνιών και πλήρη ερειπίων από παλαιοτέρας καταστροφάς και χωρίς καμμίαν μυστικήν οργάνωσιν αμύνης κατά των Τούρκων εις ώραν ανάγκης. Τόσος ελληνικός πληθυσμός και τόσον ανίσχυρος παρουσίαζε διά τούς Τούρκους λαιμούς προς σφαγήν, κινητόν πλούτον προς διαρπαγήν, περιουσίας προς σφετερισμόν και γυναίκας. Ταυτοχρόνως προς την διαταγήν περί τού αφοπλισμού διετάχθη και ό πασάς τής Άκρης να στείλη ισχυράν στρατιωτικήν δύναμιν εις την Κύπρον προς εξασφάλισιν τής ηρεμίας εκ μέρους των γκιαούρηδων τής νήσου.
Το φιρμάνι τού σουλτάνου εξετελέσθη αμέσως. Ο διοικητής τής Κύπρου έστειλε στρατιώτες σε ολόκληρο το νησί να μαζέψουν τα όπλα και στρατιωτικό σώμα 4000 ανδρών έφθασε στις 3 Μαΐου από την Συρία. Πρέπει να αναφερθή ότι τα στρατεύματα τού Κιουτσούκ Μεχμέτ δεν περιορίζονταν μόνα στην συγκέντρωσι των όπλων, αλλά λεηλατούσαν και κακοποιούσαν τούς φτωχούς χωρικούς. Με ψευδείς καταγγελίες για απόκρυψι όπλων άρχισε ή δίωξις προκρίτων και επιφανών Κυπρίων και ή διαρπαγή μοναστηριών και εκκλησιών. Αλλά ό διοικητής δεν είχε κορέσει τις ορέξεις του. Με σύμβουλο τον ανθέλληνα Φραγκολεβαντίνο Γεώργιο Λασιέρ, θέλησε να καταφέρη εξολοθρευτικό πλήγμα κατά των Ελλήνων κατοίκων τού νησιού. Έγραφε τότε στην Πύλη ότι ό αφοπλισμός βέβαια έγινε, αλλά το μέτρο αυτό δεν έφθανε. Έπρεπε να θανατωθούν οι πνευματικοί και θρησκευτικοί ηγέτες των Κυπρίων, ώστε, ακέφαλοι, να μη μπορούν να εξεγερθούν. Υπέβαλε μάλιστα ένα πίνακα με τα ονόματα του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, τού Μητροπολίτη Πάφου Χρυσάνθου, τού Μητροπολίτη Κιτίου Μελετίου, τού Μητροπολίτη Κυρηνείας Λαυρεντίου, τού Ηγουμένου τής μονής Κύκκου Ιωσήφ, τού Ηγουμένου τής Μονής Σταυρού Ομόδους Δοσιθέου Οικονόμου και πολλών δημογερόντων, προκρίτων, άλλων κληρικών και λαϊκών. Ή Υψηλή Πύλη, χωρίς κανένα ενδοιασμό, δέχθηκε αμέσως το σχέδιο και το ενέκρινε. Για να μην αντιληφθούν οι Κύπριοι την τύχη πού τούς περίμενε, τούς κάλεσαν στις 9 Ιουλίου 1821 στο Τουρκικό Διοικητήριο τής Λευκωσίας, για να συνυπογράψουν δήθεν ευχαριστήριες επιστολές προς τον σουλτάνο και να διαβεβαιώσουν την Υψηλή Πύλη για την ευπείθειά τους. Αντί όμως να γίνουν αυτά, ό Τούρκος διοικητής τούς διάβασε το διάταγμα τής θανατικής τους εκτελέσεως. Λίγοι μόνο πρόκριτοι, πού είχαν αντιληφθή την κατάσταση μπόρεσαν να καταφύγουν στην Λάρνακα και να κρυφθούν στα εκεί προξενεία των ξένων χωρών. Αφορμή για την έναρξι των εγκλημάτων υπήρξε ή αποκάλυψις επαναστατικών προκηρύξεων τού Φιλικού Θεοφυλάκτου Θησέως. Οι σφαγές συνεχίσθησαν ως τις 14 Ιουλίου και επάνω από 470 άτομα βρήκαν τον θάνατο. Εκτός από τον Αρχιεπίσκοπο και τον αρχιδιάκονο Μελέτιο, πού απαγχονίσθηκαν, οι υπόλοιποι καρατομήθηκαν. Κατά την παράδοσι ό Κυπριανός απαγχονίσθηκε από μιά συκαμνιά τής πλατείας τού Σεραγίου. Αντίθετα ό πρόξενος των Ιονίων νήσων στην Λευκωσία, γιατρός Παναγής Αγγελάτος, γράφει σε ένα σημείωμά του ότι ό Κυπριανός απαγχονίσθηκε από το Διοικητήριο τής Λευκωσίας:
«1821 Ιουλίου 9/21 Σάββατον μετά το μεσημέριον εκρέμασαν τον Κύριου Κυπριανόν αρχιεπίσκοπον Κύπρου εις Λευκωσίαν φιόρι ντέλλα Πόρτα ντε σεράγκλιο τού ηγεμόνος ντέλι Κιουτσούκ Μεχμέτ, τούς δε άλλους τρεις Μητροπολίτας την αυτήν ώραν εκαρατόμησαν».
Ατάραχος και γαλήνιος, με την πεποίθησι ότι εξετέλεσε πλήρως το καθήκον του, ό Κυπριανός παρακολούθησε τις τελευταίες στιγμές τού μαρτυρίου του. Όταν ό δήμιος πλησίασε να τού περάση στον λαιμό τον βρόχο, αφού έκανε την προσευχή του, τού
είπε: «Εκτέλεσον ήδη την προσταγήν τού ασεβούς κυρίου σού» Τους απαγχονισμούς και τις καρατομήσεις ακολούθησαν δημεύσεις περιουσιών, εξανδραποδισμός γυναικοπαίδων, κάθε είδους διώξεις. «Τα πτώματα των σφαγέντων», γράφει ό Κόκινος «έμειναν εκτεθειμένα επί ημέρας κατακοπέντα και παραμορφωθέντα από τούς βανδάλους, απαγορευθείσης τής ταφής». Οι κτηνωδίες όμως αυτές αντί να κάμψουν την αγωνιστικότητα των Κυπρίων, πέτυχαν το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα. Όσοι πρόκριτοι σώθηκαν, συγκεντρώθηκαν στην Μασσαλία, και εξέδωσαν στις 6 Δεκεμβρίου 1821 μιά γεμάτη πατριωτικό παλμό προκήρυξι, την οποία διαδήλωναν την απόφασί τους να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Το ιστορικό κείμενο είναι το ακόλουθο:
«Επειδή ή τυραννική διοίκησις των Τούρκων μετεβλήθη ολοτελώς εις ληστείαν και ούτε ό ειρηνικός ημών βίος προς τούς σκληρούς αυτών νόμους ευ τίθησιν, ούτε πολιτική φρόνησις, ούτε αθωότης ούτε ταπείνωσις, ούτε υπέρ την ημετέραν δύναμιν έξοδα, ούτε παν άλλο είδος θυσίας, όπερ διά των προυχόντων ημών επροσφέραμεν, ίσχυσαν να εμποδίσουν τας άχρι θανάτου καταδρομάς ημών των εν Κύπρω Χριστιανών, αλλά χωρίς τινος ηθικής ή λόγω προφάσεως κατέσφαξαν όσους εξ ημών έβαλον εις το χέρι Χριστιανούς, μηδέν ευλαβούμενοι, ουδέ των αιδεσίμων ιερέων, ουδέ των σεβασμίων αρχιερέων, ούδ’ αυτού τού Μακαριωτάτου ημών Πατρός και Δεσπότου, άλλ’ αυτούς μεν κατέσφαξαν, τούς δε ιερούς ημών ναούς και οίκους, άλλους μεν ηρήμωσαν, άλλους δε κατέκαυσαν, δίδοντας εις αρπαγήν τα τέκνα ημών και γυναίκας, βιάζοντας αυτά να εναγκαλισθώσι την ανόσιον αυτών θρησκείαν και άλλα όσα τραγικά και αποτρόπαια βαρβαρική δύναμις καταχράται, όπου δεν ευρίσκει αντίστασιν διά τας φρικτάς αυτών αδικίας και δι’ όσας άλλας προ αυτών, εί και μετριωτέρας αλλά συνεχείς υπό των τυράννων αυτών υπεφέραμεν. Νομίζομεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ότι έχομεν κάθε δίκαιον να μη γνωρίζωμεν πλέον διά διοίκησιν τούς αιμοβόρους τούτους ληστάς, αλλά συμφώνως με τούς λοιπούς αδελφούς ημών Έλληνας θέλομεν προσπαθήσει διά την ελευθερίαν τής ειρηνικής ημών, πάλαι μεν μακαρίας, ήδη δε τρισαθλίας νήσου Κύπρου. Ένεκα τούτου συμψηφίζομεν επίτροττον τής νήσου μας άπαξ τον ευγενή Νικόλαον Θησέα, υιόν τού αοιδίμου, μεγάλου Οικονόμου τού Μακαριωτάτου, όπως συνεργήση και ενεργήση πληρεξουσίως πάντα όσα κρίνη συμφέροντα...»
Ή ίδια και πάλι ιστορία. Παρόμοιες με τις σημερινές και τις παλαιές σκηνές βίας, καταστροφής, λεηλασίας, ληστρικών επιδρομών και εξανδραποδισμού των κατοίκων. Το έγγραφο, θα νόμιζε κανείς, ότι αναφέρεται στα σύγχρονα γεγονότα. Όμως το αίμα εκείνο, τόσες θυσίες, τόσες ζωές χάθηκαν χωρίς δικαίωσι. Ή Τουρκοκρατία, σκληρότερη από πριν, συνεχίσθηκε ως το 1 878, πού ή Τουρκία με μιά αισχρή πράξι αγοραπωλησίας, «μιά χονδροειδή πράξι παρανομίας και ασυγχώρητο παραβίασι τού διεθνούς νόμου», όπως την χαρακτήρισε ό Γλάδστων, παρεχώρησε την Κύπρο στην Αγγλία με μίσθωμα 92.600 λιρών, πού θα κατέβαλλε ετησίως στον σουλτάνο!
Έτσι, στις 12 Ιουλίου 1878, κατέβαινε από το Διοικητήριο της Λευκωσίας ή τουρκική σημαία, για να ανεβασθή ή αγγλική. Τον κυπριακό λαό ποιος τον ρωτούσε;
Η νεώτερη τουρκική εισβολή στην ελεύθερη πια Κύπρο δεν υστέρησε σε βαρβαρότητα και κτηνωδία. Η «προστατευτική» επέμβασις τελικά εξελίχθη σε μιά ελεεινή ληστρική επιδρομή. Το νέο αίμα των Κυπρίων μαρτύρων είναι νωπό. Οι βάνδαλοι εισβολείς δεν διδάχθηκαν από το παρελθόν; Ή Ιστορία δεν τούς δίδαξε ότι:
«Η ρωμηοσύνη έφ φυλή συνώτζαιρη τού κόσμου, κανένας δεν ευρέθηκεν για να την ηξηλείψη κανένας, γιατί σσιέπει την πού τάψη ό Θεός μου. Η ρωμηοσύνη εν να χαθή, όντας ό κόσμος λείψη! Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαμ μας αυλάτζιν, κάμε τον κόσμον ματζιελειόν τζιαί τούς Ρωμηούς τραούλλια αμμά ξερε πώς ύλαντρον όντας κοπή καβάτζιν τριγύρω του περάσσουνται τρακόσσια παραπούλλια. Τον ’νίν αντάν να τρώ τη γήν, τρώει τη γήν θαρκέται, μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαί τζιείονον καταλυέται;» (Β. Μιχαηλίδη: Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία τής Κύπρου).

Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ. 76, Οκτώβριος *1974.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com