ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ


ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ
(μέσα από μια εικαστική ματιά)

«ΞΥΛΙΝΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ»

Καθαροδευτέρα, δρώμενη τριλογία με φαλλοφόρια, κούλουμα, χαρταετούς. Ο γιορταστές τραγουδάνε:

«Έφυγεν η Αποκριά,
με γλέντια, με παιγνίδια,
κι εμπήκεν η Σαρακοστή
μ’ ελιές και με κρομμύδια».

Αντιφώνημα από τον άλλο χορό:

«Τ’ ακούτε τι παρήγγειλεν,
η Καθαρή Δευτέρα;
Πεθαίν’ ό κρέος, πέθανε,
ψυχομαχάει ό Τύρος,
σηκώνει ό Πράσος την ουρά
κι ό Κρέμμυδος τα γένια».

Και παίρνει την απάντηση:

«Εψώφησε ό Λουκάνικος,
ψυχομαχάει ό Τύρος,
κι η Βρούβα, η παλιόβρουβα,
στέκεται στην καβάλα,
να πέσει στην τσουκάλα».


Κι ή Αποκριά, πού παρομοιάζεται με γριά, τ’ ακούει:

«Μωρή γριά κατσικομούρα,
κατσουφλιάρα και καμπούρα
μέσ’ τον Άδη κατεβαίνεις
κι άντρ’ ακόμα μάς γυρεύεις;;;
— Να ψυχομαχώ στο στρώμα,
άντρα θα γυρεύω ακόμα…»

Και για το μασκαρά μοιρολογάνε:

«Μουτζούρη τον επήγανε,
μουτζούρη τον εθάψανε
και γράφανε στην άκρη:
Εδώ κοιμάται ήσυχα,
ένας μεγάλος φουκαράς,
πού η δουλειά τον ήτανε
να είναι μασκαράς,
μια φορά το χρόνο, μόνο!»

Ο φαλλοφόρος εξακολουθεί να παινεύει την Αποκριά:

«Το βρακί σου έχει τρύπα,
κι από μέσα τρέχει γλύκα...»

Στην παλιά Μεγάλη Ελλάδα, στη σημερινή Νότια Ιταλία, όπου οι ελληνικές αποικίες από την αρχαιότητα, στον Τάραντα, καθώς γυρίζανε οι ψαρότρατες τα ψαροκάικα από το Ιόνιο πέλαγο, προσπερνούσανε το φρουρημένο νησάκι στη μπούκα και μπαίνανε στο πόρτο, πριν λιμανοδέσουνε, γλάροι πετούσανε από πάνω τους και ξεφωνίζανε. Ανάμεσά τους ένας μεγαλόγλαρος, σαν αυτούς τούς ωκεανίσιους άλμπατρος με σωληνένια ρουθούνια. Ήτανε το «ξύλινο περιστέρι», ό σημερινός χαρταετός την Καθαροδευτέρα, πού πρώτος έφτιαξε ένας σπουδαίος Έλληνας επιστήμονας ό Ταραντίνος Αρχύτας και πρωτοπέταξε στον αγέρα τον 5ο αιώνα π.Χ., κι όχι αυτός πού λένε πώς μάς ήρθε από την Άπω Ανατολή, την Ιαπωνία, την Κίνα, την Ινδονησία, την Κορέα. Αυτές οι χώρες πήρανε το χαρταετό από τον Τάραντα και τον ξαπλώσανε σ’ όλο τον κόσμο, γιατί είχανε μάθει να φτιάχνουνε χαρτί.
Παρατήρησα στο φίλο μου Ταραντίνο πώς στο νησί μου την Λέσβο, είχαμε στην αρχαιότητα, άγνωστη εποχή, κάποιο σπουδαίο μουσικό Αρχύτα. Τον μνημονεύουν ό Διογένης Λαέρτιος κι ό Αθήναιος, πού τον Χαρακτηρίζει «αρμονικό». Έγραψε βιβλίο για τη μουσική, όπου χαρακτήριζε το λυρικό ποιητή από τις Σάρδεις Αλκμάνα (7ος αιώνας π.Χ.), σαν αρχηγό στα «ερωτικά μέλη».
Κι ό φίλος μου με πληροφόρησε πώς ο Ταραντίνος Αρχύτας, πού πρώτος έφτιαξε και πέταξε χαρταετό ήτανε φιλόσοφος και σπουδαίος πυθαγόρειος μαθηματικός, πολιτικός και στρατηγός. Ο Ταραντίνοι τόνε θαυμάζανε για το ήθος και τις αρετές του, γι’ αυτό τόνε διαλέξανε στον Τάραντα εφτά φορές στρατηγό-κυβερνήτη, παρόλο πού ό νόμος δεν επέτρεπε να κρατά κάποιος αυτό το αξίωμα περισσότερο από ένα χρόνο. Για τη ζωή και τα έργα του γράψανε πραγματείες ό Αριστοτέλης κι ό Αριστόξενος, κι ήτανε φίλος με τον Πλάτωνα. Υπήρξε ό σημαντικότερος ερευνητής σε θέματα ακουστικής στην αρχαία Ελλάδα. Έτσι, ανακάλυψε πώς το ύψους πού έχει ό τόνος στον ήχο εξαρτιέται από την ταχύτητα πού δίνουν οι δονήσεις στον αέρα και όρισε αριθμητικά τις σχέσεις στους τόνους και στα τρία γένη.
Όμως, η παράδοση τον έχει πρώτο αερομοντελισή, αφού έφτιαξε το «ξύλινο περιστέρι», το σημερινό χαρταετό, πού πετούσε με κάποιο δικό του μηχανισμό. Πρώτη πηγή αναφέρει το Χαρταετό—περιστέρι να κατασκεύασε ό Αρχύτας είναι ένα κείμενο πού έγραψε ό Φαβορίνος, φιλόσοφος και σοφιστής (2ος μ.Χ. αι.). Έχει παραφράσει ό Αϋλος Γέλλιος στις «Αττικές Νύχτες».
Στα Καθαροδευτεριάτικα λαϊκά «δρώμενα» την πιο σημαντική θέση έχει ό χαρταετός, πού φτιάχνεται σε διάφορα σχήματα, χρώματα, θέματα, όπως αθλητικές ομάδες, πουλιά, πεταλούδες, ψάρια, δράκοντες, Ικάρους Δαίδαλους, αφού κι αυτοί πρωτοπετάξανε με τα κέρινα φτερά τους, Κι ακούγονται κραυγές παιδικές και μεγαλόστομες, όπως «Αμόλα καλούμπα, κάνε κεφάλι, μάζεψε κοιλιά», με μαγικές, εξορκιστικές και θρησκευτικές ιδιότητες.
Εξόν από χαρταετός, αυτό το θαυμάσιο παιχνίδι με τα χάρτινα πετούμενα στον συριανό την Καθαροδευτέρα, έχει κι άλλα ονόματα: σαγίτα, ψαλίδα, άστρο, φωτοστέφανο, πύραυλος, τσερκένι στη Σμύρνη παλιά, πουλία στον Πόντο, ουτσουρμά στην Κωνσταντινούπολη, φύσουνας στα Εφτάνησα, πετάκι στη Θράκη, εξωγήινος, διαστημόπλοιο και άλλα. Γνωστά εργαστήρια στην περιοχή Αττικής, πού κατασκευάζουν εκατοντάδες χαρταετούς και προμηθεύουν τούς πωλητές είναι ό Κώστας Κανίτης, στον Περισσό, ό Θανάσης Βαλσάμης, στη Νέα Ιωνία, κι ό Θοδωρής Θεοδόσιος.
Σε μερικούς τόπους γίνονται αερομαχίες με χαρταετούς και διαγωνισμοί στα σχήματα, στα χρώματα και στα θέματα, όπως στο Γαϊδαρανίφορο, στη Μυτιλήνη από την τοπική Περιηγητική Λέσχη, όπου ό Γιώργος Μαλακός παρουσιάζει κάθε χρόνο απίθανους χαρταετούς και κερδίζει βραβεία, στην Πάρνηθα, στην Κυνόσουρα, στη Σαλαμίνα, στις Σέρρες, από τη Δημοτική Επιχείρηση για την Πολιτιστική Κοινωνική Ανάπτυξη και αλλού.
Για τις αερομαχίες μαστορεύουνε ξυραφάκια στο κεφάλι και καθώς κάνει «κολοτούμπες» ό χαρταετός στον αέρα να κόβει την «καλούμπα» στους άλλους και να πέφτουνε χάμω. Για Τα μαγικά κι εξορκιστικά του, γράφουνε πάνω στο χαρταετό αρρώστιες, επιδημίες και συμφορές, για να τις πάρει και να τις πετάξει ψηλά-αλάργα. Τοποθετούνε φλογέρες, σφυρίχτρες, κουδούνια, καλάμια, σιδηροσωλήνες, για να σφυρίζουνε και να διώχνουνε τα κακά πνεύματα. Στο θρησκευτικό «δρώμενο» πετάνε όλοι μαζί την ίδια στιγμή, τούς χαρταετούς, σα δέηση προς τον ουρανό-Θεό, και ψέλνουνε θρησκευτικά τροπάρια, όπως το «Χριστός Ανέστη», αφού μπαίνουνε στη Σαρακοστή και απαντέχουνε την Ανάσταση.
Στον Τάραντα το «ξύλινο περιστέρι» σφυρίζει γκρεκάνικα.
Όσο ταξιδεύω, θα μαθαίνω και θα εξιστορώ παραμυθένιο.

«Είμουνα κι εγώ εκεί
και μπελόνιαζα φακή,
πάνω σε μπαμπακερή κλωστή».


«Κριστέ μου, τίσε όριο Κριστέ μου... »

Χριστούγεννα «Γκρίκο» στη Μεγάλη Ελλάδα, στην Απουλία και Καλαβρία, στη Νότια Ιταλία, καθώς γεννιέται ό Χριστός στο «πρεζέπιο», στη φάτνη, τραγουδάνε στην εκκλησιά:
«Ε Μαντόνα εστέει γεννώντα
Τ’ ήρτε τ’ έντειφσε τ’ αστέρι
τσε τρεις μάγκοι ο κανονώντα
φέραν λίβανο τσε μύρα
φέραν λίβανο τσε Χρυσό».

«Η Παναγιά στάθηκε να γεννήσει
κι ήρθε τη φώτισε τ’ αστέρι
και τρεις μάγοι καθώς το βλέπανε
φέρανε λίβανο και μύρα
φέρανε λίβανο και Χρυσό».

Για τούς Έλληνες στη Μεγάλη Ελλάδα τα Χριστούγεννα είναι τρανογιορτάδα, κι από μέρες ετοιμάζουνε φαγητά και γλυκίσματα, όπως «πλουτάρια» στο Γκαλλιτσανό, στην Καλαβρία, παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο γλυκό, και «πετράλια έναι τα γκλυκά χριστογκεννητικά, γκεναμένα με ένα τζυμώμα με μέλι, αλεύρι, αμύνταλα, κότζουλα, σταφύλια ξερά», πετράλια είναι γλυκά χριστουγεννιάτικα, γινομένα με ένα ζύμωμα με μέλι, αλεύρι, αμύγδαλα, καρύδια, σταφύλια ξερά (σταφίδες), σύκα ξερά και μανταρίνια. Πολύ νόστιμα χριστουγεννιάτικα γλυκά τα «πετράλια» στο Γκαλλιτσανό, τη «γκρεκάνικη» Ακρόπολη στη Μεγάλη Ελλάδα με ελληνική γλώσσα πού μιλιέται πάνω από δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
Τα Χριστούγεννα θα ξεπεταχτούνε τα βλαστάρια από τούς σπόρους, κριθαριού και φακής, πού σπαρθήκανε σε γλάστρες, για να φέρουνε ευτυχία κι ευφορία στο σπιτικό. Είναι
το πανάρχαιο έθιμο λατρευτικό, οι «Αδώνιδος κήποι», επιβίωμα της αρχαίας λατρείας τού Άδωνη, πού φέρνει την «καλοχρονιά». Αλλά δεν ανάβουνε το τζάκι τα Χριστούγεννα, όταν η οικογένεια έχει πένθος, από κοντινή κηδεία, για να μην ταραχτεί και λυπηθεί η ψυχή κι αναστενάξει ο αποθαμένος.
Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι έχει πολλά και διάφορα φαγητά, πού τα γεύονται την παραμονή, πριν πάνε στην εκκλησιά. Ταγίζουνε και τα ζωντανά τους, για να φχαριστήσουνε και να μην παραπονεθούνε στο Χριστό, και τ’ αποφάγια τ’ αφήνουνε στο τραπέζι, για να τα φάνε ο ψυχές από τούς αποθαμένους.
Τα χριστόψωμα λέγονται «πιτούλες», μικρές πίτες σε διάφορα σχήματα. Με τα «πλουτάρια» και τα «πετράλια» στολίζουνε το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Αναπαρασταίνουνε τα σχολιαρόπαιδα τη «Γέννηση τού Χριστού», σε φάτνη με άχυρα και σιταροκριθαροκαλαμιές,
αρνάκια, κατσικάκια, με τούς τρεις Μάγους, τούς βοσκούς, πού φέρνουνε στο νιογέννητο Χριστό διάφορα προϊόντα
από τη γη, ντομάτες, πατάτες, πορτοκάλια, μήλα, αχλάδια, λαχανικά, ψωμί σπιτίσιο στο φούρνο με ξύλα, μέσα σε καλάθια και πανέρια, ντυμένοι με χιτώνες, χλαμύδες, και κεφαλόδεσμους με ζωνάρι στο κεφάλι. Η Παναγιά βαστά στην αγκαλιά της το νιογέννητο Χριστό κι ακούει τα «γκρεκάνικα» χριστουγεννιάτικα κάλαντα, τη «Στρίνα»:

«Άρτε πού έστασ στην ώρια μασαρία
βλογώ τη πόρτα με το λιμπιντάρι,
βλογώ τη μόνα μ’ όλα τα παιντιά
τσι απόι το τσούρη πόναι ο τζενεράλη.
Απόι ιβώ βλογώ τας το μερτσάλι
τη κάτσα, τη σκουντέddα, το ρουδούλι.
Ήρταμο να σάς φέρουμε
τη Στρίνα
Κορλιάνα».

Μεταγλώττιση:

«Τώρα πού έφτασα στο ωραίο χωράφι
βλογώ την πόρτα με το κατώφλι,
βλογώ τη μάνα μ’ όλα τα παιδιά
κι απέ τον κύρη πού ‘ναι ο τζενεράλη (αρχηγός στο σπίτι).
Απέ εγώ βλογώ και το τσαπί,
το σουρωτήρι, τη σκάλα το τυροχτυπητήρι.
Ήρθαμε να σάς φέρουμε
τη Στρίνα
από τη Κορλιάνα... ».

Νανούρισμα για το νιογέννητο Χριστό, πού ψάλλεται στην εκκλησιά Χριστούγεννα μεσάνυχτα. Χριστουγεννιάτικο παρεκκλησιαστικό τραγούδι από «λαϊκή» λειτουργία, στην Καλαβρία.
Στην έντεχνη ποίηση «Γκρίκο», πού δημοσίευσε στον τόμο «La Poesia Grica» ο φίλος μου Αντόνιο Άνκορα, βρίσκουμε πολλά ποιήματα «γκρεκάνικα», αφιερωμένα στο νιογέννητο Χριστό.
Ο Ερνέστο Απρίλε από την Καλημέρα παρακαλεί:

«Κριστεμούddι
Τίσε όριο, Κριστεμούddι,
πόσο, πόσο εβό σ’ αγκαπόβο!
Εσού κέκκι κούνντου μένα
εβό πάντα στέο μα Σένα.
Κέ ίου μάι κανέ κακόβο
ε μμού πέττι πλέον αμμπρόβο!»

Μεταγλώττιση:

«Χριστούλη μου
Πόσο είσαι ωραίος, Χριστούλη μου,
πόσο, πόσο εγώ σ’ αγαπώ.
Εσύ μικρούλης σαν κι εμένα,
εγώ πάντα είμαι με Σένα,
Κι έτσι ποτέ κανένα κακό
δε μου πέφτει πλέον εμπρός!»

Ο Τζιόρτζιο Φιλιέρι, από τη Γκαλατίνα (Λέτσε), στο ποίημά του «Ο προατάρι», «Ο προβατάρης» γράφει:

«Μόττε ιμπέννι ςο γκραττάτσι
ιλέι νάν όρργιο ππατιριμό,
πρακαλί το Μπομπινάτσι,
τι Μμαddόννα, το Τεό»

Μεταγλώττιση:

«Όταν μπαίνεις στο κρεβατάκι
λες ένα ωραίο Πατερημώ
παρακαλείς το μικρό Χριστούλη
την Παναγιά, το Θεό».

Η Μαρία Γκράσι, από το Κοριλιάνο ντ’ Ότραντο, γράφει το ποίημα «Πρακαλό», «Παρακαλώ»:

«Κριστέ μου ντά μμου φόρζα
να πάο να πολεμίσο
Κριστέ μου ντά μμου φόρζα
να πάο κέ να γκιουρίσο.
Κριστέ μου ντά μμου αγκάπι
ίαι ν’ αγκαπίσω όλου
κέ πάντα να με τορίσι
να γκελάσο όλου τούς κχρόνου.
Α σε γκιουρέο ποddι
φόνασο ι Ματόννα,
κα ι μάνα ντέ πενζέι
κέ αμμπραζζόνι το φορτί
ίαι ιζζέρι κα γκιουρέο
τικανένε ιαί το πεντί».

Μεταγλώττιση:

«Χριστέ μου δός μου δύναμη
να πάω να πολεμήσω (δουλέψω)
Χριστέ μου δός μου δύναμη
να πάω και να γυρίσω.
Χριστέ μου δός μου αγάπη
όλους για ν’ αγαπήσω
και πάντα να με βρίσκουν
να γελώ όλα τα Χρόνια.
Αν σου γερεύω πολλά
φώναξε την Παναγιά,
γιατί μάνα δε σκέφτεται
κι αρπάζει το φορτίο
γιατί ξέρει πώς γυρεύω
όλα για το παιδί».

Και ξανά η Μαρία Γκράσι, στο ποίημά της «Ο Μπομπινάτσι» τραγουδά στα «γκρεκάνικα» το «Χριστούλη»:
«Έμπα ασατία ασατία
κα μπλόννι ο Μπομπινάτσι,
μα ιβαστά ανιτά τα ττία
να κούσι κίνο κα λένε τα πεντία.
Μοστέ ικούι κα ντε πάνε ις ιγκλισία,
ιγκλέι μα ε ττό κούνε μαγκά
μοττέ ικούι κα λένε τιν Άβε Μαρία,
ασκόννι το κόκκαλο κε κχελά.
Ένε όλο κχαρούμενο, ιαί πιστέι
κα εν έχι μπλέο Γκιουντέι,
να τον βάλουνε ις ο στραβό,
ιαι αγκαπούνε το Κριστό».

Μεταγλώττιση:

«Έμπα σιγά σιγά
γιατί κοιμάται ό Χριστούλης,
μ’ ανοιχτά τ’ αφτιά
ν’ ακούσει κείνο πού λένε τα παιδιά.
Όταν ακούει πώς δεν παν στιν εκκλησιά
κλαίει μα δεν τον ακούνε πια.
Όταν ακούει να λένε Χαίρε Μαρία
σηκώνει το κεφάλι και γελά.
Είναι όλο χαρούμενο, γιατί πιστεύει
πώς δεν έχει πια Ιουδαίους,
να τον βάλουν στο σταυρό,
γιατί αγαπούνε το Χριστό».

Ο Καλαβρέζοι «γκρεκάνικα» ξεχωρίζουνε τη χριστουγεννιάτικη οικογένεια:

«Μόνα, πατέρας και γιος
κάνουν να γελάει ό Χριστός».

«Παναγιά Ελλάδας» στο Ασπρομόντε

Η «Παναγιά της Ελλάδας» λατρεύεται, τιμάται και πανηγυρίζει στις βουνοπλαγιές Ασπρομόντε, στην ιταλική Καλαβρία, στο χωριό Γκαλλιτσανό, πού χαρακτηρίστηκε «Ακρόπολη της Μεγάλης Ελλάδας» επειδή βαστά ακόμα τις αρχαίες ελληνικές δωρικές παραδόσεις, τον πολιτισμό, την ελληνική μνήμη στις τέχνες.
Τα ερείπια από το παλιό ελληνικό μοναστήρι βρίσκονται στο βουνό Γκαλλιτσανό, πού λέγεται Ελλάδα, και κει η μικρή εκκλησιά αφιερωμένη στην «Παναγιά της Ελλάδας». Με απόφαση από το δήμο Κοντοφουρίου δόθηκε σε αγιορείτες μοναχούς, πού ‘χουνε το μοναστήρι για τον Άη Γιάννη το Θεριστή στο Μπιβόντι. Ο νάρθηκας ακουμπά στο βουνό, στο φυσικό βράχο. Πάνω από την είσοδο χτίστηκε σηκός, πρόναος, με το εικόνισμα, προσκυνητάρι για την Παναγιά.
«Η εικόνα τής Πατρούνα της Ελλάντα είναι μικρή (21χ30 εκ.) τσε της εφέρασε με λειτανία από την πλατεία τού χωρίου τσε επέραε από το Κάνναλο της Αγκάπη μέχρι την ανγκλησία εγκαινιατζομένη από τον μετροπολίτα ορθόδοξο τής Ιταλίας Κ. Κ. Γκεναδίου, στο 18 του Φλεβαρίου 1999. Η εικόνα τής Παναγκία γκέρεψε από το άκοπτον κρυσαφικό της εικόνα (σύμβολο της αφταρσία του φωτός τού Θεού). Η Πατρούνα τυλιμμένη με ένα πρόσχημα κόκκινο κρατεί το παιδάτσι Τζεσού. Το ιμάτι το Τζεσού, σε χρώμα λευκό, μας συνέρχεται την μέρα τού εγκαινιασμού την αγκλησία τσε τη αγκλησία έναι γκεναμένη με τες προσφορές των προσκυνητών τής Ελλάντα. Από τα παλαία σπιτούτσια, τη περικλείβουσι την αγκλησία, γκαίρετε το κωδωναστάσιον άγκλα».
«Η εικόνα της Παναγίας της Ελλάδας είναι μικρή (21χ30 εκ.) και τη φέρανε με λειτανία από την πλατεία τού χωριού και την περάσαν από την Πηγή τής Αγάπης ως στην εκκλησία, εγκαινιαζομένη από τον ορθόδοξο μητροπολίτη Κάτω Ιταλίας Γεννάδιο, στις 18 Φλεβάρη 1999. Η εικόνα τής Παναγίας ξεχωρίζει από το ολόχρυσο φόντο της (σύμβολο της αφθαρσίας τού φωτός τού Θεού). Η Παναγία τυλιγμένη μ’ ένα κόκκινο μαντίλι, κρατά το παιδάκι Ιησού. Το φόρεμα τού Ιησού σε χρώμα λευκό, συμβολίζει τη θεότητα τού Θεού. Ένα μάρμαρο θυμίζει τη μέρα τού εγκαινιασμού της εκκλησίας κι ότι η εκκλησία έγινε με τις προσφορές των προσκυνητών της Ελλάδας. Από τα παλιά σπίτια, πού περιτριγυρίζουν την εκκλησία, ξεχωρίζει το λιτό καμπαναριό».
Στην Καλαβρία, στη Μπόβα, λένε Αντιοτόκο, δηλαδή Αγία Θεοτόκος. Είναι σύνθετη λέξη, από το επίθετο αγία και το ουσιαστικό τιοτόκο-Θεοτόκος. Η λέξη υπάρχει και σε τοπωνύμιο στην περιοχή, όπου βρίσκονται ερείπια από μικρό ναό, στον 5ο αιώνα.
Στην Καλαβρία και ξανά στο Μπόβα λένε Απαναγία, δηλαδή Αγία Παναγία. Από το επίθετο αγία και το όνομα Παναγία. Η σύνθεση προήλθε από συνεκφορά: αγία Παναγία – ά Παναγία- Απαναγία. Και σε κάποιο τραγούδι:

«Κράdζονdα την άγιο Απαναγία
σε δαύτη τη τσυχή ρακ-κουμανdεg-gουω».

(Επικαλούμενος την αγία Παναγία,
σ’ αυτήν την ψυχή μου εμπιστεύομαι).

Η Αγία Μαρία ακούγεται στην Καλαβρία, στο Ροχούδι, στο χωρίο Ροχούδι και στη Μπόβα, στην Απουλία, στην Καλημέρα και στο Κοριλιάνο.
Στη γκρεκάνικη γλώσσα, στη Μεγάλη Ελλάδα, τραγουδάνε για την Παναγιά, την Αντιοτόκο, την Απαναγία, τη Μαρία, την αγία Μαρία:

Στην Καλημέρα:

«Έτ-του μάι τίσπω ν-νώρισε καμ-μία,
να τσέρει, κούνdου σένα, να μιλήσει
ουτ-την ώρια gλώσ-σα μ-μα, Μαρία,
και όλα τα τραούdια να ν-νωρίσει».

(Εδώ κανένας ποτέ δε γνώρισε καμιά,
να ξέρει, όπως εσύ, να μιλήσει
αυτή την ωραία γλώσσα μας Μαρία,
και όλα τα τραγούδια να γνωρίσει).

Στη Μπόβα, σε προσευχή:

«Ω Μαρία Μοd-dαληνή,
τι κιουμάσαι μοναχή;
— Εν gουμούμαι μοναχή,
έχω δώδεκα Ποστόλοι».

(Ω Μαρία Μαγδαληνή,
γιατί κοιμάσαι μοναχή;
— Δεν κοιμούμαι μοναχή
Έχω τούς δώδεκα Αποστόλους).

Σε ποίημα:

«Ες το κ-κόζμο πέα καρdία
στέει φσερή, dόντα έ Μαρία
εμέσ τόσ-σα κλάματα;»

(Στον κόσμο ποια καρδιά
μένει σκληρή, όταν δει την (Παρθένο) Μαρία
μέσα σε τόσα κλάματα;)

Στη Μπόβα:

«Ο Χριστό τα μελετάει,
Η Πατρούνα τα βλογάει».

(Ο Χριστός τα μελετάει,
η Παναγιά τα βλογάει).

Στη Μπόβα ξανά:

«Το βανgέλιο εν ανοιφτό,
τι το μελετάει ο Χριστό,
ο Χριστό το μελετάει
κι η Πατρούνα μας αυλογάει».

(Το ευαγγέλιο είναι ανοιχτό,
γιατί το διαβάζει ό Χριστός,
ό Χριστός το μελετάει
και 15 Παναγιά μάς ευλογάει).

Στον τόμο ποίηση «Γκρίκο», με ποιήματα από σύγχρονους ποιητές στη Σαλεντινή Ελλάδα, πού σύνθεσε ό φίλος μου γκρεκάνος Αντόνιο Άνκορα, ο ποιητής Άντζελο Σέρρα, από το Κοριλιάνο ντ’ Ότραντο, έγραψε το ποίημα «Η Μαντόνα του βροντή» για την Παναγιά:

«Η Μαντόνα τού βροντή»
Έι Μαντόνα τού βροντή,
ισού βρέχει, ισού κρατεί,
η φωνή-σσου να κουστεί
ίς πού πεττεί, ο τάννο να χασεί.

Άσκα, ώ Μαρία, ισού τη χέρα,
πάρε τα σύννεφα ά την αγέρα,
κι τα στρέματα σα λουμέρα,
να χασούνε ό νύττα ό μέρα.

Ισού, πρακάλισο το Κριστό
ν’ αβισίσει τους κριστιανό,
μόττε βρέχει να κάει ννερό,
κε ν’ άρτει πάντα ίαι καλό.

Όλο το χώμα να ποτίσει
σένζα τάννο ίς ό παΐσι,
όλο το γκένο-σου ί σύζζι ζήσει,
σε σου Μαντόνα μα ό αβισίσει.

Ίαι τουο ερκούμεστα ίς ινγκλισία,
να παρακαλούμε όλοι μία,
όλοι βουτόντι μί καρντία,
κι τίν ώρια Άβε Μαρία.
Άρτε εσού κουμπάτεζζο πα αμαρτία,
εμεί λέοντα επάμε, Γκεζού έ Μαρία».

Μεταγλώττιση:

«Η Μαντόνα της βροντής»
Ώ Μαντόνα της βροντής,
εσύ βρέχεις, εσύ κρατείς.
Η φωνή σου ν’ ακουστεί
εκεί όπου πέφτει, η ζημιά (το κακό) να χάσει.

Σήκωσε ώ Μαρία εσύ το χέρι,
πάρε τα σύννεφα απ’ τον αγέρα
κείνες οι αστραπές σαν την φωτιά
να χαθούνε ή νύχτα ή μέρα

Εσύ παρακάλα το Χριστό
να βοηθήσει τούς χριστιανούς
Όταν βρέχει να κάνει νερό,
και να ‘ρθει πάντα για καλό.

Όλο το χώμα να ποτίσει
δίχως ζημιά για το χωριό,
όλος ό κόσμος θέ να ζήσει,
αν η Μαντόνα μάς βοηθήσει.

Γι’ αυτό ερχόμαστε στην εκκλησιά
κι όλοι μαζί παρακαλούμε,
όλοι μαζί με την καρδιά
κείνο τ’ ωραίο Γεια σου Μαρία.
Τώρα εσύ συγχωρείς κάθε αμαρτία
και μείς πάμε λέγοντας Ιησού και Μαρία».

Ονόματα για την Παναγιά:
ΜΗΡ ΘΟΥ, Οδηγήτρια, Παντάνασσα, Πανύμνητος, Πανάχραντος, Άσπιλος, Ελεούσα, Επίσκεψις των καταπονουμένων, Ελπίς των απελπισμένων, Η πάντων Χαρά. Μεσίτρια των Χριστιανών, Αχειροποίητος, Η Θεία Αλουργίς, Η των Ουρανών Υψηλοτέρα, Η πηγή τής Ζωής, Η Χώρα των Ζώντων, Περίβλεπτος, Παράκλησις, Η των Χερουβίμ ενδοξοτέρα, Η εγγυήτρια των Αμαρτωλών, Η των Αδικουμένων προστάτις, Η Πυρφόρος Λαβίς, Η Άφλεκτος Βάτος, Στίχοι εις την Θεοτόκον βρεφοκρατούσαν, Το πυρ κρατούσα Θαύμα το πώς ού φλέγει. Η Θεοτόκος ού πυρπολεί με κάν εν αγκάλαις φέρω.
Καλοκαιριάτικο Πάσχα η γιορτή για την Παναγιά.


Πηγή: Μάγκα Γκρέστια, Βασίλης Πλάτανος, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2003.





 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com