ΟΜΗΡΟΣ

 
ΗΘΗ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ

Οι κοινωνικές και δικαστικές δομές
Δεν υπάρχει γραπτός νομικός κώδικας: η ύστερη ελληνική λέξη νόμος δεν απαντάται στον Όμηρο. Αυτοί που παίρνουν αποφάσεις, ο βασιλιάς και η γερουσία, είναι φρουροί της δίκης που πιθανόν σημαίνει «τρόπος», «συνήθεια» και επομένως «δίκαιο»• ενδεχομένως, όμως, και «κρίση» ή «προηγούμενο» και επίσης «δικαίωση». Επίσης, είναι φρουροί της θέμιδος (πληθ. θέμιστες), ώστε να διατυπώνουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με ό,τι ορίζουν τα ήθη και έθιμα ή πρότερες αποφάσεις.
Η βασική μονάδα της κοινωνίας είναι ο οίκος, το νοικοκυριό ή μια οικογένεια, αλλά με την ευρεία έννοια που μπορεί κανείς να αντιληφθεί πιο εύκολα στη σύγχρονη Δυτική Αφρική παρά στη σύγχρονη Ευρώπη. Η ιδέα του φίλου, «ένας δικός μου» ή «ένας αγαπημένος» δηλαδή, (λέξη χωρίς συναισθηματική φόρτιση, πάντως), λειτουργεί μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει αντίστοιχη αγγλική λέξη: υποδηλώνει μια αμοιβαία σχέση που περικλείει έναν δεσμό αλλά και κάποια εξάρτηση. Οι παράγωγες λέξεις Φίλιππος (αυτός που αγαπάει τα άλογα), φιλοσοφία (αγάπη για τη σοφία), φιλοτελισμός (αγάπη για τα γραμματόσημα), δεν δίνουν καμία ιδέα για το κυρίως νόημά της. Η φιλοξενία, όμως, είναι υποχρέωση στα ομηρικά έπη και μπορεί να δημιουργήσει μια σχέση φιλοξενίας-φιλίας που να επεκτείνεται πέρα από τη στενή ή ακόμη και την ευρύτερη οικογένεια. Ξείνος ή ξένος μπορεί να σημαίνει τόσο οικοδεσπότης όσο και καλεσμένος, τόσο άγνωστος όσο και φίλος. Σ’ αυτή τη σχέση, η κεφαλή του οίκου είναι ο σημαντικότερος όλων, γι’ αυτό και πρόκειται για μια αριστοκρατική κοινωνία.
Κοινωνικά σημαντική είναι η έννοια της τιμής. Προέρχεται από τη λέξη τιείν, που σημαίνει εκτιμώ ή τιμώ, αλλά η ακουστική ομοιότητα φαίνεται ότι οδήγησε σε μια συσχέτιση με τη λέξη τινείν, η οποία σημαίνει ξεπληρώνω ή πληρώνω πρόστιμο. Η τιμή απαιτεί αποζημίωση. Η τιμή είναι η αξία που αποδίδεται κοινωνικά σ’ ένα άτομο. Κάθε μέλος ενός οίκου έχει μια αξία σχετική με το άτομό του και τα δικαιώματά του, και η κεφαλή του οίκου μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση όταν αυτή καταπατηθεί. Αυτό ισχύει και για έναν δούλο, όχι βεβαίως δικαιωματικά, αλλά στον βαθμό που αποτελεί μέρος πολύτιμης ιδιοκτησίας. Δεν ισχύει για τους ξένους, εκτός κι αν βρίσκονται κάτω από την προστασία της φιλοξενίας-φιλίας.

Λέξεις που περιγράφουν αξίες
Το θεμελιώδες ουσιαστικό επιδοκιμασίας είναι η λέξη αρετή για την οποία δεν υπάρχει αντίστοιχη αγγλική λέξη, ενώ ο όρος «excellence», (αρίστευση) βρίσκεται εννοιολογικά όσο πιο κοντά γίνεται. Το θεμελιώδες επίθετο είναι το αγαθός (το γυναικείο όνομα Αγαθή αποτελεί το θηλυκό του επιθέτου αυτού) που συμβατικά —αλλά παραπλανητικά— αποδίδεται ως «καλός». Άλλα συνώνυμα είναι το εσθλός και χρηστός, με το δεύτερο να σημαίνει κατά κύριο λόγο «χρήσιμος».
Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι λέξεις αρετή και αγαθός δείχνουν ηθικές αξίες με τον τρόπο που τις καταλαβαίνουμε εμείς. Μία από τις αρνητικές ή αντίθετες λέξεις, η λέξη δειλός, παράγεται από μια ρίζα που σημαίνει «φόβος» — ένα άτομο που περνά τη ζωή του μέσα στον φόβο. Μπορεί να σημαίνει άνθρωπο ταπεινής καταγωγής ή απλά αχρείο ή ανάξιο. Ο άνδρας που είναι αγαθός —οι άνδρες κυριαρχούν απροκάλυπτα στην Κοινωνία— είναι ο κοινωνικά ενεργός. Σε μια κοινωνία που εμπλέκεται συχνά σε πόλεμο, αυτό υποδηλώνει ότι είναι θαρραλέος, έχει ηγετικές ικανότητες και είναι, ίσως, και πανούργος. Επομένως, όσοι βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, είναι εξ ορισμού αγαθοί και διαθέτουν αρετή. Η πρωταρχική τους αριστεία έγκειται στο ότι γεννήθηκαν σε πλούσια τάξη• ακολουθεί η κατοχή του πλούτου της οικογένειας μέσω κληρονομιάς, ένας πλούτος ο οποίος στην ομηρική κοινωνία (πριν την ανακάλυψη του χρήματος) συνίσταται στη γη, στα προϊόντα της γης, στα ζώα που βρίσκουν την τροφή τους σ’ αυτή, στα σπίτια και στις αποθήκες που έχουν οικοδομηθεί πάνω σ’ αυτή, στους δουλοπάροικους ή στους δούλους που τη δουλεύουν.
Μια ομάδα γαιοκτημόνων και οι εξαρτημένοι από αυτούς πιθανόν να ανήκαν σε μια ευρύτερη κοινότητα• γι’ αυτήν την ευρύτερη κοινότητα, θα υπήρχαν κάποια πολύτιμα χαρακτηριστικά, τα οποία συντελούσαν ώστε να προσδώσουν την αρετή σε εκείνους που διαθέτουν τη θεμελιώδη αρετή λόγω καταγωγής και πλούτου.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό μέσα σ’ έναν βίαιο κόσμο είναι αυτό που συνήθως αποκαλούμε «θάρρος». Οι Έλληνες (ανδρεία) και οι Ρωμαίοι (virtus) χρησιμοποιούσαν λέξεις με κοινή ρίζα που σήμαινε «ανδρισμός», σχεδόν «αντριλίκι». Μια τέτοια σκληρότητα ήταν απαραίτητη για να είσαι ένας επιτυχημένος γεωργός σε μια σχετικά άγονη ορεινή χώρα, τόσο κατά τις γεωργικές δραστηριότητες όσο και στην αντιμετώπιση επικίνδυνων, άγριων ζώων. Θα μπορούσε, επίσης, να χρειάζεται στους ληστές ή στους πειρατές: στην Οδύσσεια υπάρχει μια συνεχής εικασία ότι ο Οδυσσέας και το πλήρωμα του είναι πειρατές, και είναι αλήθεια ότι συχνά συμπεριφέρονται ως τέτοιοι. Ακόμη, θα μπορούσε να χρειάζεται στον πόλεμο με τις άλλες κοινότητες. Υπάρχουν κι άλλα χαρακτηριστικά που συνεισφέρουν στην αρετή, μερικά σωματικά —όπως η ταχύτητα των ποδιών του Αχιλλέα— άλλα πνευματικά —όπως η πανουργία του Οδυσσέα ή η σοφία του Νέστορα— κάποια ακαθόριστα — όπως οι ηγετικές ικανότητες του Αγαμέμνονα ακόμη και όταν δρούσε ασύνετα. Πράγματι, ένα άτομο που είναι αγαθό, δεν χάνει αυτό του το χαρακτηριστικό συμπεριφερόμενο αλαζονικά, ασύνετα ή ενάντια στις κοινωνικές νόρμες, όπως έκαναν οι μνηστήρες της Πηνελόπης στην Οδύσσεια με την αισχρή συμπεριφορά τους στο παλάτι κατά την απουσία του Οδυσσέα. Ακόμη και όταν η συμπεριφορά τους αποτελεί αντικείμενο αποδοκιμασίας του ποιητή, εξακολουθούν να τους αποδίδονται τα επίθετα αγαθός και εσθλός.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποδοκιμαστικές λέξεις που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τους αγαθούς. Υπάρχουν δύο: ο αισχρός (ο «επαίσχυντος») και ο ελεγχής («αναιδής», «άξιος μομφής»). Η ομηρική κοινωνία είναι ένας πολιτισμός βασισμένος στην ντροπή —με την έννοια που χρησιμοποιούν οι ανθρωπολόγοι— ένας πολιτισμός του οποίου η επικύρωση βρίσκεται στο «τι θα πει ο κόσμος». Ο καταλογισμός της δειλίας είναι οπωσδήποτε ένα δεδομένο. Κυρίως, αποδίδεται όταν δεν υπάρχει επιτυχές αποτέλεσμα: ο Οδυσσέας επικρίνει τον Αγαμέμνονα με αυτό το επιχείρημα, επειδή προσέβαλλε τον Αχιλλέα. Δεν υπαινίσσεται ότι ο Αγαμέμνων συμπεριφέρθηκε αλαζονικά ή παράνομα, ούτε λέει ότι φέρθηκε λάγνα ή με αγνωμοσύνη απαιτώντας τη Βρισηίδα, τη γυναίκα-λάφυρο του Αχιλλέα, αλλά ότι χωρίς τον Αχιλλέα οι Έλληνες θα επέστρεφαν αποτυχημένοι στην πατρίδα τους (Ιλιάδα, Β, 284-8). Η στάση του Θερσίτη είναι ενδιαφέρουσα. Δεν είναι άνθρωπος της εξουσίας, δεν είναι αγαθός αλλά κακός και απεικονίζεται ως δριμύς κατήγορος αυτών που έχουν την εξουσία και, επομένως, από την οπτική γωνία των αγαθών που υιοθετεί και ο βάρδος, είναι ένας κακός-κακός. Ο Θερσίτης περιγράφεται ως αισχρός λίγο επειδή είναι άσχημος, λίγο επειδή είναι δειλός και λίγο επειδή έχει κακή φήμη τόσο ανάμεσα στους αρχηγούς όσο και ανάμεσα στους συνηθισμένους στρατιώτες. Και όμως, επικρίνει τον Αγαμέμνονα που δεν αναγνωρίζει την ανώτερη αρετή του Αχιλλέα. Με άλλα λόγια, ο κακός αποδέχεται τα κριτήρια που χαρακτηρίζουν τον αγαθό. Ο Γκλάντστοουν, ένας έξυπνος κριτικός, μολονότι δεν κατείχε την έννοια του βασισμένου στην ντροπή πολιτισμού, είδε ότι τα σπερματικά στοιχεία ηθικής στα ομηρικά ποιήματα βρίσκονται στις έννοιες της αιδούς και της νεμέσεως. Η αιδώς είναι το ουσιαστικό που αντιστοιχεί στο αισχρός και δηλώνει «ένα αίσθημα ντροπής». Η νέμεσις —στην αρχική της σημασία— είναι η απονομή του νενομισμένου, και άρα η δίκαιη ανταπόδοση, η τιμωρία, η ενεργή αποδοκιμασία των άλλων. «Αιδώς, Αργείοι» είναι ένα είδος ιαχής (Όμηρος, Ιλιάδα, Ο, 502). «Αργείοι, δείξτε κάποια αίσθηση τιμής» — σαν να λέει σχεδόν: «Τι θα σκεφθούν οι άλλοι για σένα;»
Είναι σημαντικό να πούμε ένα-δυο πράγματα ακόμη. Με την έννοια δίκαιος έχουμε ασχοληθεί παραπάνω. Ένα άτομο είναι δίκαιο, όταν ακολουθεί τις νόρμες, τους συνήθεις τρόπους της κοινωνίας. Η δίκη είναι ο τρόπος που συμβαίνουν τα πράγματα, και χρησιμοποιείται σε απλές καταστάσεις χωρίς καμία ηθική απόχρωση.
Είσαι σαν κάποιον που, αφού πλυθεί και φάει, κοιμάται ήσυχα. Αυτή είναι η δίκη των γηραιότερων.
(ΟΜΗΡΟΣ, Οδύσσεια, Ω, 254-5).
Στην Ιλιάδα, χρησιμοποιείται η λέξη θέμις στη θέση της δίκης: συνδέεται με την έννοια του «καθορίζω» και υποδηλώνει «κανόνες» κι όχι «έθιμα», είτε αυτοί «ορίζονται» από θεούς είτε από ανθρώπους. Άλλη μια σημαντική λέξη με θετική χροιά είναι το καλός. Είναι το αντίθετο της λέξης αισχρός όπου αισχρός σημαίνει «άσχημος», καλός σημαίνει «όμορφος». Είναι μια λέξη που προσδίδει μια θερμή, συναισθηματική σχεδόν επιδοκιμασία, η διαφορά ανάμεσα στο να λες «ο Χ είναι καλός χορευτής» και «ο Χ είναι ένας όμορφος χορευτής». Πρέπει, ακόμη, να αναφέρουμε άλλη μια λέξη: σάωφρων, αργότερα σώφρων, που σημαίνει «αυτός που έχει προσεκτική ή ορθή σκέψη» και άρα, ο «γνωστικός».

Οι γυναίκες στην ομηρική κοινωνία
Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία στην Ιλιάδα σχετικά με τα χαρίσματα που έπρεπε να έχει μια γυναίκα. Η Οδύσσεια περιέχει πολύ περισσότερα και, κάποιες φορές, φαίνεται να παίρνει τη θέση των γυναικών. Είναι γοητευτικό το ότι η βασίλισσα των Φαιάκων ονομαζόταν Αρήτη (Οδύσσεια Η’, 54). Ο Οδυσσέας μάλλον αισθάνθηκε αιδώ που μετά το ναυάγιο αιφνιδιάστηκε γυμνός από την πριγκίπισσα Ναυσικά• η ίδια, πάντως, δεν νιώθει αναστολές. Τα χαρακτηριστικά που απαιτούνταν από τις γυναίκες είναι, όπως το θέτει ο Άρθουρ Άντκινς, «ομορφιά, ικανότητα στον αργαλειό και στη φροντίδα του σπιτιού, αγνότητα και πίστη». Η αφήγηση της ιστορίας της Κλυταιμνήστρας, συζύγου και δολοφόνου του Αγαμέμνονα, είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Περιγράφεται ως κακή, παρά την καταγωγή της, τον πλούτο και την επιτυχία της (τα συστατικά της ανδρικής αρετής)• δεν είχε επιδείξει, δηλαδή, την αρετή που ταίριαζε σε μια γυναίκα, ενώ λέγεται ότι έριξε το αίσχος στις αγέννητες γυναίκες, όσα καλά έργα κι αν έκαναν (Οδύσσεια, Λ, 384, 433-4). Άλλο ένα σημαντικό απόσπασμα είναι ο έπαινος της Πηνελόπης που ο ποιητής βάζει στο στόμα του Αγαμέμνονα. Την περιγράφει ως μια γυναίκα γεμάτη αρετή και αγαθά συναισθήματα ως προς την πίστη της απέναντι στον σύζυγό της τον Οδυσσέα• εδώ, έρχεται σε αντίθεση με την Κλυταιμνήστρα (Οδύσσεια, Ω, 192-202). Τα χαρακτηριστικά του άριστου άνδρα, δεν είναι ταιριαστά στις γυναίκες του Ομήρου.

Η θεϊκή διάσταση
Οι ομηρικοί θεοί είναι πιο ισχυροί από τα ανθρώπινα πλάσματα: έχουν μεγαλύτερη αρετή (Ιλιάδα, 1, 498)• είναι αθάνατοι ενώ οι άνθρωποι θνητοί. Ηθικά δεν είναι καλύτεροι από τους ανθρώπους: υποστηρίζεται μάλιστα ότι είναι ηθικά χειρότεροι. Ο Τζορτζ Κάλχουν ήταν καυστικός όταν έγραφε στο Ένας οδηγός για τον Όμηρο: «Δεν είναι να περιμένει κανείς την τιμωρία των κακών πράξεων από θεούς που οι ίδιοι διαπράττουν πάσης φύσεως εγκλήματα. Ούτε μπορεί να αναζητήσει κανείς την ορθή διαβίωση στον επιπόλαιο και επαίσχυντο χαρακτήρα των Ολυμπίων οι οποίοι, απελευθερωμένοι από τον θάνατο και τον αληθινό πόνο, αφήνουν τα πάθη τους να τους κρατούν σ’ ένα χυδαίο και τιποτένιο επίπεδο».
Και δεν είναι μόνο αυτό. Η οργή των θεών εγείρεται από όσους χρησιμοποιούν βία για να βγάλουν ανέντιμες αποφάσεις στην Εκκλησία του Δήμου (Ιλιάδα, Π, 381-8), από όσους παραμελούν τα νεκρικά τελετουργικά (Ιλιάδα, Φ, 358) και, στην Οδύσσεια, από τη συμπεριφορά των μνηστήρων (Οδύσσεια, Β, 66) ή τη δολοφονία ενός φιλοξενούμενου (Ιλιάδα, Φ, 28)• προστατεύουν ιδιαιτέρως τα δικαιώματα της φιλοξενίας. Είναι προφανές ότι πρόκειται για περιπτώσεις που δεν επιδέχονται εύκολα κάποια πράξη επανόρθωσης ή ανταπόδοσης από τη μεριά του ανθρώπου, παρ’ όλο που πρέπει να πούμε ότι οι Έλληνες στον καιρό του Ομήρου πίστευαν ότι οι παραβάτες του νόμου θα μπορούσαν να κερδίσουν την υποστήριξη των θεών με το λιβάνι, τους όρκους, τις σπονδές και τις θυσίες (Ιλιάδα, Ι, 496-501).
Υπάρχει και άλλη μια σημαντική έννοια, η Μοίρα ή Αίσα, λέξεις που αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο, το ριζικό ενός ανθρώπου, οι οποίες ίσως προέρχονται από τις παραδοσιακές δομικές διαιρέσεις της πρωτόγονης ζωής σε φυλές, αλλά που εδώ προσωποποιούνται. Γίνονται η Μοίρα που γνέθει το πεπρωμένο του ανθρώπου (Ιλιάδα, Υ, 128). Μερικές φορές, η μοίρα ταυτίζεται με το θέλημα των θεών• υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην αίσα ή στη μέριμνα του Δία (Ιλιάδα, 1, 608• Ρ, 321). Μπορεί, όμως, κάποιος να εναντιωθεί στη μοίρα του.

Οι Αργίτες τότε, κι ας μην ήτανε γραφτό, θα φεύγαν πίσω,
αν δεν μιλούσε η Ήρα κι έλεγε στην Αθηνά...
(Ιλιάδα, Β, 155-6)

Δεν υπάρχει πλήρης και αναπόφευκτος καθορισμός της ανθρώπινης δράσης• υπάρχουν, όμως, όρια μέσα στα οποία οι άνθρωποι πρέπει να δρουν και να υποφέρουν. Πρόκειται για μια απόπειρα να παλέψει κανείς με τα προαιώνια ζητήματα της ελεύθερης βούλησης και της αιτιοκρατίας. Ο Ποσειδών, ένας από τους μεγάλους θεούς, λέει στον Ιδομενέα ότι όποιος, με δική του ελεύθερη βούληση, το σκάει απ’ τη μάχη, μπορεί να γίνει τροφή για τα σκυλιά (Ιλιάδα, Ν, 231-4). Ο Πάτροκλος, παρ’ όλα αυτά, σκοτώθηκε από τη μοίρα και την επέμβαση του Απόλλωνα: τα δύο πράγματα μοιάζουν να εξισώνονται (Ιλιάδα, Π, 849). Υπάρχουν και αμφισημίες, πάντως. Ο Δίας εξορίζει τους Ολύμπιους θεούς από το πεδίο της μάχης, παίρνει μια ζυγαριά, και ζυγίζει το κηρ, τη μοίρα του θανάτου των αντιμαχομένων Ελλήνων και Τρώων: η ελληνική πλευρά βάρυνε. Αυτό είναι ανεξάρτητο από τη βούληση του Δία ή κάποιου άλλου θεού (Ιλιάδα, Θ, 66-74). Προς το τέλος του ποιήματος, ο Δίας θέλει να σώσει τον Έκτορα, αλλά δέχεται την επίπληξη της Αθηνάς, αφού ο Έκτωρ είναι καταδικασμένος από την αίσα (Ιλιάδα, Χ, 178). Το θέμα εδώ είναι ότι ο Δίας θα μπορούσε να πάει ενάντια στην αίσα αλλά δεν έπρεπε να το κάνει. Αν το έκανε, θα είχε παραβεί την κοινή γνώμη των Ολυμπίων και θα μπορούσε να κατηγορηθεί. Ομοίως, η συνηθισμένη επιδοκιμαστική φράση σε κάποιον «Μίλησες σύμφωνα με τη μοίρα» δεν αναφέρεται σε ένα αναπόδραστο πεπρωμένο, αλλά στη σωστή συμπεριφορά, αφού είναι δυνατών να είχε μιλήσει διαφορετικά. Περιστασιακά, οι θεοί μεσολαβούν για να εμποδίσουν κάτι που συμβαίνει, όταν αυτό δεν βρίσκεται σε συμφωνία με τον μόρο (λέξη όχι πολύ διαφορετική από τη μοίρα), όπως το να εμποδίσουν τον Αχιλλέα να καταστρέψει το τείχος πέρα από όσο έχει οριστεί (Ιλιάδα, Φ, 30), ή να αφήσουν τον Αινεία να πεθάνει, όταν η μοίρα του είναι να γλυτώσει (Ιλιάδα, Φ, 302).
Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχουν κάποιες λέξεις που ο ποιητής έβαλε στο στόμα του Δία, ακριβώς στην αρχή της Οδύσσειας:
Με τους θεούς τα βάζουνε πάντα οι θνητοί, πως τάχα τις συφορές εμείς τους στέλνουμε• μα κι οι αδικίες τους είναι που πάνω απ’ το γραφτώ, σε βάσανα τους ρίχνουν. Κοίτα τώρα τον Αίγιστο, δικό του που έκανε του γιου του Ατρέα το ταίρι χωρίς γραφτό του να ‘ναι, κι έσφαξε στον γυρισμό κι εκείνον.
(Οδύσσεια, Α 32-6)

Εδώ η δράση δεν κυβερνάται από μια αναπόδραστη μοίρα. Αντιθέτως: πρόκειται για ελεύθερα επιλεγμένη δράση, πέρα από αυτά τα όρια.
Όποιος αποδέχεται τη μοίρα του είναι εναίσιμος, λέξη επιδοκιμαστική: δρα μέσα στα όρια. Όταν ο Αχιλλέας καυχιόταν πάνω απ’ τον Έκτορα, δεν κάνει αυτό: ξεπερνά τα όρια, δρα ως ζώο κι όχι ως άνθρωπος, δεν έχει αιδώ (πράγμα που παραδόξως ο ποιητής θεωρεί ότι είναι μερικές φορές ωφέλιμο, άλλες πάλι όχι, υπονοώντας ότι η κοινή γνώμη δεν είναι πάντα σωστή) (Ιλιάδα, Ω, 40).

Ορισμένα αποσπάσματα
Υπάρχει έπειτα μια γενική εικόνα αξιών που αναδύεται στα ομηρικά ποιήματα. Ακολουθούν αρκετά αποσπάσματα: ο αναγνώστης μπορεί να θελήσει να διατυπώσει τις δικές του σκέψεις και τα δικά του σχόλια πάνω σ’ αυτά. Κανονικά, θα πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσει τις λέξεις σε πλάγια γραφή. Στο τέλος θα προσθέσω μερικά σύντομα σχόλια.
(α) (Ο Οδυσσέας απευθύνεται στον Αγαμέμνονα όσον αφορά στα πιθανά αποτελέσματα του καβγά του με τον Αχιλλέα.)
Γι’ αυτό και δεν αγαναχτώ (νέμεσις) που τους Αργίτες τώρα τους παίρνει μπρος στα δρεπανόγυρτα καράβια η βαρυγκόμια. Κι όμως ντροπή (ασχρόν) είναι, τόσο που έμεινες, να γύρεις με άδεια χέρια.
(Ιλιάδα, Β, 296-8)
(β) (Ο θάνατος στη μάχη.)
Ματοκυλίστηκε το χέρι του, κι ευτύς τα δυο του μάτια σφάλιξε η Μοίρα η τρανοδύναμη κι ο σκοτεινός ο Χάρος.
(Ιλιάδα, Ε, 296-8)
(γ) (Ο Έκτωρ απευθύνεται στην Ανδρομάχη, η οποία προσπαθεί να τον πείσει να μείνει μ’ αυτήν και το παιδί τους.)
Κι εγώ όλα τούτα τα στοχάζομαι, καλή μου, αλήθεια• ωστόσο μπροστά στους Τρώες περίσσια ντρέπουμαι (αιδώς) και στις μακρομαντούσες Τρωαδίτισσες, μακριά απ’ τον πόλεμο σαν τον κιοτή να φεύγω.
(Ιλιάδα, Ζ, 441-2)
(δ) (Ο Έκτωρ απευθύνεται στον Πάρι, τον άνδρα της Ελένης, που κινδυνεύει να θεωρηθεί θηλυπρεπής.)
Καημένε, όποιος σε ιδεί στον πόλεμο και θέλει δίκιος (εναίσιμος) να ‘ναι πως δεν αξίζεις δεν θα το ‘λεγε, τι αντρίστικη η καρδιά σου• μα θες κι οκνεύεις και δεν γνοιάζεσαι για τίποτε, κι εμένα πονάει η καρδιά τους Τρώες ακούγοντας το τι (αίσχη) για σένα σέρνουν.
(Ιλιάδα, Ζ, 52 1-5)
(ε) (Ο Αίαντας απευθύνεται στους Έλληνες που είναι σε φάση άμυνας.)
Άντρες φανείτε, φίλοι, αδείλιαστοι, και τη ντροπή (αιδώς) λογιάστε του ξένου κόσμου, που προσμένει σας• στον νου του ας βάλει ακόμη καθένας τα παιδιά, το ταίρι του, το βιος του, τους γονιούς του, για στον Απάνω Κόσμο βρίσκουνται για κι έχουν πια πεθάνει• σ’ αυτούς ξορκίζω σας, κι ας λείπουνε, στα γόνατα σας πέφτω• σταθείτε ατράνταχτοι. μη στρέφετε τις πλάτες για φευγάλα.
(Ιλιάδα, 0, 661-6)
(στ) (Ο Τηλέμαχος, γιος της Πηνελόπης και του Οδυσσέα, που απουσιάζει, απευθύνεται στους πολίτες της Ιθάκης.)
Έχουν ριχτεί στη μάνα μου μνηστήρες άθελα της οι γιοι (φίλοι) γονιών, που εδώ στον τόπο μας οι πιο τρανοί (αγαθοί) λογιούνται.
(Οδύσσεια, Β, 50-1)
(ζ) (Ο Οδυσσέας είναι ναυαγός σε μια άγνωστη χώρα.)
Αλί σε μένα, σε ποιών έφθασα θνητών ξανά τη χώρα; Άνομοι τάχα να ‘ναι, ανέσπλαχνοι, που δεν ψηφούν το δίκιο (δίκη), για έχουν ψυχή θεοφοβούμενη και συμπαθούν τον ξένο;
(Οδύσσεια, Ζ, 119-21)
(η) (Ο Οδυσσέας επισκέπτεται τον Άδη.)
μονάχα τούτη η μοίρα (δίκη) εγράφτηκε του ανθρώπου που πεθαίνει: Τα νεύρα δεν κρατούν τις σάρκες του κι ουδέ τα κόκαλα του.2
(Οδύσσεια, Λ, 218-9)
(θ) (Ο Οδυσσέας έχει μπει στο παλάτι του μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο.)
Κι ήρθε η Αθηνά Παλλάδα και στου Λαέρτη δίπλα στέκοντας τον γιο του δίνει ορμήνια απ’ τους μνηστήρες ό,τι απόμενε ψωμί να ζητιανέψει, ποιος είναι δίκιος (εναίσιμος) , ποιος είναι άνομος (θέμις) να μάθει απ’ όλους τούτους• μα κι έτσι εκείνη δεν θα γλύτωνε (κακότης) κανένα από τον Χάρο.
(Οδύσσεια, Ρ, 360-4)
(ι)
Πρέπει ο Τηλέμαχος να κάτεχε καιρό τον ερχομό του, μα γνωστικός (ευφροσύνη) ως ήταν, έκρυβε του κύρη του τη γνώμη, ως να πλερώσουν οι άνδρες οι άνομοι τις αδικίες που έκαμαν.
(Οδύσσεια, Ψ, στ.29-31)

Σχόλια
(α) Ο Αγαμέμνων συμπεριφερόταν με τρόπο που ενδεχομένως θα τον οδηγούσε στην αποτυχία. Αυτό ήταν και το κατακριτέο πάνω του. Ο ομιλητής δεν στρέφει την κριτική του (νέμεσις) ενάντια στους απλούς Έλληνες, αλλά αν γυρίσουν πίσω με άδεια χέρια έπειτα από έναν δεκαετή πόλεμο, θα είναι αισχροί και αντικείμενο της δημόσιας κριτικής. Κι έτσι, από λάθος του Αγαμέμνονα και όχι δικό τους, θα θεωρηθούν επαίσχυντοι. Τον Οδυσσέα δεν τον απασχολεί (ή τουλάχιστον, όχι κατά κύριο λόγο) το ποιος έχει δίκιο ή άδικο στη διαμάχη του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα.
(β) Ο θάνατος είναι στη μοίρα του θύματος. Οι λέξεις από μόνες τους δεν αποσαφηνίζουν αν το είδος του θανάτου και η στιγμή ήταν η αναπόφευκτη μοίρα του, αν και αργότερα στο ποίημα ο Αινείας σώζεται από τον Αχιλλέα, αφού δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα του.
(γ) Η συμπεριφορά του θα κριθεί από την κοινή γνώμη, των γυναικών όπως και των ανδρών. Χρησιμοποιεί μια παρομοίωση («συμπεριφέρεται σαν κακός»). Ίσως να υπάρχει μια ελαφριά αμφισημία ανάμεσα στο «συμπεριφέρεται σαν κάποιος από τους μη αγαθούς», κάποιος απ’ τις κατώτερες δηλαδή τάξεις, και το «δειλιάζω» (γίνομαι κακός ενώ διατηρώ την κοινωνική μου θέση ως αγαθού).
(δ) Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να δει το θάρρος του ανθρώπου στον οποίο ο Έκτωρ απευθύνεται. Ο εναίσιμος δεν φαίνεται να είναι λέξη μεγάλης βαρύτητας εδώ, αλλά υπάρχει ένας υπαινιγμός ότι ο Πάρις δεν εκπληρώνει την αίσα ή τη μοίρα του. Κι
αυτό το κάνει με τη δική του ελεύθερη βούληση. Υπάρχει ελευθερία στο να αρνείσαι τη «μοίρα» σου, μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι η αποδοκιμασία των Τρώων. Το θάρρος ή η σκληρότητα εκλαμβάνεται ως αρετή (με τη σύγχρονη έννοια), που ο Πάρις την κατέχει μεν, αλλά δεν την εφαρμόζει.
(ε) Κι εδώ το θέμα είναι το θάρρος. Μα, απευθύνεται όχι στους αγαθούς, αλλά στους απλούς στρατιώτες. Και γι’ αυτούς επίσης, η κοινή γνώμη είναι αυτή που θα κρίνει τις πράξεις τους. Πρέπει να επιδείξουν τις αρετές που περιμένει κανείς από έναν άνδρα.
(στ) Οι μνηστήρες της Πηνελόπης είναι από ευγενική καταγωγή και πλούσιοι. Οι γονείς τους είναι αγαθοί, ισχυροί• το ίδιο και αυτοί. Είναι φίλοι, αγαπητά μέλη της οικογενείας τους. Ωστόσο, συμπεριφέρονται άθλια. Η «αριστεία» είναι θέμα εξουσίας, όχι ήθους.
(ζ) Οι εγκεκριμένες αξίες είναι να καλωσορίζουν τους ξένους και να είναι δίκαιοι (όχι απλώς να ακολουθούν τα έθιμα, αλλά να είναι το αντίθετο του βίαιου και του άγριου), ενώ οι μη εγκεκριμένες είναι η βία και η αγριότητα (έλλειμμα πολιτισμένης κοινωνίας). Ο φόβος των θεών είναι κυρίαρχος. Προσωπικά, θεωρώ ότι αυτός ο κόσμος, δηλαδή της Οδύσσειας, είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν της Ιλιάδας και δεν νομίζω ότι Προέρχεται από τον ίδιο συγγραφέα ή την ίδια εποχή.
(η) Εδώ έχουμε την παλιά σημασία της λέξης δίκη (εδώ είναι σαφές ότι η Οδύσσεια αντλεί στοιχεία από την παράδοση) χωρίς κανένα απολύτως ηθικό περιεχόμενο• είναι απλώς ο τρόπος που συμβαίνει κάτι.
(Θ) Δεν πρέπει να αποδίδουμε ιδιαίτερα μεγάλη σημασία στη θεά, η οποία μερικές φορές θυμίζει επικό κομμάτι πολεμικού εξοπλισμού (αν και δεν είναι σωστό, επίσης, να παραλείψουμε τη θεϊκή της διάσταση). Εδώ υπάρχει και ένα ηθικό στοιχείο. Κάποιοι από τους μνηστήρες είναι εναίσιμοι. Αυτό μοιάζει να σημαίνει κάτι παρόμοιο με το κινέζικο «ακολουθώντας το Ταό» — τον δρόμο του σύμπαντος. Άλλοι είναι αθέμιστοι• δεν αναγνωρίζουν νόμους, ούτε θεών ούτε ανθρώπων. Κι έτσι, δεν πρόκειται να σώσει ούτε τους μεν ούτε τους δε από την κακότητα. Δεν πρόκειται απλώς να τους αφανίσει. Ας μην ξεχνάμε ότι, ενώ είναι αγαθοί, θα τους φερθεί σαν να είναι κακοί.
(ι) Ο Τηλέμαχος δείχνει ορθή κρίση. Η εκδίκηση εκ μέρους ενός αδικημένου αγαθού επιδοκιμάζεται πλήρως. Οι μνηστήρες είναι αγαθοί. Έχουν θάρρος, ανδρεία: είναι άνδρες. Αλλά περιγράφονται με ένα επίθετο που συνήθως μεταφράζεται από τους παλιομοδίτες ως «υπερφίαλος» ή «αλαζονικός», που όμως κυριολεκτικά σημαίνει ότι επιδεικνύουν υπερβολικό «αντριλίκι». Εδώ, εντοπίζουμε μια διαδικασία που θυμίζει ηθική ανάλυση. Μπορεί να έχεις κάτι καλό, αλλά σε υπερβολικό βαθμό: Πρέπει να το ισορροπήσεις με άλλες αξίες (όπως το να έχεις ορθή κρίση).

Ηθικές αξίες στο ομηρικά ποιήματα
Υπάρχουν, λοιπόν, ηθικές αξίες στα ομηρικά ποιήματα;
Φυσικά. Υπάρχουν πολλών ειδών αξίες: κάποιες έχουν αυτό που θα βλέπαμε ως ηθικό μήνυμα, άλλες όχι. Η αριστεία χρειάζεται καταγωγή, πλούτο, δύναμη και κοινωνική θέση. Σε όλα αυτά, ο άνδρας πρέπει να προσθέσει και το θάρρος ή τον ανδρισμό. Επί πλέον, οι αξίες δεν είναι αυτές που διέπουν τον χριστιανισμό: δεν υπάρχει θέση για ταπεινοφροσύνη, υποτακτικότητα και αλτρουισμό. Η γυναίκα πρέπει να προσθέσει αγνότητα και αφοσίωση, στοιχεία που μπορεί να μην αξίζουν περισσότερο από την ομορφιά. Μπορεί να έχουν επιβληθεί από μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, αλλά υπάρχουν και απαιτούν ηθική αυτοσυγκράτηση.
Το κύριο στοιχείο επιδοκιμασίας είναι η κοινή γνώμη. Συχνά αναφέρεται ο φόβος απέναντι στους θεούς, οι οποίοι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη φιλοξενία: έχουμε παρατηρήσει ότι οι θεοί ασχολούνται με περιπτώσεις, όπου η εγκληματική συμπεριφορά είτε δεν είναι εύκολο να εντοπισθεί, είτε δεν είναι άμεσα εκτεθειμένη στη δημόσια στηλίτευση.
Αλλά στις έννοιες αίσα και μοίρα, θέμις και δίκη, είναι δυνατόν να διακρίνουμε την ιδέα ότι ο κόσμος είναι μια θεμελιώδης τάξη, ένας «τρόπος» στον οποίο εναντιωνόμαστε μόνο υπ’ ευθύνην μας.


Πηγή: Ο καταπληκτικός John Ferguson στο βιβλίο του Ήθη και Αξίες στην αρχαία Ελλάδα από τις εκδόσεις Ενάλιος.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com