ΟΜΗΡΟΣ

 
Αγαμέμνονας (Αγαμέμνων, -ονος)

Ο Αγαμέμνονας εμφανίζεται στη μυθική παράδοση ως ο κατεξοχήν βασιλιάς που στην Ιλιάδα ανέλαβε τη γενική διοίκηση του στρατού των Αχαιών. Ανάλογα με τα ονόματα των προγόνων του ονομάζεται άλλοτε Ατρείδης, άλλοτε Πελοπίδης Και άλλοτε Τανταλίδης. Στην Ιλιάδα είναι βασιλιάς του Άργους και μερικές φορές των Μυκηνών και τότε δίνει το Θρόνο του Άργους στον Διομήδη (αυτή η παραλλαγή βρίσκεται στον Κατάλογο των πλοίων, τμήμα παρέμβλητο, που είναι νεότερο από το υπόλοιπο ποίημα). Τέλος, στη μεταγενέστερη παράδοση, ο Αγαμέμνονας θεωρείται βασιλιάς της χώρας των Λακεδαιμονίων με πρωτεύουσα τις Αμύκλες. Για τη γενεαλογία του βλ. Αερόπη και Ατρέας.
ο Αγαμέμνονας ήταν παντρεμένος με την Κλυταιμνήστρα, η οποία παίζει σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του. Η Κλυταιμνήστρα, αδελφή της Ελένης, κόρη και αυτή της Λήδας και του Τυνδάρεου, είχε αρχικά παντρευτεί τον Τάνταλο, το γιο του Θυέστη, ο Αγαμέμνονας όμως σκότωσε τον Τάνταλο και ταυτόχρονα και ένα νεογέννητο, γιο του Τάνταλου και της Κλυταιμνήστρας. Έπειτα από αυτή τη διπλή δολοφονία και το γάμο με τον Αγαμέμνονα, που η Κλυταιμνήστρα τον δέχτηκε με βαριά καρδιά, οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, τα αδέλφια της Κλυταιμνήστρας, καταδίωξαν τον Αγαμέμνονα, ο οποίος βρήκε άσυλο κοντά στον πεθερό του Τυνδάρεο. Στο τέλος ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης συγκατένευσαν να συμφιλιωθούν με τον Αγαμέμνονα. Ο γάμος όμως της Κλυταιμνήστρας, που άρχισε με ένα έγκλημα, ήταν καταραμένος, όπως το δείχνει η συνέχεια του μύθου.
Από την Κλυταιμνήστρα ο Αγαμέμνονας αποκτά τρεις κόρες, τη Χρυσόθεμη, τη Λαοδίκη και την Ιφιάνασσα, και ένα γιο, το στερνοπαίδι του, τον Ορέστη. Αυτή είναι η πρώτη μορφή του μύθου. Έπειτα εμφανίζεται μία κόρη, η Ιφιγένεια, που είναι άλλη από την Ιφιάνασσα, και τέλος στη θέση της Λαοδίκης οι τραγικοί ποιητές αναφέρουν την Ηλέκτρα, που είναι τελείως άγνωστη στον ποιητή της Ιλιάδας. Από τα παιδιά αυτά οι τραγικοί γνωρίζουν κυρίως την Ιφιγένεια, την Ηλέκτρα και τον Ορέστη.
Ο Τρωικό ς πόλεμος. — Τη στιγμή που ένα πλήθος μνηστήρες ζητούσαν για γυναίκα την Ελένη, ο Τυνδάρεος, με συμβουλή του Οδυσσέα, τους δέσμευσε με όρκο, σύμφωνα με τον οποίο υπόσχονταν να σεβαστούν την απόφαση της Ελένης και να μην αμφισβητήσουν από το μνηστήρα που αυτή θα διάλεγε το δικαίωμα να την έχει γυναίκα του. Και μάλιστα, αν κινδύνευε από κάποια επίθεση, οι άλλοι Θα έπρεπε να τον βοηθήσουν. Όταν ο Πάρης έκλεψε την Ελένη, ο Μενέλαος ήρθε να ζητήσει τη βοήθεια του Αγαμέμνονα. Αυτός θύμισε στους αρχηγούς τον όρκο τους και έτσι σχηματίστηκε ο πυρήνας του στρατού, που επρόκειτο να εκστρατεύσει στην Τροία. Όλοι διάλεξαν αρχιστράτηγο τον Αγαμέμνονα είτε λόγω της προσωπικής του αξίας είτε ύστερα από επιδέξια προεκλογική εκστρατεία. Τα στρατεύματα συγκεντρώθηκαν στην Αυλίδα. Στην Ιλιάδα ο Δίας στέλνει αμέσως ευνοϊκό οιωνό, έπειτα από θυσία στον Απόλλωνα, ένα φίδι όρμησε από το βωμό σε ένα διπλανό δέντρο και έφαγε στη φωλιά τους οκτώ μικρά σπουργίτια και τη μάνα τους, στο σύνολο δηλαδή εννιά πουλιά. Ύστερα το φίδι μεταμορφώθηκε σε πέτρα. Ο Κάλχας τότε είπε πως ο Δίας ήθελε να δείξει έτσι ότι η Τροία θα έπεφτε ύστερα από διάστημα δέκα χρόνων. Ο Αισχύλος γνωρίζει έναν άλλο οιωνό, μια κουνέλα έγκυα που την ξεσχίζουν δύο αετοί. Ο Κάλχας ερμήνευσε το σημάδι αυτό λέγοντας ότι η Τροία θα χανόταν, η Άρτεμη όμως θα ήταν εχθρική στους Έλληνες.
Σύμφωνα με ένα ποίημα μεταγενέστερο από την Ιλιάδα (προφανώς τα Κύπρια έπη), οι Έλληνες, που δε γνώριζαν το δρόμο για την Τροία, προσάραξαν την πρώτη φορά στη Μυσία και έπειτα από διάφορες συμπλοκές σκορπίστηκαν από θαλασσοταραχή και ο καθένας τους γύρισε πίσω στην πατρίδα του (βλ. Αχιλλέας). Οκτώ χρόνια αργότερα από την αποτυχία αυτή οι Έλληνες συγκεντρώνονται και πάλι στην Αυλίδα. Η θάλασσα όμως δεν είναι ανοιχτή για τα ελληνικά πλοία, επειδή επικρατεί επίμονη άπνοια. Ο μάντης Κάλχας, όταν ρωτήθηκε, απάντησε πως η άπνοια οφειλόταν στο θυμό της Άρτεμης. Ο θυμός αυτός είχε πολλές αιτίες, είτε γιατί ο Αγαμέμνονας, σκοτώνοντας ένα ελάφι, καυχήθηκε ότι η Άρτεμη δε θα τα κατάφερνε καλύτερα είτε γιατί παλαιότερα ο Ατρέας δε θυσίασε στη θεά το χρυσό αρνί, είτε ακόμη γιατί ο Αγαμέμνονας είχε υποσχεθεί στη θεά να της προσφέρει θυσία το καλύτερο προϊόν της χρονιάς, κατά την οποία γεννήθηκε η κόρη του Ιφιγένεια, και δε θυσίασε την κοπέλα. Για όλους αυτούς τους λόγους η θεά
ζητούσε μια θυσία, τη θυσία της Ιφιγένειας. Ο Αγαμέμνονας συγκατένευσε από φιλοδοξία ή από έγνοια για το κοινό καλό, το γεγονός όμως αυτό μεγάλωσε ακόμη περισσότερο τα παράπονα της Κλυταιμνήστρας εναντίον του.
Όταν επιτέλους άρχισε η εκστρατεία, ο στόλος αγκυροβόλησε στην Τένεδο και εκεί, για πρώτη φορά, φάνηκε η κρυφή έχθρα ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα σε μια φιλονικία που προοιωνίζει εκείνη που θα ακολουθήσει μπροστά στην Τροία και που θα θέσει τους Έλληνες σε κίνδυνο. Τον ίδιο περίπου καιρό ο Αγαμέμνονας θα εγκαταλείψει στη Λήμνο τον Φιλοκτήτη, γιατί η πληγή του σκόρπιζε φοβερή δυσοσμία και οι κραυγές του τάραζαν τις Θυσίες.
Έπειτα πέρασαν τα εννιά χρόνια της πολιορκίας. Στο δέκατο ο Αγαμέμνονας συμμετέχει με τον Αχιλλέα σε διάφορες ληστρικές επιδρομές στις γύρω πόλεις της περιοχής. Από τα λάφυρα που κέρδισαν ο Αχιλλέας πήρε τη Βρισηίδα και ο Αγαμέμνονας τη Χρυσηίδα, την κόρη του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση. Ο Χρύσης πρόσφερε λύτρα και ζητούσε την κόρη του. Ο Αγαμέμνονας αρνήθηκε και ο Απόλλωνας, για να τον τιμωρήσει, έστειλε θανατηφόρα επιδημία στο στρατό των Ελλήνων. Από το σημείο αυτό αρχίζει η αφήγηση της Ιλιάδας. Η συνέλευση των στρατιωτών υποχρεώνει τον Αγαμέμνονα να δώσει πίσω τη Χρυσηίδα, ο βασιλιάς όμως ζητάει για αντάλλαγμα από τον Αχιλλέα τη Βρισηίδα. Αυτό αποτελεί την αιτία του θυμού του Αχιλλέα, αρνιέται και αποσύρεται στη σκηνή του. Ο Αγαμέμνονας τότε ζητεί επίσημα τη Βρισηίδα με δύο κήρυκες, τον Ταλθύβιο και τον Ευρυβάτη. Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κάμει διαφορετικά και δίνει πίσω την κόρη, αρνιέται όμως να πολεμήσει. Με παράκληση της Θέτιδας ο Δίας στέλνει στον Αγαμέμνονα ένα παραπλανητικό όνειρο, που τον κάνει να πιστέψει ότι θα μπορέσει να πάρει την Τροία χωρίς τον Αχιλλέα. Άλλωστε ένας παλιός χρησμός είχε κάμει γνωστό στον Αγαμέμνονα ότι η Τροία θα έπεφτε, μόλις επικρατούσε η διχόνοια στο στρατόπεδο των Αχαιών.
Ο αγώνας αρχίζει, ο Αγαμέμνονας επεμβαίνει προσωπικά και πραγματοποιεί λαμπρά κατορθώματα. Τραυματίζεται όμως και υποχρεώνεται να αποσυρθεί από τη μάχη. Ακολουθεί επίθεση στο στρατόπεδο των Ελλήνων• βλέποντας ότι όλα ήταν χαμένα, αν δεν ξαναγύριζε ο Αχιλλέας να πολεμήσει, συμφιλιώνεται μαζί του, του στέλνει πίσω τη Βρισηίδα και του υπόσχεται για γυναίκα μια από τις κόρες του και πολύτιμα δώρα. Από το σημείο αυτό δε γίνεται πια λόγος για τον Αγαμέμνονα στην Ιλιάδα, ενώ όλο το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στον Αχιλλέα.
Τα μεταγενέστερα έπη διηγούνται και άλλες επεμβάσεις του Αγαμέμνονα στα γεγονότα που ακολούθησαν το θάνατο του Έκτορα και του Αχιλλέα. συγκεκριμένα στις μάχες που έγιναν γύρω από το πτώμα του Αχιλλέα και τις φιλονικίες για το ποιος Θα πάρει τα όπλα του ήρωα. (βλ. Αίαντας, γιος του Τελαμώνα, και Οδυσσέας). Η Οδύσσεια διηγείται πω ύστερα από την άλωση της Τροίας πήρε στο μερίδιό του την κόρη του Πρίαμου Κασσάνδρα, τη μάντισσα. Αυτή του έδωσε δύο παιδιά δίδυμα, τον Τηλέδαμο και τον Πέλοπα.
Η αναχώρηση του Αγαμέμνονα από την Τρωάδα και η επιστροφή του στην πατρίδα είχαν αποτελέσει θέμα επικών αφηγήσεων. Στην Οδύσσεια γίνεται ήδη υπαινιγμός σε μια φιλονικία ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και το Μενέλαο, όταν ο Μενέλαος Θέλησε να φύγει, μόλις τελείωσε ο πόλεμος, ενώ ο Αγαμέμνονας επιθυμούσε να μείνει ακόμη, όσο του χρειαζόταν, για να συμφιλιωθεί με την Αθηνά προσφέροντας δώρα. Οι Νόστοι αφηγούνταν επίσης πώς, τη στιγμή που πήγαινε να μπει στο καράβι, φάνηκε μπροστά του η σκιά του Αχιλλέα και προσπάθησε να τον συγκρατήσει προμαντεύοντάς του όλα τα δεινά που θα επακολουθούσαν. Ταυτόχρονα η σκιά του ζήτησε να θυσιάσει την Πολυξένη, μια από τις κόρες του Πρίαμου.
Τον Αγαμέμνονα. όταν έφτασε στην πατρίδα του, τον παραμόνευε ένας κατάσκοπος, τον οποίο είχε βάλει ο Αίγισθος ο εραστής της γυναίκας του. Ο Αίγισθος προσκαλεί τον Αγαμέμνονα σε μεγάλο συμπόσιο και τον σκοτώνει μαζί με τοις συντρόφους του με τη βοήθεια είκοσι αντρών. που είχαν κρυφτεί στην αίθουσα της γιορτής. Άλλες παραλλαγές του μύθου δείχνουν την Κλυταιμνήστρα να συμμετέχει στη δολοφονία και να σκοτώνει επίσης την Κασσάνδρα, την αντίπαλό της. Ο Πίνδαρος προσθέτει ότι μέσα στο μίσος για το σόι του άντρα της ήθελε να σκοτώσει και τον Ορέστη, τον ίδιο της το γιο. Στους τραγικούς ποιητές τα περιστατικά ποικίλλουν, ο Αγαμέμνονας άλλοτε, όπως και στον Όμηρο, δέχεται τα χτυπήματα στο τραπέζι, άλλοτε σκοτώνεται στο λουτρό, τη στιγμή που δεν μπορούσε να αμυνθεί, εμποδισμένος από το πουκάμισο που του είχε δώσει η γυναίκα του και του οποίου είχε ραμμένα τα μανίκια. Ο Υγίνος λέει πως παρακινητής του φόνου στάθηκε ο Οίακας, ο αδελφός του Παλαμήδη, που ζητούσε έτσι να πάρει εκδίκηση για το λιθοβολισμό του αδελφού του, τον οποίο είχε διατάξει ο Αγαμέμνονας. Ο Οίακας ίσως είπε στην Κλυταιμνήστρα ότι ο Αγαμέμνονας ετοιμαζόταν να δώσει τη θέση της στην Κασσάνδρα, πράγμα που έκαμε την Κλυταιμνήστρα να αποφασίσει το έγκλημα. Πιθανότατα να τον χτύπησε με τσεκούρι την ώρα που θυσίαζε και να σκότωσε ταυτόχρονα και την Κασσάνδρα. Αυτή η παραλλαγή θυμίζει πολύ την ιστορία της Αιγιάλειας και του Διομήδη.
Είναι γνωστό με ποιο τρόπο αργότερα εκδικήθηκε το θάνατο του Αγαμέμνονα ο γιος του ο Ορέστης.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com