ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ



ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΝΟΤΙΟΥ ΙΤΑΛΙΑΣ

Οι Έλληνες έφθασαν για πρώτη φορά στην νότια Ιταλία τον 7ο αιώνα π.Χ. Άφηναν μιά πατρίδα όπου ανθούσαν το εμπόριο και οι τέχνες, αλλά ή οποία παρουσίαζε υπέρμετρη αύξησι πληθυσμού και αντιμετώπιζε δυσκολίες από την έλλειψι ζωτικού Χώρου. Για τούτο, με τις κωπήλατες τριήρεις τους πήγαιναν να αναζητήσουν πέρα από την θάλασσα νέα εδάφη και νέα εμπορικά κέντρα. Αυτοί οι άποικοι ήσαν θαλασσοπόροι και πολεμισταί, ασφαλώς, αλλά κυρίως γεωργοί και τεχνίτες, πού είχαν αφήσει πίσω τους γυναίκες, μητέρες και παιδιά, και έφεραν μαζί τους ως μοναδικές αποσκευές παραδόσεις, παιδεία, γλώσσα και θεσμούς.
Για λόγους γεωγραφικούς οι πρώτοι από αυτούς τούς αποίκους απεβιβάσθησαν στις ιταλικές ακτές τού Ιονίου πελάγους. Στην περιοχή ανατολικώς τού ποταμού Μπραντάνο και νοτίως τού Γκαργκάνο (στην Απουλία) βρήκαν εγκατεστημένους διαφόρους πληθυσμούς, με διαφορετική καταγωγή και πολιτισμό, τούς Πευκετίους, Μεσσαπίους κ.ά. Με αυτούς τούς αυτόχθονες οι Έλληνες άποικοι συγχωνεύθηκαν, μετατρέποντας την ποιμενική τους οικονομία σε αγροτική.
Γεννήθηκε έτσι ή Μεγάλη Ελλάς, όπως αποκαλούσαν οι Έλληνες τις νέες αποικίες για να τις διακρίνουν από την μητέρα - πατρίδα, πού ήταν πιο περιορισμένη σε έκτασι, ενώ οι Ρωμαίοι τις αποκαλούσαν «Γκρέτσια Μάγκνα ή Μάγιορ».
Το φαινόμενο τής αναμίξεως εθνικών στοιχείων, κοινών σε όλες τις ελληνικές αποικίες, δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να αποκτήση, για λόγους πολιτικούς, πολιτιστικούς, οικονομικούς ή, απλώς, αριθμού, το ένα ή το άλλο στοιχείο την υπεροχή, καθορίζοντας την «φυσιογνωμία» τής αποικίας. Έτσι ό Τάρας, πού ιδρύθηκε το 708 π.Χ. περίπου, ήταν αποικία σπαρτιατική και λακωνικοί ήσαν οι νόμοι, ή γλώσσα, ή θρησκεία, οι αρχές των Ταραντίνων, ενώ το Μεταπόντιο, τού οποίου ή ίδρυσις ανάγεται στο 773 π.Χ., μαζί με την Σύβαρι, την Κρότωνα και άλλες πόλεις, εθεωρούντο αποικίες αχαϊκές.
Μιά από τις πολυτιμότερες μαρτυρίες για την ζωή των ανθρώπων αυτών των αποικιών προέρχεται από την αγγειογραφία, πού παρουσιάζει σκηνές από τον γυναικωνίτη, σκηνές κυνηγίων, συμποσίων, οργιαστικών χορών, θέματα θεατρικά και κωμικές παραστάσεις, σκηνές διονυσιακές στις οποίες εμφανίζεται ό Διόνυσος να κυκλοφορή με Σατύρους και Μαινάδες κ.ά.
Αυτά τα αγγεία, πού, τον πρώτο καιρό, εισηγούντο από την μητέρα ‚πατρίδα, και έπειτα—από το τέλος τού 5ου αιώνος- κατασκευάζονταν στις αποικίες, γίνονταν στον τόρνο με το χέρι από ντόπιο πηλό.
Σήμερα, από το χρώμα τού πηλού, είναι δυνατόν να καθορίσωμε την προέλευσι τού ευρήματος. Πράγματι, ανάλογα με την περιεκτικότητά του σε σιδηρούχο μετάλλευμα, ό πηλός έπαιρνε κατά το ψήσιμο διαφορετικό χρώμα. Τυπικός τής Απουλίας, λόγου χάρι, είναι ό πηλός με χρώμα ερυθρό - πλίνθου, ενώ τής Καμπανίας έχει ερυθρό - λεποκαρύου με μεταλλικές ανταύγειες. Λεπτότερος και στιλπνότερος από τον Ιταλικό, ήταν ό πηλός τής Αττικής, πού βρίσκομε σε πολλά εισαχθέντα αγγεία. Ήσαν, φυσικά, αγγεία οικιακής χρήσεως, πού ‚προορίζονταν για κρασί, μέλι, κριθάρι, γάλα, σιτάρι, προϊόντα κτηνοτροφικά. Σήμερα τα ξαναβρίσκομε άφθονα στους τάφους μαζί με άλλα αντικείμενα. Είναι τα «κτερίσματα»: αγγεία και αμφορείς πού περιείχαν τα αναγκαία τρόφιμα για την καθημερινή ζωή, όπλα, αναθηματικά ειδώλια, καθρέπτες, περιδέραια, αρώματα, σκουλαρίκια, χρυσά διαδήματα, δακτυλίδια με πολυτίμους λίθους, μόρα, βραχιόλια κ.ά.
«Μέσα σ’ αυτό», λέει ό οδηγός τού Μουσείου τού Μεταποντίου δείχνοντας ένα έξοχο μπρούτζινο βραχιόλι, «βρέθηκε το κόκκαλο τού χεριού». Στο Μουσείο τού Τάραντος, το οποίο φιλοξενεί το απέραντο αρχαιολογικό υλικό πού ανακαλύφθηκε στο παρελθόν και πού διαρκώς έρχεται στο φως κατά τις εκσκαφές για την θεμελίωσι νέων κτιρίων—ή «νέα πόλις» τού Τάραντος υψώνεται στην περιοχή που καταλαμβάνει ή αρχαία νεκρόπολις—φυλάσσεται ό σκελετός ενός περιφήμου αθλητού τού τέλους τού 6ου αιώνος π.Χ., τού Ίκκου, πού ανασυνετέθη μέσα στην σαρκοφάγο στην οποία βρέθηκε. Στο πλάι του τοποθετήθηκαν οι τρεις μεγάλοι Παναθηναϊκοί αμφορείς πού είχαν ταφή μαζί του.
Ο τάφος ανακαλύφθηκε στον Τάραντα το 1956, κατά την διάρκεια των εκσκαφών για τα θεμέλια ενός κτιρίου. Η παρουσία των Παναθηναϊκών αμφορέων—εκείνων δηλαδή πού δίνονταν ως βραβείο στους αθλητάς για την νίκη τους στους αγώνες, όπως σήμερα τα κύπελλα και τα μετάλλια—απέδειξε ότι βρισκόμαστε μπροστά στα λείψανα τού ονομαστού αθλητού. Οι αμφορείς είναι διακοσμημένοι, στην μιά πλευρά, με σκηνές πού παριστάνουν τα αθλήματα στα οποία διέπρεπε ό Ίκκος: στον δρόμο και στην πάλη• στην άλλη με την παράστασι τής πολεμικής Αθηνάς. Η συλλογή κεραμικών στο μουσείο τού Τάραντος είναι πλουσιώτατη: πενήντα χιλιάδες περίπου αγγεία, εκτός φυσικά από τα γλυπτά, τα ψηφιδωτά, τα νομίσματα, τα κοσμήματα. Ακόμη και οι αποθήκες είναι γεμάτες αγγεία πού μόλις ανακαλύφθηκαν και εξασφαλίσθηκαν από την απληστία των «τυμβωρύχων»,
Όπως στην φαραωνική Αίγυπτο, έτσι και στην Μεγάλη Ελλάδα ή δραστηριότης τους ήταν και είναι πολύ μεγάλη. Στον Τάραντα οι τάφοι έρχονται συχνά στο φως—όπως έχει λεχθή—κατά τις εκσκαφές για νέα θεμέλια. Καμμιά φορά οι ίδιοι οι εργάτες, όταν επισημάνουν ένα τάφο, αρπάζουν αμέσως το περιεχόμενο τής σαρκοφάγου: ό σκελετός πωλείται στους φοιτητάς τής Ιατρικής, τα σκεύη, τα χρυσαφικά, τα όπλα, καταλήγουν στους κλεπταποδόχους.
Κοντά στο λαθρεμπόριο αυτό, ευημερεί και ή βιομηχανία των πλαστών. Η μέθοδος για να εξακριβωθή αν ένα αγγείο είναι γνήσιο είναι αρκετά απλή. Την εξήγησε ό Γκασπάρε Λ’ Επισκόπια, ό προϊστάμενος τής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας τού Μεταποντίου, πού παρακολουθεί από χρόνια τις ανασκαφές στην Μεγάλη Ελλάδα.
Τα αγγεία πού βρίσκονται στις σαρκοφάγους, απαλλάσσονται από τα επιστρώματα πού απέκτησαν μετά από παραμονή τόσων αιώνων μέσα στην γη, και έπειτα, για να καθαρισθούν εντελώς, τα βυθίζουν σε διάλυμα νερού και υδροχλωρικού οξέος (δύο μέρη νερού και ένα οξέος) επί μερικές ώρες. Αν το αγγείο είναι γνήσιο, από την στιγμή πού θα πέσουν τα τελευταία επιστρώματα οι ζωγραφικές παραστάσεις εμφανίζονται ανέπαφες και τα χρώματα λαμπρά. Αν, αντίθετα, το κομμάτι είναι πλαστό, οι εικόνες αποχρωματίζονται, έπειτα εξαφανίζονται και παραμένει ό γυμνός πηλός. Ας περιγράψωμε, όμως, με λίγα λόγια την τεχνοτροπία των αρχαίων αυτών αγγείων. Οι τρεις κυριώτερες σχολές τής ελληνικής αγγειογραφίας πήραν τις ονομασίες τους από τον τόπο στον οποίο ήκμασαν. Η Κορινθιακή Σχολή, πού εμφανίσθηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. στην Κόρινθο, έδρασε όλο τον 7ο αιώνα π.Χ. και έσβησε τον 6ο. Το χαρακτηριστικό της είναι οι μαύρες μορφές σε επιφάνεια σχεδόν λευκή. Απεικονίζονται κυρίως ζώα και γεωμετρικά σχέδια, ενώ οι ανθρώπινες μορφές σπανίζουν. Η Λακωνική Σχολή ήκμασε στην Σπάρτη από το 700 ως το 350 π.Χ. Έφθασε στο απόγειό της από το 600 ως το 550 π.Χ., όταν τα αγγεία και οι αμφορείς πού κατασκεύαζαν οι Σπαρτιάτες τεχνίτες εξήγοντο στην Μεγάλη Ελλάδα. Τα αγγεία τής Λακωνικής Σχολής ήσαν και αυτά διακοσμημένα με μορφές μαύρες, γεωμετρικά σχέδια και σχέδια ζώων σε υπόλευκη επιφάνεια. Τυπική ήταν ή διακόσμησις με καρπό ροδιάς. Πολύτιμα ευρήματα, εισαχθέντα ή ντόπια, βρέθηκαν στην Εγνατία, πόλι σημαντική και λιμάνι, όχι μακριά από το σημερινό Μπρίντιζι.
Η σημαντικώτερη, όμως, από τις ελληνικές σχολές ήταν ή Αττική, πού άρχισε να κυριαρχή στις αγορές τής Ιταλίας από τα μέσα τού 6ου αιώνος π.Χ. Τα αγγεία ήσαν κατασκευασμένα από λεπτότατο πηλό, στιλπνό, με χρώμα ερυθράς πλίνθου, διακοσμημένα με μορφές ανθρώπων και ζώων σε μαύρο χρώμα. Ο ρυθμός αυτός, ό λεγόμενος ακριβώς «μελανόμορφος», διήρκεσε ως το 530 περίπου π.Χ., οπότε οι Έλληνες αγγειογράφοι εδημιούργησαν τον λεγόμενο «ερυθρόμορφο» ρυθμό.
Ενώ, δηλαδή, πρώτα οι μορφές ζωγραφίζονταν με μαύρη βαφή στην κόκκινη επιφάνεια τού πηλού, στην δεύτερη περίπτωσι, ό αγγειογράφος ζωγραφίζει τις παραστάσεις αντιστρόφως, δηλαδή, επάνω στην κόκκινη φυσική επιφάνεια τού αγγείου εχάραζε ελαφρά, αλλά προσεκτικά την σκιαγραφία τής παραστάσεως. Ύστερα εγέμιζε την γύρω επιφάνεια με μαύρη βαφή, ώστε το βάθος τής εικόνας γινόταν μαύρο. Τις λεπτομέρειες απέδιδε με τον χρωστήρα και με μαύρη βαφή. Επομένως, στα εισαχθέντα αγγεία συναντώνται μαύρες μορφές τού 6ου αιώνος π.Χ. και ερυθρές τού 5ου.
«Η ιταλιωτική τέχνη, κατά μίμησι τής αττικής τέχνης τού 5ου αιώνος», λέει ό καθηγητής Φελίτσε Τζίνο Λό Πόρτο, Έφορος Αρχαιοτήτων τής Απουλίας και μιά από τις μεγαλύτερες αυθεντίες τής Ιταλίας γύρω από την αρχαιολογία τής Μεγάλης Ελλάδος, «έχει ερυθρές εικόνες σε μαύρο βάθος. Οι εικόνες είναι κάποτε ρετουσαρισμένες με λευκό χρώμα, ιδίως στα γυμνά μέρη τού γυναικείου σώματος, για να υπογραμμίζεται ή λεπτότης τής σάρκας. Ή Ιταλιωτική, όμως, κεραμική είναι λιγώτερο σημαντική από την πρωτότυπη ελληνική. Στα ιταλιωτικά αγγεία διακρίνονται τρεις ρυθμοί, τρεις τόποι προελεύσεως: Απουλία, Λευκανία και Καλαβρία. Τα προϊόντα αυτά τής αγγειοπλαστικής ξεχωρίζουν, εκτός των άλλων, από τα διαφορετικά σχήματα, τις διαστάσεις και, κυρίως, τον τύπο τού πηλού. Η Ιταλιωτική τέχνη είναι επηρεασμένη σχεδόν πάντοτε από την Αττική Σχολή, σπανίως από την Κορινθιακή και την Λακωνική.
Τα πρωτοϊταλιωτικά αγγεία, δηλαδή τα αρχαιότερα πού κατασκευάσθηκαν στην νότια Ιταλία, στην Λευκανία εν γένει, χρονολογούνται από τις τελευταίες δεκαετίες τού 5ου αιώνος π.Χ. ως τις πρώτες τού 4ου αιώνος. Οι επικεφαλής τής σχολής για τούς οποίους έχομε πληροφορίες ήσαν ό «γραφεύς τού Αμύκου», ό «γραφεύς τού Σαρπηδόνος» κ.ά. Αξιόλογα έργα τους υπάρχουν στο Μουσείο τού Τάραντος. Τα αρχαιώτερα αγγεία είναι γενικά μεγάλων διαστάσεων, κυρίως κωδωνοειδείς κρατήρες και κρατήρες οξύβαφα.
Τα αρχαιότερα από αυτά τα ευρήματα βρέθηκαν σε αφθονία, εκτός από τον Τάραντα, στην νεκρόπολι τού Μεταποντίου. Κατά τον ιστορικό τού 4ου μ.Χ. αιώνος, Ευσέβιο, το Μεταπόντιο ιδρύθηκε το 773 στην πεδιάδα μεταξύ των ποταμών Μπασέντο και Μπραντάνο. «Μεταπόντιο» πράγματι σημαίνει: «μεταξύ δύο ποταμών». Η παράδοσις, πού αναφέρεται από τον Στράβωνα (τον ιστορικό και γεωγράφο πού γεννήθηκε το 63 π.Χ.), αποδίδει την ίδρυσι στους Πυλίους υπό την αρχηγία τού Νέστορος, στους Αχαιούς τής Βορείου Πελοποννήσου, στους Φωκείς και στον Αχαιό Λεύκιππο.
Χάρις στο εύφορο έδαφός του, το Μεταπόντιο ήταν αγροτική αποικία και, πράγματι, στην οπισθία όψι των νομισμάτων (1200 περίπου τεμάχια, πού φυλάσσονταν στο Αρχαιολογικό Μουσείο τού Μεταποντίου, εκλάπησαν το 1971) παριστάνεται στάχυς σιταριού. Όπως αποδεικνύουν τα επιγραφικά στοιχεία, το αλφάβητο τής πόλεως ήταν αχαϊκό.
Η ανάπτυξις τής πόλεως έφθασε στο κατακόρυφο ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες τού 6ου αιώνος π.Χ., εποχή κατά την οποία κτίσθηκαν οι ναοί. Τον 5ο αιώνα στο Μεταπόντιο κατέφυγε ό Πυθαγόρας, πού εξορίσθηκε από την Κρότωνα, και εγκατέστησε εκεί την σχολή του. Η τύχη τής πόλεως ήταν, διά μέσου των αιώνων, πολυκύμαντη. Τέλος παρήκμασε αφού λεηλατήθηκε και καταστράφηκε κατά την επανάστασι τού Σπάρτακου (73 π.Χ.). Όμως, ακόμη και το 50, ό Κικέρων επισκέφθηκε στην πόλι το σπίτι τού Πυθαγόρα και προσκύνησε τον τάφο του.
Από την πόλι, πού είχε έκτασι αρκετών χιλιομέτρων, ίσως και δέκα, απομένουν τα ερείπια τού ναού τού Λυκείου Απόλλωνος, ερείπια ενός θεάτρου, μιάς καμίνου, και ίχνη ενός λιμανιού, πού βρίσκεται τώρα στην ξηρά λόγω των προσχώσεων.
Τρία περίπου χιλιόμετρα έξω από τα τείχη τής πόλεως στα δεξιά τού Μπραντάνο, βρισκόταν ό ναός των Τάβολε Παλατίνε. Σώζονται όρθιοι πέντε κίονες από την μιά πλευρά και δέκα από την άλλη, πού σήμερα υψώνονται στην μέση μιάς πεδιάδος με τριφύλλι. Ο ναός, δωρικού ρυθμού, ανάγεται στα τέλη τού 6ου αιώνος π.Χ. Είχε έξη κίονες στις προσόψεις και δώδεκα στις μακρινές πλευρές του και, όπως αναφέρει ένα απόσπασμα επιγραφής σε πέτρα, ήταν αφιερωμένος στην θεά Ήρα.
Η ονομασία Τάβολε Παλατίνε προέρχεται από ένα μεσαιωνικό θρύλο που συσχετίζει τον ναό με τούς ιππότες τού Καρλομάγνου σε αγώνα με τους Σαρακηνούς. Ονομάζεται επίσης ναός τής Σχολής τού Πυθαγόρα.
Διαφορετική αντίθετα είναι ή προέλευσις τής Ηρακλείας, τής οποίας λείψανα βρίσκονται κοντά στο κατοικημένο Πολύκορο, στην επαρχία Ματέρα, και πού έδωσε ενδιαφέροντα αρχαιολογικά ευρήματα.
Η πόλις, όπως λέει ή ονομασία της, ήταν αφιερωμένη στον Ηρακλή και ιδρύθηκε, κατά τον Στράβωνα, το 433 π.Χ. ως αποικία τού Τάραντος, από τον οποίο παρέμεινε πάντοτε πολιτικά εξαρτημένη και από τον οποίο είλκε γλώσσα και θεσμούς.
Η πόλις έχει έκτασι δυό χιλιομέτρων περίπου. Ως τώρα, όμως, έχει έλθει στο φως μόνο ένα μικρό τμήμα τής Ηράκλειας, λιγώτερο από το ένα τρίτο. Εκ πρώτης όψεως, τα ερείπια εμφανίζονται σαν ένας σωρός από γκρεμισμένους τοίχους. Έπειτα, βαθμιαία, ξεχωρίζουν σε εκείνους τούς τοίχους τα χωρίσματα δωματίων, διαδρόμων, πύλες, κιονόκρανα, τεράστιες υδρίες βυθισμένες στο έδαφος: βουβές μαρτυρίες μιάς ήσυχης καθημερινής ζωής, πού έχει σβήσει πια.


GRAZIA AMBROSIO

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τεύχ. 65, Νοέμβριος 1973.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com