ΟΜΗΡΟΣ

 


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΟΜΗΡΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ


Κάνε ρόκα σου
«Κάνε ρόκα σου», κατά λέξη σημαίνει «γνέσε τη ρόκα σου»• στα χείλη τού λαού μας όμως θα πει «κοίτα τη δουλειά σου», «μην ανακατεύεσαι», «μη φυτρώνεις εκεί πού δεν σε σπέρνουν».
Ποιος θα πίστευε όμως πώς τούτα τα απλά λόγια, όπως αναφέρει ό Όμηρος στην Ιλιάδα (Ζ 492), ειπώθηκαν από τον‚ Έκτορα στην Ανδρομάχη, πού όπως φαίνεται, έχωνε την μύτη της σε ξένες υποθέσεις και να πώς:
Ή πίεση των Ελλήνων κοπάζει κάπως και ό Έλενος προτρέπει τον Έκτορα και τον Αινεία να μπουν στη μάχη και να ισορροπήσουν τον αγώνα. Ο Έκτορας τρέχει στο σπίτι του, για να αποχαιρετίσει την γυναίκα του, αλλά δεν την βρίσκει. Την συναντά στις «Σκαιές Πύλες», όπου και ακολουθεί ό γνωστός αποχαιρετισμός. Ή Ανδρομάχη προσπαθεί να τον πείσει να μην πάει στην Μάχη, γιατί θα τον σκοτώσουν οι Αχαιοί. Ο Έκτορας, αν και την λυπήθηκε, χαϊδεύοντάς την, τής απάντησε:
«Αλλ’ εις οίκον ιούσα τα σ’ αυτής έργα κόμιζε, ιστόν τ’ ηλακάτων και αμφιπόλοισι κέλευε έργον εποίχεσθαι• πόλεμος δ’ άνδρεσι μελήσει πάσι, μάλιστα δ’ εμοί, τοι Ιλίω εγγεγάασιν».
Δηλαδή:
Αλλά στο σπίτι αφού πας, φρόντιζε τις δουλειές σου, τον αργαλειό και τη ρόκα και δίνε διαταγές στις υπηρέτριες να κάνουν τις δουλειές τους. Ο πόλεμος ενδιαφέρει όλους τούς άντρες πού γεννήθηκαν στην Τροία και ιδιαίτερα εμένα.
Την ίδια φράση επαναλαμβάνει κι ό Αριστοφάνης στην «Λυσιστράτη» του, βάζοντας στο στόμα τής Λυσιστράτης τα παρακάτω λόγια: «Εγώ, μιά φορά σώπαινα. Ή μιά χειρότερη από την άλλη φτάνανε στ’ αυτιά μας οι αποφάσεις σας και τότε πάλι ρωτούσαμε: «Μα τι είν’ αυτές οι ανοησίες πού κάνετε, άντρα μου»; Αυτός με στραβοκύτταζε και μούλεγε: «Εσύ να κάνεις ρόκα σου, ειδεμή για καιρό θα σού πονάει το κεφάλι. Ο πόλεμος είναι των αντρών δουλειά».

Σειρήνες
Οι Σειρήνες, καθώς αναφέρουν ό Ντεκαρμέ και ό Ρισπέν στην «Ελληνική μυθολογία», ό Απολλόδωρος στην «Βιβλιοθήκη» του και ό Όμηρος στην «Οδύσσεια», είναι τα πιο δημοφιλή μυθικά όντα• το όνομά τους μάς φέρνει στον νου την γοητεία και την σαγήνη μα και την αδυναμία εκείνων πού τις άκουγαν, ν’ αντισταθούν στον πειρασμό. Ή Κίρκη στην Οδύσσεια, λέει στον Οδυσσέα:
«Γοητεύουν όλους τούς άνδρες, πού τις πλησιάζουν. Άλλοι- μόνο όμως σ’ εκείνον, πού από άγνοια θα τις πλησιάσει πολύ και τις ακούσει. Ποτέ πια ή γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του, δεν θα χαρούν για τον γυρισμό του. Οι Σειρήνες, καθισμένες σ’ ένα λιβάδι, τριγυρισμένες από ένα μεγάλο σωρό ανθρωπίνων σκελετών και σαρκών πού σέπονται, θα τον κρατήσουν για πάντα με το αρμονικό τους τραγούδι».
Τι ήταν όμως οι Σειρήνες; Πολλά ειπώθηκαν για την καταγωγή τους, και τον τόπο πού κατοικούσαν. Ήταν θυγατέρες του Αχελώου και τής Μούσας Μελπομένης, ή Πεισινόη, ή Αγλαόπη και ή Θελξιέπεια. Ή μιά έπαιζε την κιθάρα, ή άλλη τραγουδούσε και ή τρίτη έπαιζε τον αυλό. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή, ήταν δυό ανθρωπόμορφα τέρατα με κεφαλή γυναίκας, σώμα πουλιού, πού κατοικούσαν στο στενό τής Μεσσήνης και με την γοητεία του τραγουδιού τους, πού οφειλόταν στην συγγένειά τους με τις Μούσες, τραβούσαν κοντά τους τούς ναυτικούς. Ο Όμηρος γράφει στην Οδύσσεια πώς οι Σειρήνες προσπαθούσαν να πείσουν τον Οδυσσέα με τούτα τα λόγια:
«Έλα σε μάς, δοξασμένε Οδυσσέα, τιμή τής Ελλάδας, σταμάτησε το πλοίο σου για ν’ ακούσεις τη φωνή μας. Ποτέ δεν περνούν ναυτικοί απ’ εδώ χωρίς να σταθούν ν’ ακούσουν τα γλυκά τραγούδια μας. Ύστερα φεύγουν ευχαριστημένοι και ξέροντας πολύ περισσότερα πράγματα».
Οι Σειρήνες έβαλαν επίσης την ουρά τους και στην εκστρατεία των Αργοναυτών• δεν κατάφεραν όμως να κάνουν τίποτα, γιατί στο πλοίο έπαιζε την λύρα του ό Ορφέας. Μόνο έναν απ’ αυτούς, τον Βούτη ξεγέλασαν και ρίχτηκε στην θάλασσα, αλλά και τούτον τον έσωσε ή Αφροδίτη, πού δεν τις χώνευε, γιατί δεν αγαπούσαν τον έρωτα. Αυτός είναι ό λόγος πού τις γοητευτικές γυναίκες πού ξετρελλαίνουν τούς άντρες σε σημείο ώστε να μη σκέπτονται τίποτα άλλο εξόν απ’ αυτές, τις λέμε Σειρήνες.

Μένεα πνέοντες
Ο Όμηρος, για να επαινέσει τούς Έλληνες γράφει:
«Μένεα πνέοντες οι Αχαιοί βάδιζαν σιωπηλά» (οι δ’ αρ’ ίσαν σιγή, μένεα πνείοντες Αχαιοί).
Την φράση την επαναλαμβάνει ό Αρριανός στην «Τέχνη τακτική» (32). Ομοίως την συναντάμε και στις Πράξεις των Αποστόλων: «Ο δε Σαύλος πνέων μένεα έτι απειλήν και φόβον κατά του μαθητών το Κυρίου, ήλθε προς τον Αρχιερέα» (Κεφάλαιο Θ-Ι).
Και ό Μέγας Αθανάσιος (Άπαντα, τόμ. 10, σελ. 159, έκδοση Ωφελίμου βιβλίου) γράφει: «Ας είμεθα σταθεροί κατά πάντα χρόνον και μάλιστα τώρα, καίτοι πολλαί θλίψεις μας καταπιέζουν και πολλοί αιρετικοί πνέουν μένεα εναντίον μας».

Πολυτεχνίτης, ερημοσπίτης
Πολυτεχνίτης, ερημοσπίτης λέει ό λαός για όποιον καταπιάνεται με πολλές τέχνες γιατί, κατ’ αυτό τον τρόπο δεν καταφέρνει να μάθει καμμιά σωστά. Μα και τούτη ή φράση έχει την αρχή της στους αρχαίους Έλληνες.
Λένε πώς ό Όμηρος, εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, είχε γράψει και τρίτο έπος, τον Μαργίτη. Σ’ αυτό δε το έπος υπήρχε και ό στίχος:
«Ος πολλά ηπίστατο έργα.
κακώς δε ήπίστατο πάντα».

Κοροίβου μωρότερος
Ο Κόροιβος ήταν γιος του Μύγδονα και τής Αναξιμένης• επήγε στην Τροία να παντρευτεί την Κασσάνδρα, αλλά τον σκότωσε ό γιος του Αχιλλέα, ό Νεοπτόλεμος.
Επειδή έφτασε στην Τροία με μεγάλη καθυστέρηση, ώστε ήταν πολύ αργά για να ολοκληρώσει τον σκοπό του ταξιδιού του, δηλαδή την έπαθε σαν τις μωρές παρθένες του Ευαγγελίου, έλεγαν παροιμιακά, καθώς μάς βεβαιώνει ό Πολύβιος:
— Κοροίβου μωρότερος.
Αλλοιώτικα όμως τα λέει το Λεξικό τής Σούδας, όπου διαβάζουμε πώς ό Κόροιβος ήταν κάποιος ανόητος πού μετρούσε τα κύματα και για τον οποίον ό Καλλίμαχος αναφέρει τον «όγδοον ώστε Κόροιβον». Το Λεξικό τής Σούδας γράψει: «Κόροιβος, όνομα κύριον, και μωρός τις μετρών τα κύματα».

Θερσίτης
Ο Θερσίτης ήταν ό πιο χειρότερος απ’ όλους τούς Έλληνες πού συμμετείχαν στην εκστρατεία τής Τροίας. Καμπούρης, αλλήθωρος, και κουτός• με την ακριτόμυθη και φιλόλογη γλώσσα του έψαλλε τούς πάντες και τα πάντα. Αλλά ό Οδυσσέας, όπως αφηγείται ό Όμηρος στην Ιλιάδα (Β, 212-271) με το σκήπτρο του τον ανάγκασε να ησυχάσει.
Ο Απολλόδωρος στην «Βιβλιοθήκη» του γράψει πώς τον Θερσίτη τον σκότωσε ό Αχιλλέας γιατί τον περιγελούσε.

Στέντορας-στεντόρεια φωνή
Ο Στέντορας ήταν ένας από τούς ήρωες τής Ιλιάδος, που, όπως λέει ό Όμηρος (Ε. 785), είχε φωνή μπρούτζινη και φώναζε τόσο, όσο πενήντα άντρες μαζί. Είχε την ανοησία να προκαλέσει τον Ερμή να παραβγούν ποιος δηλαδή θα εφώναζε δυνατότερα. Ο Στέντορας νικήθηκε και την ήττα του την πλήρωσε με την ζωή του. Λέγεται για έναν πού έχει βροντερή φωνή ή πού όταν μιλά διαβάζει ένα κείμενο ακούγεται ή διαπεραστική φωνή του. (Αριστοτέλης: Πολιτικά Ζ - Ρισπέν: Ελληνική Μυθολογία).

Ο Θεός αργεί μα δε λησμονεί
Απόδοση στην Νεοελληνική αρχαίων φράσεων:
— Ζευς κατείδε χρόνιος εις τας διφθέρας.
— Είπερ γάρ τε και αντίκ’ Ολύμπιος ούκ ετέλεσεν. Εκ τε και όψε τελεί (Ιλιαδ. Δ - Λ. Ζώης, Λεξικό Ζακύνθου).
Ό Ευριπίδης στον «Ορέστη» γράφει:
Όρ.: Αλίμου, πώς με κυνηγούν το δόλιο εμένα.
Μεν.: Όποιοι έχουν κάμει το κακό, κακό τούς βρίσκει.
Όρ.: Παρηγοριά στη συμφορά μου ωστόσο βρίσκω.
Μεν.: Μη πεις για θάνατο, γιατί άμυαλο αυτό θα ‘ναι.
Όρ.: Ο Φοίβος πρόσταξε τής μάνας μου το φόνο.
Μεν.: Τότε του είναι άγνωστο ποιο ‘ναι καλό και δίκιο.
Όρ.: Στους θεούς είμαστε υποχείριοι όποιοι να ‘ναι.
Μεν.: Κι από τα πάθια σου ό Λοξίας δε σ’ αλαφρώνει;
Όρ.: Αργεί ό θεός το συνηθίζει πάντοτε έτσι μέλλει• το θείον δ’ έστι τοιούτον φύσει».
Το ίδιο σημαίνουν εξ άλλου και τα λόγια του Αγαμέμνονα:
«Γιατί κι αν δεν παιδέψει ευθύς ό Δίας, μα παιδεύει ύστερα αργά» προς τον Μενέλαο, όταν τον πλήγωσε ό Τρωαδίτης Πάνδορας, παραβαίνοντας την γινομένη συμφωνία• αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθούν οι Τρωαδίτες (Ιλ. Δ, 160).
Παρόμοιες είναι και οι παροιμίες:
«Ο Θεός φήτσε σε άμμα τζό ζελμονά σε» δηλαδή ο Θεός σ’ άφησε, αλλά δεν σε λησμόνησε, πού έλεγαν στα Φάρασα και «ό Θεός αργίζ’ άμα ‘κι χαρίζει» πού έλεγαν στον Πόντο (Δ. Λουκάτος, παροιμίες των Φαράσων, Αθήνα 1951).

Γιατί πολλά στη μέση μάς χωρίζουν
Γιατί πολλά στη μέση μάς χωρίζουν και κορφοβούνια απλόσκιωτα και θάλασσα αφρισμένη. Αυτά τα λόγια είπε ό Αχιλλέας (Ιλιάδα, Α 157), όταν θυμωμένος με τον Αγαμέμνονα, πού τον είχε πειράξει, του δήλωσε πώς, ό ίδιος δεν είχε καμμιά αφορμή να πολεμάει με τούς Τρωαδίτες, μακριά από την δική του πατρίδα, και πώς είχε έρθει στην εκστρατεία μόνο για χάρη του Αγαμέμνονα.
Λέγεται ή φράση για κάτι πολύ μακρινό, κάποτε και ειρωνικά (Μ. Τριανταφυλλίδης: παροιμιακές φράσεις).

Ω τι κακό ατού πλάκωσε μεγάλο την πατρίδα
Όποι, ή μέγα πένθος Αχαιΐδα γαίαν ικάνει (Α 249)• έτσι ανακράζει ό σοφός γέροντας Νέστορας, βασιλιάς τής Πύλου πού είχε δει στη ζωή του τρεις γενιές, όταν ξέσπασε ό καυγάς ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα μπροστά στην Τροία. Λέγεται για μεγάλη συμφορά πού απειλεί την πατρίδα• κάποτε ειρωνικά (Μ. Τριανταφυλλίδης, Παροιμιακές Φράσεις).

Ο ιστός τής Πηνελόπης
Ο Αλκίνοος, ό βασιλιάς των Φαιάκων, αφού φιλοξένησε τον Οδυσσέα, τον φόρτωσε με δώρα και τον έστειλε στην πατρίδα του. Μόλις έφτασε ό Οδυσσέας στην Ιθάκη βρήκε τα υπάρχοντα του ρημαγμένα γιατί οι μνηστήρες, πού κατά τον Όμηρο ήταν 108 και κατά τον Απολλόδωρο 136, νομίζοντας ότι έχει πεθάνει ζητούσαν την Πηνελόπη.
Όλοι αυτοί μπαινόβγαιναν στα ανάκτορα, έσφαζαν τα ζωντανά του και γλεντοκοπούσαν. Κι ή Πηνελόπη όπως αναφέρει ό Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη) «πιεζομένη τούς υποσχόταν ν’ αποφασίσει για το γάμο όταν τελειώσει στον αργαλειό το σάβανο τού Λαέρτη. Και το ύφαινε τρία ολόκληρα χρόνια. Την ημέρα το ύφαινε και την νύκτα το ξεΰφαινε. Και μ’ αυτόν τον τρόπο εξαπατούσε τούς μνηστήρες μέχρι πού έγινε αντιληπτή».
Ό Ευριπίδης (Ορέστης) γράφει: «Το ξέρεις δα πώς τού Οδυσσέα τη γυναίκα δεν σκότωσε ό Τηλέμαχος, γιατί άντρα μ’ άντρα δεν άλλαξε, μόνο έμεινε πιστή στο σπίτι και στο στεφάνι της».
Από το περιστατικό τής Πηνελόπης, όλες οι γυναίκες πού μένουν πιστές στους άντρες τους τις αποκαλούμε Πηνελόπες.

Την ιδίαν τιμήν απολαύουν και ό κακός και ό καλός
Ο Όμηρος στην «Ιλιάδα» αφηγείται πώς όταν ό Οδυσσέας, σταλμένος από τούς άλλους Έλληνες, παρουσιάστηκε στον Αχιλλέα και τον παρακαλούσε να ξαναγυρίσει στο στρατόπεδο γιατί τούς λιάνισαν οι Τρωαδίτες, εκείνος πρόβαλε σαν δικαιολογία ότι στο στρατόπεδο των Ελλήνων «την ιδίαν τιμήν απολαύουν και ο κακός και ό καλός» δηλαδή τιμώνται όμοια και ό δειλός κι ό ανδρείος.
Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά Β» επαναλαμβάνει τα λόγια του Αχιλλέα και υποστηρίζει πώς φράση προήλθε εκ τού ότι:
«οι πεπαιδευμένοι και ανεπτυγμένοι πολίται επαναστατούν διά τα αξιώματα και τας τιμάς, εάν αυταί είναι ίσαι εις όλους τούς πολίτας».

Νεοπτολέμειος τιμωρία
Ο περιηγητής Παυσανίας στα «Μεσσηνιακά» (17, 4) αφηγείται πώς: Ο Νεοπτόλεμος ό γιος τού Αχιλλέα, πού σκότωσε τον Πρίαμο επάνω στον βωμό, συνέβη, να σφαγεί και εκείνος κοντά στον βωμό τού Απόλλωνος στους Δελφούς. Εξ αυτού τού γεγονότος ονομάζουν Νεοπτολέμειο τιμωρία το να πάθει κανείς ακριβώς εκείνο πού έκανε σε άλλους.
Περιγραφή τού φόνου τού Νεοπτολέμου μάς δίνει ό Ευριπίδης στην Ανδρομάχη όπου γράφει πώς ό Νεοπτόλεμος είχε πάει στους Δελφούς να προσφέρει θυσία:
«Τι προσευχή, νέε μου, να κάνουμε για σε στο θεό: Για ποιο σκοπό έφτασες εδώ;
Κι εκείνος είπε: «Κάποιο κρίμα μου παλιό θέλω να συγχωρέσει ό Φοίβος• μιά φορά για το αίμα τού γονιού μου ήθελα γδικιωμό». Έτσι τού Ορέστη ό λόγος φάνηκε πολύ πιστευτός, κι ότι πήγε με κακό σκοπό κι έλεγε ψέμματα ό αφέντης μου. Τραβά μες στο ναό λοιπόν για να προσευχηθεί μπρος στα μαντεία τού Φοίβου, και σιμώνει εκεί πού καίγονται τα θύματα. Μα είχαν κρυφθεί μέσα στις δάφνες σπαθοφόρο ν ένας τους ήταν κι ό γιος τής Κλυταιμνήστρας, πού έπλεξεν όλο το δόλο. Τ’ Αχιλλέα τότε ό γιος στάθηκε να προσευχηθεί στ’ άγαλμα εμπρός τού Φοίβου• τότε εκείνοι κοφτερά σπαθιά κρατώντας τον χτυπούν κρυφά ξαρμάτωτο. Εκείνος πισογύρισε, τ’ είχε ελαφριά λαβωματιά, κι από τού στύλου τα καρφιά τα κρεμασμένα άρματα αρπάζει και γοργά στάθηκε αρματωμένος στο βωμό μπροστά και κράζει αυτά τα λόγια στων Δελφών, τούς γιούς:
«Γιατί θα με σκοτώσετε πού έρχομαι ‘δώ μ’ ευλάβεια; Ποιο κακό έχω κάμει να χαθώ;» Κι ενώ κοντά ήταν τόσοι, τίποτα κανείς δεν είπε, παρά πέτρες όλοι τού έρριχναν. Κι ενώ χαλάζι τον χτυπούσε από παντού πυκνό, τ’ άρματα εσειούσε εκείνος κι από εδώ κι εκεί πρόβαλε την ασπίδα να προφυλακτεί απ’ τα χτυπήματα, μ’ άδικα πάσχιζε.
………………………………..Κι ό γιος τ’ Αχιλλέα πέφτει με μιά αψύστομη σπαθιά πού τού έδωσε μες τα πλευρά του ένας Δελφός». Ο Απολλόδωρος αναφέρει επίσης τα εξής:
«Οι Έλληνες, όταν υπολόγισαν, ότι οι εχθροί τους κοιμούνται, άνοιξαν το Δούρειο ίππο και κατέβηκαν με τ’ άρματά τους... άνοιξαν τις πόρτες κι υποδέχτηκαν τούς άλλους πού κατέφθασαν από την Τένεδο. Κι όλοι μαζί εισβάλλουν ένοπλοι στην πόλη, ορμούν μέσα στα σπίτια και σκοτώνουν τούς ανθρώπους στον ύπνο. Ο Νεοπτόλεμος σκότωσε τον Πρίαμο εκεί πού ζητούσε καταφύγιο στο βωμό τού Ερκείου Διός».
Ο ίδιος μνημονεύει το γεγονός και στον «Κύκλωπα».
Επίσης, ό Πίνδαρος (Παιάνες, VI, «Στην Δελφική Πυθώ» λέει:
«Κι έτσι καθώς με τούς παπάδες
τού ναού φιλονεικούσε για των προσφορών τη μοιρασιά, τον σκότωσεν ό Φοίβος
μέσα στο ναό του και εκεί δίπλα στον ομφαλό τής γης».
Τέλος, σύμφωνα με κάποια παράδοση πού διασώζει ό Παυσανίας (Φωκικά XXIV, 6) τον Νεοπτόλεμο τον σκότωσε ό Ορέστης ή κάποιος ερέας και ό τάφος του ήταν δυτικά τής Στοάς τού Αττάλου στους Δελφούς.

Παλινωδία
Ο Ευριπίδης στο τέλος τής τραγωδίας του «Ηλέκτρα»λέγει:
«Η Ελένη απ’ τού Πρωτέα τα παλάτια, θα φτάσει και την Αίγυπτο θα αφήσει
γιατί ποτέ δεν πήγε στη Φρυγία•
μα ό Δίας, πού πολέμου ήθελε αιτία
να δώσει κ’ οι άνθρωποι να σκοτωθούνε, το φάντασμά της έστειλε στην Τροία».
Η Ιστορία αυτή στηρίζεται σ’ ένα μύθο πού χρησιμοποίησε ό λυρικός ποιητής Στησίχορος και πού ό Ηρόδοτος αναφέρει (ΙΙ, 113-120) ότι προέρχεται από τούς Ιερείς τής Αιγύπτου. Ο Στησίχορος, λοιπόν, πού έζησε γύρω στα 640-555 π.Χ., καθώς ιστορούν ό Πλάτωνας (Φαίδρος 243 Α) και ό Ισοκράτης (Ελένη 64) στο ποίημα του πού είχε γράψει για την πανέμορφη Σπαρτιάτισσα, είχε βάλει εναντίον της πολλά πειραχτικά λόγια.
Καθώς όμως τελείωσε το ποίημά του, ένιωσε ξαφνικά πώς είχε τυφλωθεί.
Το πάθημά του το απόδωσε στην εκδίκηση των θεών και προπαντός στους Διόσκουρους —αδελφούς τής Ελένης— για τις κατηγορίες πού είχε κάμει στην Ωραία Ελένη• γι’ αυτό, χωρίς να χάσει καιρό έγραψε άλλο ποίημα με τον τίτλο «Παλινωδία» πού ανάμεσα στ’ άλλα έγραφε:
«Δεν είναι αληθινός αυτός ό λόγος, δεν μπήκες στα καλόσκαρα καράβια μήτε στης Τροίας έφτασες τα κάστρα».
Λέγεται για κείνον πού διαψεύδει με τα έργα τα λόγια του πού Πρώτα φαίνονταν σωστά (Λουκιανός Απολογία 1). Παυσανίας: Λακωνικά. Ευριπίδης: Ηλέκτρα, Φιλόστρατος: Τα εις Τυανέα, Ζ, ΧΙ).

Δούρειος ίππος
Οι Έλληνες απηυδισμένοι από τον μακροχρόνιο Τρωικό Πόλεμο αναζητούσαν τρόπο να δώσουν ένα τέρμα στην όλη υπόθεση• τότε ξεπετάχθηκε ό πολυμήχανος Οδυσσέας και πρότεινε να κατασκευάσουν ένα τεράστιο ξύλινο άλογο —το Δούρειο Ίππο— για να κρυφτούν μέσα του τα πιο γενναία παλληκάρια και με το πρόσχημα πώς το άλογο το δωρίζουν στους θεούς να μπούνε με δόλο στην Τροία. Οι Τρωαδίτες μπαϊλντισμένοι κι αυτοί από τις κακουχίες του πολέμου, παρά τις αντιρρήσεις του αρχιερέα Λαοκόοντα πού είπε το περίφημο —«Φοβού τούς Δαναούς και δώρα φέροντας» έμπασαν το άλογο μέσα στα τείχη. Έτσι τη νύχτα βγήκαν οι Έλληνες κρυφά από το Δούρειο ίππο και κατόρθωσαν να παραδώσουν την Τροία στους άλλους Έλληνες πού γνωρίζοντας το μυστικό περίμεναν απ’ έξω από τα τείχη. Την φράση τη λέμε για προσφορά πού κρύβει καταστροφή ή υστεροβουλία. (Παυσανίας: Αττικά, Ομήρου: Ιλιάς, Βιργιλίου: Αινειάς, Μ.
Τριανταφυλλίδη: Παροιμιακές Φράσεις, Απολλόδωρος: Επιτομή 16-21).

Ας μην πάω χαμένος κι άδοξα
Ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Χ 304) έχει τούς στίχους:
Μη μαν ασπουδί γε και ακλειώς απολοίμην, αλλ’ μέγα ρέξας τι και εσσομένοισι πυθέσθαι
Δηλαδή:
Ας μη πάω χαμένος χωρίς προσπάθεια και άδοξα, μα αφού κάμω κάτι μεγάλο, πού να το μάθουν κι οι κατοπινοί.

Ο κανένας
Ο Οδυσσέας, ύστερα από την χώρα των Λωτοφάγων, έφθασε στην χώρα των Κυκλώπων• εκεί, αφού άφησε τ’ άλλα πλοία στο γειτονικό νησί, με ένα μόνο πλοίο πόδισε κι αποβιβάστηκε με δώδεκα συντρόφους του. Μόλις πάτησαν το ποδάρι τους στην στεριά, βρήκαν μιά σπηλιά, πού ήταν τού Κύκλωπα Πολύφημου, ενός μονόφθαλμου άγριου ανθρωποφάγου, γιου τού Ποσειδώνα και τής Θόωσας. Άναψαν φωτιά, έσφαξαν μερικά κατσίκια πού έβοσκαν εκεί κοντά και το έριξαν στο φαγοπότι. Σαν έφτασε σε λίγο ό Κύκλωπας έμπασε τα κοπάδια μέσ’ στην σπηλιά κι έκλεισε την είσοδό της με ένα τεράστιο βράχο. Και μόλις αντίκρυσε τούς ανθρώπους, άρπαξε μερικούς και τούς καταβρόχθισε. Ο Οδυσσέας τού ‘δωσε τότε να πιει από το κρασί τού Μύρωνα. Το κρασί άρεσε στον Πολύφημο και ζήτησε να ξαναπιεί ρωτώντας συνάμα τον Οδυσσέα ποιο είναι το όνομά του.
Ο Οδυσσέας απάντησε «Ούτις» δηλαδή Κανένας.
Εσένα λοιπόν, φίλε Ούτι, γι’ ανταπόδοση χάρης για το καλό κρασί πού με κέρασες θα σε φάω τελευταίο είπε ό Κύκλωπας και συνέχισε να κουτσοπίνει.
Το κρασί όμως ήταν δυνατό κι ό Κύκλωπας έγινε τύφλα στο μεθύσι κι αποκοιμήθηκε• εκείνη την στιγμή ό Οδυσσέας βρήκε την ευκαιρία, άρπαξε ένα σουβλερό ξύλο, το ζέστανε στην φωτιά και τον τύφλωσε.
Ο Πολύφημος ξύπνησε κι έμπηξε τις φωνές, καλώντας σε βοήθεια τούς άλλους Κύκλωπες πού κατοικούσαν εκεί γύρω στις σπηλιές. Εκείνοι ακούγοντας τις φωνές έτρεξαν και στάθηκαν γύρω-γύρω στην σπηλιά του και τον ρωτούσαν!
Τι σ’ έπιασε, Πολύφημε, και φωνάζεις τόσο τρομερά στην Θεία νύχτα, και μάς κόβεις τον ύπνο; Μήπως κανείς θνητός σού σαλαχάει τα πρόβατα άθελά σου ή μήπως κάποιος σε σκοτώνει με δύναμη ή με δόλο;
— «Φίλοι, ό Κανένας με σκοτώνει, όχι με δύναμη, με δόλο», ούρλιαζε ό Πολύφημος.
Κι εκείνοι απ’ έξω τού φώναζαν:
— «Αφού κανένας δεν σε πειράζει κι είσαι μόνος σου, αρρώστεια πού έστειλε ό τρανός ό Δίας δεν την ξεφεύγεις. Προσευχήσου στον άρχοντα Ποσειδώνα, τον πατέρα σου». Αυτά είπαν και ξανάφυγαν. (Ομήρου: Οδύσσεια, Απολλόδωρος: Βιβλιοθήκη (Επιτομή, VΙΙ), Λουκιανός: Ενάλιοι Διάλογοι, Ευριπίδης: Κύκλωπας).

Η χάρη θέλει αντίχαρη
Σύμφωνα με κάποιο μύθο πού κυκλοφορούσε μεταξύ των ιερέων τής Αιγύπτου ή ωραία Ελένη δεν πήγε ποτέ της στην Τροία• ό Πάρις, από εκδίκηση τής Ήρας, επήρε μόνο το φάντασμά της. Την αληθινή Ελένη την επήρε ό Ερμής και την επήγε στην Αίγυπτο, στα παλάτια τού βασιλιά της Πρωτέα, γιατί ήταν ό πιο τίμιος από τούς ανθρώπους και θα σέβονταν την τιμή της ώσπου να την ξαναπάρει ό Μενέλαος. Όσο ζούσε ό Πρωτέας όλα πήγαιναν καλά• μετά τον θάνατό του όμως ό γιος του ό Θεοκλύμενος, πού ήταν ερωτευμένος μαζί της θέλησε να την κάμει γυναίκα του. Ή Ελένη για να γλυτώσει προσπέφτει στον τάφο τού Πρωτέα• κάποια μέρα όμως ξέπεσε στα ακρογιάλια τού τόπου ναυαγισμένος ό Μενέλαος και ξαναβρήκε την πραγματική του γυναίκα. Τότε ή Ελένη, για να ξεφύγουν από τον Θεοκλύμενο, σοφίστηκε ένα σχέδιο: Είπε στον Θεοκλύμενο, πώς πέθανε ό Μενέλαος και πώς δέχεται πια να τον παντρευτεί αρκεί να την αφήσει να προσφέρει τις νεκρικές τιμές στον άντρα της.
Ο Ευριπίδης στην Τραγωδία του «Ελένη» έχει την παρακάτω στιχομυθία:
Ελένη: Δεν σ’ αποφεύγω πια• ετοιμάσου για γάμο.
Θεοκλύμενος: Αργά είπες ναι, μα καλοπρόσδεκτο κι αυτό είναι.
Ελένη: Ξέρεις τι θέλω; Τα παλιά πια ας ξεχαστούνε.
Θεοκλύμενος: Με ποιο όρο; Γιατί ή χάρη αντίχαρη γυρεύει.
(Χάρις γάρ αντί χάριτος ελθέτω).
Στην Γορτυνία λένε πώς «ή χάρη θέλει αντίχαρη και πάλι χάρη θα ‘ναι». Δηλαδή ή εξυπηρέτηση θα δημιουργήσει υποχρέωση για αντίστοιχη εκδούλευση, αλλά και πάλι εκείνος πού ευεργετήθηκε θα είναι υποχρεωμένος στον ευεργέτη του.

Οι ασκοί τού Αιόλου
Ο Αίολος ήταν παιδί τού Ιππότου, πού ήταν βασιλιάς τής Αιόλιας, ενός νησιού πλωτού. Το νησί αυτό, στο οποίο βασίλευσε και ό Αίολος, είχε πολύ ψηλούς βράχους και γύρω-γύρω χάλκινο κάστρο. Εκεί είχε τον θρόνο του ό Αίολος και ζούσε με τούς έξη γιούς και τις έξη κόρες του, προσωποποίηση των 12 ανέμων. Ο Αίολος είχε ορισθεί από τούς θεούς ταμίας των ανέμων. Τούς ανέμους τούς είχε κλεισμένους σε μεγάλους ασκούς και τούς άνοιγε όταν ήθελε, αφήνοντας όση ποσότητα ήθελε.
Ο Διόδωρος (Ε, 7) λέει πώς ό Αίολος υπήρξε ευσεβής και δίκαιος και προς τούς ξένους καλοπροαίρετος. Είναι ό ίδιος στον οποίο κατά την μυθολογία, έφθασε ό Οδυσσέας κατά την περιπλάνησή του (Όμηρος, Οδύσσεια, Κ, Ι κ.ε.). Ακόμη, αυτός είναι πού εισήγαγε την χρήση των ιστίων από τούς ναυτικούς κι ύστερα από μακροχρόνιες παρατηρήσεις των «σημαδιών» τού ηφαιστείου πρόλεγε με ακρίβεια τούς τοπικούς ανέμους κι απ’ αυτό προήλθε ό μύθος ότι ό Αίολος κρατούσε τούς ανέμους (βλ. Όμ. Οδύσσεια Κ, 21).

Δεν έβγαλε κιχ
Δεν πρόλαβε να κάνει κιχ
Ή φράση υποστηρίζει ό Κώστας Δούκας στο βιβλίο του «Το μεγάλο μυστικό του Ομήρου» (τόμ. Α. σελ. 11, έκδοση Δωδώνης, Αθήνα 1993) προέρχεται από το ομηρικό ρήμα «κιχήναι» πού σημαίνει ό,τι ακριβώς και ή σημερινή έκφραση: προλαβαίνω, προφθάνω.
Στην «Οδύσσεια» ένας μνηστήρας παραπονιέται ότι, ενώ είχαν προετοιμάσει στον Τηλέμαχο άγριο φόνο, δεν πρόλαβαν:
«Φόνον αιπύν ερράψωμεν• ούδ’ εκιχήμεν».

Κασσάνδρα
Κασσάνδρα ονομάζομε οποιονδήποτε άντρα ή γυναίκα πού προλέγει τον ερχομό κάποιου κακού. Ή Κασσάνδρα ήταν κόρη τού Πριάμου, βασιλιά τής Τροίας, πού είχε το χάρισμα να προφητεύει. Επειδή όμως δεν κράτησε τον λόγο της στον Απόλλωνα, εκείνος την τιμώρησε με το να μην την πιστεύει κανείς.
Προείπε την καταστροφή τής Τροίας εξ αιτίας τού Πάρι και τής Ελένης και απέτρεπε τούς Τρωαδίτες να δεχθούν τον Δούρειο Ίππο, αλλά δεν έπεισε κανέναν.
Όταν αλώθηκε ή Τροία ό Αίας ό Λοκρός την απόσπασε από τον βωμό τής Αθηνάς και κατά την διανομή των δώρων την επήρε ως παλλακίδα ό Αγαμέμνονας. Στις Μυκήνες, πού ήρθαν, δολοφονήθηκε μαζί με τον Αγαμέμνονα στον οποίο τού προείπε το τέλος. Λεπτομέρειες για το τραγικό της τέλος αφηγείται ό Αισχύλος στον «Αγαμέμνονα» (Εγκ/δεια Ελευθερουδάκη). Λέγεται μεταφορικά για όσους προβλέπουν ό,τι θα γίνει, μα πού κανείς δεν ακούει τις συστάσεις τους, ή και γενικά για γυναίκες ή άντρες προφήτες.

Οι Χιώτες πάνε δύο-δύο
Ο Αριστοτέλης «Ηθικά Νικομάχεια» γράφει: «Προσέτι οι φίλοι παρέχουν βοήθειαν εις τούς νέους, διά να μη υποπίπτουν εις σφάλματα και παρέχουν επίσης εξυπηρέτησιν εις τούς μεγαλυτέρους κατά την ηλικίαν και αναπληρώνουν τας ελλιπείς λόγω αδυναμίας πράξεις των, και εις τούς ευρισκομένους εις την ακμήν τής ηλικίας των παρέχουν ενίσχυσιν εις τας καλάς πράξεις. Όταν δύο βαδίζουν μαζί, διότι οι δύο είναι περισσότερον ικανοί να εννοήσουν από κοινού και να ενεργήσουν».
Ή φράση: «Όταν δύο πηγαίνουν μαζί» πού την μνημονεύει και ό Πλάτων στο «Συμπόσιο» είναι παρμένη από την Ιλιάδα τού Ομήρου (Κ, 224-225), έχει την έννοια ότι δύο ή πολλοί, όταν ζουν και κινούνται μαζί, είναι πιο ισχυροί και πιο καλοί από ένα και μόνο.
Την ίδια φράση την μεταχειρίζεται κι ό Μέγας Βασίλειος στην «επιστολή 97» προς τον Λιβάνιο.
Τούτη την φράση την έκαμαν βίωμα οι Χιώτες γιατί κάποτε την έπαθαν Χιώτικα... Πολύ διαδεδομένο είναι το παρακάτω ανέκδοτο: Κάποτε ένας Χιώτης λαδέμπορας, γνωστός για την τσιγκουνιά του, γύριζε από χωριό σε χωριό με το γαϊδουράκι του φορτωμένο με δύο ασκιά λάδι. Εκεί πού διαλαλούσε το εμπόρευμά του, τον πλησίασε κάποιος και τού είπε ν’ ανοίξει τ’ ασκιά για να δοκιμάσει την ποιότητα τού λαδιού. Ο Χιώτης, νομίζοντας πώς ό άλλος ενδιαφερόταν πράγματι για το λάδι, άνοιξε και τα δύο ασκιά. Μα καθώς αυτός κρατούσε τα ασκιά, ό άλλος βρήκε την ευκαιρία πού ήθελε. Χωρίς να χάσει καιρό ξεβράκωσε τον Χιώτη και τού έκανε την δουλειά... Από τότε οι Χιώτες πάνε δύο-δύο.
Μιά άλλη εκδοχή λέει, πώς όταν ό Χιώτης άνοιξε τ’ ασκί, ό άλλος μ’ ένα σουγιά, σκόπιμα φυσικά, άνοιξε στο ασκί μιά τρύπα. Ο Χιώτης τότε με το ένα χέρι κρατούσε το στόμα τού ασκιού και τ’ άλλο το έβαλε στην τρύπα, για να μη χυθεί το λάδι. Κι όταν ό φερόμενος σαν αγοραστής τον ξεβράκωσε, ό Χιώτης προτίμησε να την πάθει... παρά να αφήσει το λάδι να χυθεί.
Τούτες τις εκδοχές μου τις αφηγήθηκε ό δικηγόρος Ν. Χαλκιάς από την Χίο.
Υπάρχει όμως και μιά τρίτη εκδοχή πού μού την αφηγήθηκε ή σπουδάστρια Ελένη Ζουλίνου: Τον καιρό τής Τουρκοκρατίας σε κάποια περιοχή τής Χίου οι Τούρκοι, όταν περνούσαν απ’ αυτό το μέρος Έλληνες, τούς έπαιρναν καβάλα, λες και ήταν υποζύγια. Για να γλυτώσουν οι Χιώτες από την ντροπή αυτή πήγαιναν δύο-δύο. Ο ένας όμως πήγαινε καβάλα στους ώμους τού άλλου. Οι Τούρκοι, πού τούς έβλεπαν από μακριά, νόμιζαν πώς εκείνος πού ήταν καβάλα ήταν Τούρκος.
Φαίνεται όμως πώς ή φράση είναι πολύ παλιά. Ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθες» (51) γράφει: «Πολύ τούς χαίρομαι τούς Χιώτες, πού ‘ναι παντού κολλημένοι».

Μέντορας
Μέντορα λέμε τον καλό σύμβουλο. Ο Μέντορας καταγόταν από την Ιθάκη• σ’ αυτόν εμπιστεύτηκε το σπιτικό του ό πολυμήχανος Οδυσσέας φεύγοντας για την Τροία. Συχνά μάλιστα και ή Αθηνά έπαιρνε την μορφή του για να μπορεί αθέατη να δίνει τις κατάλληλες συμβουλές (Ομήρου Οδύσσεια).

Έρριξε τον λίθο τού αναθέματος
Ανάθεμα είναι το ανάθημα των αρχαίων, δηλαδή ή αφιέρωση του κακούργου στις τιμωρούς θεότητες του Άδη και δεν ήταν τίποτα άλλο από τον λιθοβολισμό. Το έθιμο το συναντάμε και στους Ιουδαίους.
Ήδη στον Όμηρο ό Έκτορας, βρίζοντας τον Πάρι, λέει πώς θα φορούσε λίθινο χιτώνα, αν οι Τρώες δεν ήταν δειλοί. Ανάλογη είναι και ή κατά την μυθολογία καθοσίωση τού Ερμή από τούς θεούς, για τον φόνο τού Άργου.
Αργότερα ό Πλάτων, ξεκινώντας ίσως από σχετική δοξασία, νομοθετεί όπως τα σώματα εκείνων πού καταδικάστηκαν για πατροκτονία και θανατώθηκαν, μεταφέρονται σε τριόδους έξω από την πόλη και οι Αρχές να ρίχνουν πέτρες στα κεφάλια τους.
Ο Παυσανίας αναφέρει δύο τέτοιους τάφους πού ανεγέρθηκαν από συσσώρευση λίθων.
Οι ιερείς τής Εκκλησίας μας, λέει ό Ανδρούτσος στην «Συμβολική» (β’ έκδοση, Αθήνα 1930, σελ. 85) έχουν το δικαίωμα «λύειν και δεσμεύειν», ωστόσο δεν αναφέρεται πουθενά πώς έχουν το δικαίωμα ν’ αφορίζουν ή ν’ αναθεματίζουν. Όμως ή Εκκλησία παρέλαβε την αρχαία συνήθεια και την χρησιμοποίησε στην αρχή κατά των αιρετικών, οπότε ό λαός επιφωνούσε τρεις φορές «ανάθεμα». Χαρακτηριστική είναι ή σκηνή αναθέματος πού μάς δίνει ό Δούκας στην «Βυζαντινή ιστορία» (κεφ. 35, έκδοση Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, τόμ. 15, σελ. 25).
Το 1804 ή Εκκλησία αναθεμάτισε τον Ιωάννη τον Ιταλό, σύγχρονο τού Αλεξίου τού Κομνηνού, εξ αιτίας των ιδεών του περί ψυχής και εικόνων πού θεωρήθηκαν αιρετικές. Ο αναθεματισμός προκάλεσε ολόκληρο σάλο, τον οποίο περιγράφει ή Άννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα» (Ε, VIII, έκδοση Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, τόμ. 2, σελ. 76).
Μιά περιγραφή λαϊκού αναθέματος, πού δεν έχει σχέση με το εκκλησιαστικό ανάθεμα, βρίσκομε στο Ημερολόγιο Καλύμνου 1965 (25 Ιουνίου):
Τον αναθεματισμένο τον έβγαζαν έξω από το χωριό σε περίβλεπτη τοποθεσία. Τότε ό πιο γέρος και σεβαστός τού χωριού απήγγελλε το έγκλημά του. Ύστερα έπαιρνε την πρώτη πέτρα, την έριχνε πάνω του λέγοντας «ανάθεμα». Το παράδειγμά του ακολουθούσαν όλοι οι άλλοι με την ίδια φωνή και σε λίγο στο μέρος εκείνο σχηματιζόταν σωρός από πέτρες πού κάλυπταν τον ένοχο.
Όποιος περνούσε από τον τόπο τού αναθέματος, έπρεπε όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει από το γεγονός, να πετάξει κι αυτός την πέτρα του. Πίστευαν πώς όσο τον ένοχο τον φορτώνουν οι πέτρες, τόσο βαραίνουν την ψυχή του.
Σε τέτοιες κατηγορίες υπέβαλαν τούς εγκληματίες, τούς πόρνους, τούς ιερόσυλους κ.λπ.
Ιστορικό έμεινε το ανάθεμα κατά τού Ελευθ. Βενιζέλου.
Αμέτρητα είναι τα κείμενα πού αναφέρονται στο ανάθεμα. Βλέπε κυρίως:
—Αλέκος Μαρασλής: Ιστορία τής Πάτρας, Πάτρα 1983.
—Λαογραφία, τόμ. ΚΑ (1963/64) 8-89.
— Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική βιβλιοθήκη, βιβλ. ΙΓ, 6-9.
— Κουκουλές Φ. Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, Τα Λαογραφικά τόμ. Β, σελ. 166-167.
Εξ άλλου οι Ρωμαίοι όταν έκαναν συνθήκες επεκαλούντο τον Δ ι ά λ ι θ ο δηλαδή κάποια πέτρα πού μάλλον είχε φετιχική δύναμη• ένα τέτοιο όρκο αφηγείται ό Πολύβιος (Ιστορίες Γ): «Τον όρκον δε πού θα έπρεπε να δώσουν θα ήτο διά μεν τούς Καρχηδονίους επ’ ονόματι των πατρώων θεών, διά τούς Ρωμαίους δε ως προς μεν τας συνθήκας κατά κάποιο παλαιό έθιμον επ’ ονόματι του Διός λίθου, ως προς δε τας τελευταίας συνθήκας επ’ ονόματι του Άρεως, και του Ενυαλίου. Είναι δε Ζευς ό λίθος ως εξής περίπου• αφού λάβη εις τας χείρας λίθον αυτός πού ορκίζεται περί των συνθηκών, όταν προηγουμένως ορκισθή εξ ονόματος του Δημοσίου, λέγει τα εξής: «εφ’ όσον τηρώ τούς όρκους, όλα να μου πηγαίνουν καλά, εάν δε διαφορετικά κάπως σκεφθώ ή πράξω, ενώ όλοι οι άλλοι θα είναι σώοι και αβλαβείς εις τας πατρίδας των, με τούς νόμους των, με τις περιουσίες των, τα ιερά, τούς τάφους των, μόνον εγώ να αποβάλω όλα αυτά, όπως αυτός εδώ ό λίθος τώρα• και μόλις είπη αυτά, ρίπτει τον λίθον από το χέρι του».

Τα έκανε γυάλα
Ο Παυσανίας στα Φωκικά αφηγείται τα εξής: «Στην εποχή μου είναι σπάνιο το σχήμα των θωράκων, πού χρησιμοποιούσαν στα παλιά χρόνια. Απετελούντο από δυό κομμάτια χάλκινα, το ένα εφάρμοζε μπροστά στο στήθος και την κοιλιά, το άλλο εκάλυπτε
τα νώτα. Και τα δυό ονομάζονταν γυάλα και συνδέονταν μεταξύ τους με πριτσίνια. Αυτά φαίνεται ότι παρείχαν την απαιτούμενη ασφάλεια και χωρίς ασπίδα. Γι’ αυτό και ό Όμηρος παριστάνει τον Φόρκυνα τον Φρύγα χωρίς ασπίδα, γιατί φορούσε τέτοιο γυαλοθώρακα. Εγώ είδα αυτόν τον θώρακα πού ζωγράφισε ό Πολύγνωτος, αλλά και στον ναό τής Εφεσίας Αρτέμιδος ό Καλλιφών ό Σάμιος ζωγράφισε γυναίκες πού συναρμολογούσαν απάνω του τα δύο κομμάτια (γυάλα) του θώρακα του Πατρόκλου».

Νέστορας
Ο Νέστορας ήταν ό γεροντότερος και ό πιο σοφός από όλους τούς Έλληνες πού είχαν εκστρατεύσει στην Τροία, όπως λέει ό Όμηρος (Ιλιάδα, Α 247 κ.ά.).
Λέγεται για σοφό γέρο ή για τον πιο ηλικιωμένο και σεβαστό από μία ομάδα ανθρώπων.
Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια τού Σοφοκλή στον «Φιλοκτήτη» (στ. 42 1-424):
«Μα εκείνος ό παλιός και καλός φίλος απ’ την Πύλο, ό Νέστορας, δεν είναι πού αυτός με τις σοφές του συμβουλές δεν άφηνε να γίνουν αδικίες».

Διομήδεια ανάγκη
Ο Οδυσσέας, όταν είχε κλέψει με τον Διομήδη το Παλλάδιο τής Αθηνάς και το έφεραν στο στρατόπεδο των Ελλήνων, σκέφτηκε να σκοτώσει τον σύντροφό του για να φανεί στους Έλληνες ότι έκαμε μόνος του το κατόρθωμα.
Μα ό Διομήδης τον αντελήφθη από την σκιά του ξίφους, του ρίχτηκε και τον πήγε, με δεμένα τα χέρια και χτυπώντας τον με το πλατύ του ξίφος, στους Έλληνες.
Την φράση την χρησιμοποιεί και ό Πλάτων στην Πολιτεία (Βιβλ. ΣΤ, σελ. 78, τόμ. 7, έκδ. Εταιρ. Έλλην. Εκδόσεων) και την λέμε και σήμερα για κάτι πού γίνεται κάτω από την ανάγκη.
Αλλά υπάρχει και άλλη εκδοχή τής παροιμίας. Το λεξικό τής Σούδας γράψει ακόμη: «Διομήδειος ανάγκη: παροιμία, από του Τυδέως ή από του Θρακός, ός ανάγκαζε τούς ξένους αισχραίς ούσαις τας θυγατράσιν αυτού μίσγεσθαι, άς και ίππους αλληγορεί, είτα ανήρει».

Πήρ’ ό νους του αέρα
Ο Χαραλ. Σταμάτης στο «Ρουμελιώτικο ημερολόγιο 1966» γράψει τα εξής:
«Το 1771, όταν γέρος αρματωλός πλέον ό Βλαχοθανάσης αποφάσισε ν’ αφήσει τ’ αρματωλίκι και να πεθάνει στην ΒουνιΧώρα, τον βρήκε ό Ανδρούτσος και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει στην επίθεση πού μελετούσε κατά τού Μουχτάρ πασά τής Ναυπακτίας. Ήξερε ό Ανδρούτσος πόσο πολύτιμος ήταν ό ψυχοπατέρας του για τη μάχη στον Έπαχτο και με τα πολλά παρακάλια κατώρθωσε να πείσει το —γέρο-Βλαχοθανάση— να ξεσηκωθεί. Σε άγρια φονική μάχη δυό ήμερών έξω από τη Ναύπακτο, ό Βλαχοθανάσης έκοψε πολλά Τούρκικα κεφάλια και πληγώθηκε στο λαιμό και στα χέρια. Ύστερα στο μεγάλο αντάριασμα τής μάχης και βλέποντας ότι έπεφτε το πρωτοπαλλήκαρό του, ό Γιάννης Ξυλικιώτης, όρμησε ό γέρος σαν τρελλός μπροστά χτυπώντας όπου μπορούσε και πασχίζοντας να σύρει μαζί του τον Ξυλικιώτη. Ως εδώ ή λαϊκή μούσα τραγούδησε το οκτάστιχο πού συναντάμε σ’ όλη τη Φωκίδα σήμερα να τραγουδιέται και να χορεύεται σε “τσάμικο”».
Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στη Βουνιχώρα, τόνα τηράει τα Σάλωνα και τ’ άλλο την Κωστάρτσα το τρίτο το καλύτερο ρωτάει τούς διαβάτες:
— «Διαβάτες πού διαβαίνετε, στρατιώτες πού περνάτε, μην είδατε τσ’ αρματωλούς και τον Βλαχοθανάση, πού γέρασε αρματωλός, στους κλέφτες καπετάνιος;»
— «Εμείς προψές τον είδαμε στον Έπαχτον απόξω, δυό μέρες επολέμησε με Τούρκους τρεις χιλιάδες...» Το θανάσιμο χτύπημα πού κατάφεραν τού Ξυλικιώτη είχε κάμει τον Βλαχοθανάση να τον πονέσει και να πολεμάει σαν λιοντάρι. Σε μιά στιγμή, αποκεφαλίζοντας κάποιον Τούρκο πού πήγαινε να κόψει το κεφάλι τού Γιάννη Ξυλικιώτη και βοηθώντας τον Ανδρούτσο ν’ αποκρούσει ολόκληρο σμήνος από Τούρκους καβαλάρηδες ό γέρος έπεσε νεκρός. Είχε κατορθώσει ό δερβέναγας τής Ναυπάκτου Μητσομάνος να τού πάρει το κεφάλι. Κανένα πτώμα παλληκαριού δεν μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους οι Έλληνες από την άγρια εκείνη μάχη τού Έπαχτου.
Τα κεφάλια από τούς σκοτωμένους τα έκοψαν οι Τούρκοι και τα περιέφεραν στον Έπαχτο επί πολλάς ημέρας. Ύστερα τα παρέδωσαν στον Μπέη των Σαλώνων και ή μούσα συμπλήρωσε για τον Μήτρο Βλαχοθανάση:
Βλάχο, καλά καθόσουν ψηλά στη Βουνιχώρα. Θυμήθηκες τα νειάτα σου και πήρ’ ό νους αέρα, και τώρα το κεφάλι σου το πήρανε οι Τούρκοι. Το σεργιανάνε στα χωριά και παίρνουνε μπαξίσι, στα Σάλωνα οι Μπέηδες χούφτες φλουριά κερνάνε...» Την ίδια φράση την αναφέρει ό Μ. Α. Ρούσσος στα «Λαογραφικά τής Σαντορίνης» σ’ ένα τραγούδι τής βεντέμας (τρυγητού).
Βασίλεψε και σήμερα πάει και τούτη ή μέρα δεν είδα την αγάπη μου να πάρει ό νους μου αγέρα.
Η φράση όμως φαίνεται ότι είναι πολύ παλιά. Ήδη στην Ιλιάδα ό Αίας ό Τελαμώνιος λέει στον Έκτορα:
αψηλοφτέρισαν και χάθηκαν (ωκύμοροι καπνοίο δίκη αρθέντες απέπταν).
Τούς ίδιους δε στίχους επαναλαμβάνει κι ό Πλούταρχος στα «Ηθικά».

Άδωρα εχθρών τα δώρα
Τα δώρα είναι πάντοτε κατάλληλο μέσο για την απόκτηση ευνοίας. Το δώρο του ανθρώπου, λέει ό Σολομών, ανοίγει τόπο σ’ αυτόν και τον φέρνει μπροστά στους μεγάλους.
Μα όταν προέρχονται από τούς εχθρούς «είναι άδωρα», όπως υποστηρίζει ό Σοφοκλής στον «Αίαντα». Τρανό παράδειγμα πού επιβεβαιώνει τα λόγια του Σοφοκλή είναι και ό Δούρειος Ίππος.

Έπεσε στα πόδια του
Σαν άνθρωποι πού είμαστε έχουμε και τις αδυναμίες μας έτσι, όταν «ή χρεία κρουταλεί τις πόρτες μας» αδίστακτα προσπέφτουμε στα πόδια των αφεντάδων και φιλούμε κατουρημένες ποδιές, αρκεί να πετύχουμε τον σκοπό μας. Αυτή ή συνήθεια δεν είναι τωρινή• υπήρχε και στα αρχαία χρόνια.
Παρόμοιες σκηνές συναντάμε στις τραγωδίες του Ευριπίδη Ελένη:
«Ελένη: Στα πόδια σου προσπέφτω, τώρα, αφού είσαι φίλος.
Θεοκλύμενος: Τι θες να μού ζητήσεις ικετεύοντάς με;» και «Ανδρομάχη» όπου ό Ευριπίδης παρουσιάζει την κόρη τού Μενελάου την Ερμιόνη να πέφτει στα πόδια τού Ορέστη και να τον παρακαλεί με τούτα τα λόγια:
«Ω εσύ γιέ τ’ Αγαμέμνονα, πού φάνηκες στην τρικυμία λιμάνι, ‘μπρός στα πόδια σου πέφτω και σε παρακαλώ, λυπήσου με στη δυστυχία μ’ ηύρες. Να, τα χέρια μου στεφάνια ρίχνω ικετικά μπροστά στα πόδια σου».
Ο Ανακρέων στην Άρτεμη:
Σου προσπέφτω, ελαφοθήρα, τού Δία κόρη, ξανθομάλλα.
Ο Ανακρέων στον «Διόνυσο»:
Κύρη...
σού προσπέφτω, έλα σ’ εμένα πρόσχαρος και να υπακούσεις
τη χαριτωμένη ευχή μου.
Ο Ανδοκίδης στον «Περί Μυστηρίων» λόγο του λέει:
«Διότι εκείνος, πού τον περιέλαβον εις τον κατάλογον των μηνυομένων, ήτο ό Λυδός, ό δούλος του Φερεκλέους, εκείνος δε πού τον έπεισε να μείνη και να μη δραπετεύση ήμουν εγώ πολλά ικετεύσας και λαμβανόμενος των γονάτων».
Ο Πλούταρχος, στην βιογραφία τού Νικία, γράφει πώς ό Νικίας, βλέποντας την μεγάλη και τρομακτική σφαγή τού στρατού του, έπεσε στα πόδια τού Γυλίππου. «Νικίας Γυλίππω προσπεσών» και τού είπε: «Λυπηθήτε μας Γύλιππε, τώρα πού είστε νικητές. Όχι για μένα, πού ύστερα από τόσες επιτυχίες απέκτησα όνομα και δόξα, αλλά για τούς άλλους Αθηναίους».
Ο Υπερείδης (Υπέρ Ευξενίππου) γράφει: Ευξένιππε σ’ έχω βοηθήσει όσα μπορούσα. Υπολείπεται να παρακαλέσεις (προσπέσεις) τούς δικαστές και τούς φίλους σου, να καλέσεις κοντά σου και τα παιδιά σου να ανεβάσεις στο βήμα.
Ο Πολύβιος (Ιστοριών ΛΗ) αναφέρει ότι ό Ασδρούβας, ό στρατηγός των Καρχηδονίων, ρίχτηκε σαν ικέτης στα γόνατα του Σκιπίωνα και τον εκλιπαρούσε για την ζωή του.
Ο Πλούταρχος (Αλέξανδρος, 30) παρουσιάζει τον ευνούχο τού Δαρείου Τείρεω να πέφτει στα πόδια τού βασιλιά και να τον παρακαλεί να πάρει πίσω τα λόγια πού είπε για τον Αλέξανδρο.
Στους Πέρσες υπήρχε το έθιμο να προσκυνούν τον βασιλιά πέφτοντας στα πόδια του.
Ο Ηρόδοτος (Η, 136) αφηγείται πώς οι σωματοφύλακες του βασιλιά πρόσταξαν τούς Λακεδαιμόνιους και τούς ανάγκασαν προσκυνήσουν τον βασιλιά πέφτοντας στα πόδια τους. Οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν δηλώνοντας ότι ούτε τέτοιο έθιμο είχαν ούτε γι’ αυτό τον σκοπό είχαν έρθει. Αντιστάθηκαν λοιπόν και είπαν κατόπιν στον βασιλιά τον λόγο τής επισκέψεώς τους.
Τον Καλλία, τον ιερέα πού φορούσε στο κεφάλι του το «στρόφιον» την διακοσμητική ταινία την οποία έβαζαν στα μαλλιά τους οι ιερείς, κάποιος βάρβαρος τον πήρε για βασιλιά κι έπεσε στα πόδια του (Πλούταρχος, Αριστείδης, 5).
Ο Σοφοκλής (Φιλοκτήτης, 485) βάζει τον Φιλοκτήτη να λέει «Πες του το ναι, παιδί μου, σε ξορκίζω στον ίδιο τον Ικέσιο Δία δέξου, στα γόνατά σου πέφτω εγώ ό σακάτης».

Σιγή - Silentium
Στην Ηλεία όταν σφάζουν γουρούνι δεν κακομελετούν, γιατί βρωμάει το κρέας.
Δεν αποκλείεται ή πρόληψη αυτή (Πετρόπουλος, 15-16) να είναι απομεινάρι απαγορεύσεως πού συνηθιζόταν στις παλιές θυσίες. Στην σκέψη αυτή μάς οδηγούν:
— Ό Ησίοδος, πού στα «Έργα και Ημέραι» στίχ. 755-756 γράφει:
Μήδ’ ιεροίσιν επ’ αιθομένοισι κυρήσας
μωμεύειν αίδηλα• θεός νύ τι και τα νεμεσσά.
Και πού, όπως σημειώνουν οι σχολιαστές πρόκειται για τον γνωστό ε υ φ η μ ι σ μ ό πού επιβαλλόταν στην διάρκεια τής Ιεροτελεστίας.
Ό Όμηρος, πού στην Ιλιάδα (Ι, 171-72) αναφέρει πώς, προκειμένου να σταλεί πρεσβεία στον Αχιλλέα, ό Νέστορας προτρέπει να φέρουν νερό και να συστήσουν σιωπή, για να προσευχηθούν στον Δία:
Φέρτε δε χερσίν ύδωρ, ευφημήσαί τε κέλεσθε όφρα Διί Κρονίδη αρησόμεθ’, αι κ’ ελεήση.
— Ό Αριστοφάνης στους Αχαρνής (241 κ.ε.) και στους Βατράχους (354).
— Ο Ιάμβλιχος (Προτρεπτικός, σελ. 106), πού αναφέρει ως γνώμη των Πυθαγορείων, ότι όποιος προσερχόταν στο ιερό να προσκυνήσει, έπρεπε να εγκαταλείπει κάθε άλλη βιωτική μέριμνα: «εις ιερόν απιών προσκυνήσαι μηδέν άλλο μεταξύ βιοτικό μήτε λέγε μήτε πράττε».
Εξ άλλου ό ευφημισμός κατά την ιεροτελεστία εξυπακούεται (Δημ. Πετρόπουλος:
Ησιόδειοι Προλήψεις ΕΛΑ, τόμ. 11-12, σελ. 15-16) σαν υποχρέωση των ευλαβών οπαδών των θρησκειών, «Πάσαν την βιωτική, απωθόμεθα μέριμναν» λέει ή χριστιανική λειτουργία. Το θείο απαιτεί περισυλλογή και προσήλωση κι επομένως απομάκρυνση από κάθε κακή σκέψη και λόγο.

Φοβού τούς Δαναούς και δώρα φέροντας
Φοβούμαι τούς Δαναούς και δώρα φέροντας, είπε ό αρχιερέας Λαοκόων στους Τρώες για να τούς αποτρέψει να δεχθούν στα τείχη τον Δούρειο Ίππο, τον οποίο οι Έλληνες είχαν αφήσει κάτω από τα κάστρα τους.
Με την φράση Timeo Danaos et dona ferentes ό Βιργίλιος (Αινειάς, ΙΙ, 49) αποδίδει τον δόλο σαν χαρακτηριστικό γνώρισμα τού ελληνικού γένους:
Ή φράση έχει σήμερα την έννοια ότι πρέπει να προφυλαγόμαστε από έναν εχθρό ανεξάρτητα αν φαίνεται γενναιόδωρος ή αγαθός προς στιγμήν.

Οδυσσεύς - Οδύσσεια
Ή Οδύσσεια είναι ένα από τα έπη του Ομήρου. Μ’ αυτήν περιγράφονται οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα, από την στιγμή πού με τον Μενέλαο τής Σπάρτης έφυγε από την Τροία μέχρι πού έφτασε στην πατρίδα του την Ιθάκη και τακτοποίησε τα του οίκου του.

Το μήλο τής Έριδος
Ή Έρις ήταν αδελφή τού Άρη. Δεν προκλήθηκε όμως στους γάμους τού Πηλέα και τής Θέτιδας. Τότε, από ζήλεια, έρριξε ανάμεσα στις καλεσμένες θεές, δηλαδή την Ήρα, την Αθηνά και την Αφροδίτη, ένα μήλο με την επιγραφή «τή καλλίστη θεά».
Ορίσθηκε ό Πάρις ως κριτής κι αυτός το έδωσε στην Αφροδίτη.
Επακόλουθο ήταν ό Τρωικός πόλεμος.
Λέγεται, για να δείξουμε ποια ήταν ή αφορμή (Απολλόδωρος, Επιτομή ΙΙΙ, 1 - Ευριπίδης, «Ελένη» 22-30 - Λουκιανός, «Θεών Διάλογοι» (Κρίσις Θεών) 20 - Παυσανίας, «Ηλειακά» Α’, ΧΙΧ, 5 - Λουκιανός, «Συμπόσιον ή Λαπίθες», 35).

Η καρδιά του είναι από πέτρα
Έτσι χαρακτηρίζουμε έναν άνθρωπο, ό οποίος δεν έχει αισθήματα, πού είναι σκληρός.
Κατά τον Όμηρο, πριν πεθάνει ό Έκτορας, είπε στον Αχιλλέα τα εξής: «Η καρδιά σου είναι από πέτρα. Να θυμάσαι λοιπόν ότι εξ αιτίας μου οι θεοί θα είναι οργισμένοι εναντίον σου, την ημέρα πού ό Πάρις και ό Απόλλων, παρ’ όλη την γενναιότητά σου, θα σε σκοτώσει δίπλα στις Σκαιές Πύλες» (Ρισπέν, Ελληνική μυθολογία, Β 512 - Ομήρου: Ιλιάδα).
Ο Αλκίφρων [«Επιστολαί» (Η Λάμια στον Δημήτριο)] γράφει: «Δεν είμαι δα κι από πέτρα! Θα εγκαταλείψω τα πάντα και την ψυχή μου θα την ξοδέψω αφειδώλευτα προς χάρη σου».
Ώ Πλούταρχος («Παραμυθητικός στην γυναίκα του»), όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο τής κόρης του έγραψε μιά επιστολή στην γυναίκα του για να την παρηγορήσει. Μεταξύ άλλων τής έλεγε: «Μονάχα, γυναίκα μου, σε παρακαλώ να κρατήσεις κι εμένα και τον εαυτό σου σ’ αυτή την συμφορά, στην συνηθισμένη μας κατάσταση. Γιατί κι εγώ ό ίδιος ξέρω και μετράω πόσο μεγάλο είναι το δυστύχημά μας, μα αν βρω κι εσένα να στενοχωριέσαι υπερβολικά αυτό θα με στενοχωρήσει περισσότερο από το ίδιο το λυπηρό γεγονός. Αν κι εγώ δεν γεννήθηκα «από πέτρα κι από ξύλο».
Ο Ιωάννης ό Χρυσόστομος «Εις τον Λάζαρον και τον Πλούσιον» (Ε. παρ. 790 Δ) λέει: «Ποιος λοιπόν θα μπορούσε, κι από πέτρα ακόμη κι αν ήταν ή και αναίσθητος, να υποφέρει αυτά χωρίς πόνον;».
Ο Αισχύλος [«Προμηθεύς Δεσμώτης» (στίχ. 242-245)] βάζει τον Χορό να λέει: «Μόνον εκείνος πού από πέτρα είναι πλασμένος κι έχει ατσάλινη καρδιά, δεν συμπονάει τα πάθη τα δικά σου, ώ Προμηθέα. Δεν είναι ανάγκη να τα δω και ως τα είδα, γίνηκε ευθύς συντρίμμια ή καρδιά μου».
Ώ Χρυσόστομος (Εις τον Παραλυτικόν, σελ. 36, τόμ. 29).
«Κανείς δεν είναι από πέτρα».

Ο τρώσας και ιάσεται
Δηλαδή εκείνος πού έκαμε την πληγή ό ίδιος θα την γιατρέψει. Ο Τήλεφος, ό βασιλιάς τής Μυσίας, είχε πληγωθεί από τον Αχιλλέα, καθώς υπεράσπιζε την χώρα του εναντίον των Ελλήνων, πού εξεστράτευαν κατά τής Τροίας.
Ό Ευριπίδης έγραψε το δράμα «Τήλεφος» το οποίο δεν σώθηκε. Ήρωας του έργου ήταν ό Τήλεφος [(Πλούταρχος, «Ηθικά» ) (Περί του ακούειν, XVI)], νόθος γιος του Ηρακλή και τής Αυγής κόρης του βασιλιά τής Τεγέας Αλεού. Ό Τήλεφος τελικά έγινε βασιλιάς τής Μυσίας στην Μικρασία. Βοήθησε τούς Τρώες κατά τον Τρωικό πόλεμο αλλά τραυματίσθηκε, όπως είπαμε, από τον Αχιλλέα.
Το Μαντείο των Δελφών του έδωσε χρησμό σχετικά με την θεραπεία του, το περίφημο «ό τρώσας και ιάσεται». Μεταμφιεσμένος σε κουτσό ζητιάνο, μεταβαίνει στο Άργος, όπου ξέρει ότι βρίσκονται οι αρχηγοί των Ελλήνων. Αφού εξασφαλίσει χάρη στην συνενοχή τής Κλυταιμνήστρας, έναν όμηρο, τον μικρό Ορέστη, πού τον αρπάζει και τον κρύβει κάπου μυστικά, παρουσιάζεται στους βασιλείς.
Μπροστά σ’ αυτούς πού καταριούνται τον Τήλεφο για την εχθρότητα πού είχε δείξει προς τούς Έλληνες, όταν είχαν αποβιβασθεί στο βασίλειό του, ό ψευτοζητιάνος αναλαμβάνει την υπεράσπιση του Τηλέφου και των Τρώων και αποδεικνύει, σ’ ένα μικρό λόγο, πώς το άδικο δεν είναι εξ ολοκλήρου προς το μέρος τους. Ό ζήλος, με τον οποίον υποστηρίζει τούς εχθρούς των Ελλήνων, τον κάνει να αναγνωρισθεί. Ό Αχιλλέας ζητάει τον θάνατό του. Τότε ό Τήλεφος αρπάζει στα χέρια του τον Ορέστη απειλώντας πώς θα τον σκοτώσει, αν δεν τον ακούσουν κι εξακολουθεί τον λόγο του στην στάση αυτή. Στο τέλος ό Αχιλλέας καταπραΰνεται και συγκατατίθεται να δανείσει στον Τήλεφο το όπλο, με το οποίο τον είχε πληγώσει και το οποίο κατά τον χρησμό, θα τον θεράπευε. Σ’ αυτό βοήθησε κι ένας χρησμός πού έλεγε ότι ή Τροία μόνο με τις οδηγίες του Τηλέφου θα καταληφθεί (Σιέττος, Δελφικό Μαντείο, 187).
Το θέμα έχει πραγματευθεί ό Αισχύλος στην τραγωδία του «Τήλεφος», ό Σοφοκλής στην τραγωδία του «Μυσοί» και ό Αριστοφάνης στους «Αχαρνής» και μνεία κάνει ό Λουκιανός στο «Νιγρίνο» (38).
Λέγεται για περιπτώσεις πού περιμένουμε γιατρειά ή διόρθωση από εκείνον πού έδωσε αφορμή στο κακό (Τριανταφυλλίδης, 10, Αριστοφάνης, Άπαντα).

Άχθος αρούρης
«Άχθος αρούρης», δηλαδή βάρος τής γης. Έτσι απεκάλεσε τον εαυτό του ό Αχιλλέας μετά τον θάνατο τού φίλου του Πατρόκλου (Ιλιάς, Σ 104).
Ή φράση είναι γνωστή στον λαό και ως «βάρος περιττόν τής γης». Την συναντάμε και στον Σοφοκλή «βάρος περισσόν τής γης» (Βλέπε Πολίτης Ν. Παροιμίες, τόμ. Γ, σελ. 35).
Την φράση την αναφέρει και ό Λουκιανός (Απολογία 14).

Ομηρικοί καυγάδες
Ο Όμηρος στα αθάνατα έπη του «Ιλιάς» και «Οδύσσεια» παρουσιάζοντας τις άγριες μάχες μεταξύ των Ελλήνων και των Τρώων είναι τόσο παραστατικός και λεπτομερειακός και τόσα πολλά λένε οι ήρωες του λίγο πριν από την κονταρομαχία, ώστε σήμερα, όταν γίνονται καυγάδες πού ή διάρκειά τους είναι μεγάλη και πού συμπλέκονται πολλοί να λέμε την παραπάνω φράση.

Μάντις κακών
Έτσι ονομάσθηκε από τον Αγαμέμνονα ό μάντης Κάλχας, όταν μάντεψε ότι το στρατόπεδο των Ελλήνων μαστίζεται από αρρώστειες και υπαίτιος ήταν ό Αγαμέμνων πού πρόσβαλε τον θεό Απόλλωνα (Ιλιάς, α 106).
Λέγεται για κάθε άτομο το οποίο προλέγει πράγματα πού δεν είναι ευχάριστα.

Δεν γεννήθηκες από δέντρο ούτε από πέτρα
«Ου γάρ από δρυός εσσί• ούδ’ από πέτρης» (Τ 163). Δηλαδή κι εσύ από ανθρώπους είσαι γεννημένος. Λόγια πού είπε ή Πηνελόπη στον Οδυσσέα, όταν τον ρωτούσε για την γενιά του, πριν γίνει ή αναγνώριση.
Την φράση την έλεγαν και στην αρχαιότητα: «Εμοί, ώ άριστε, εισίν μεν πού τινες και οικείον και γάρ τούτο αυτό το του Ομήρου. Ούδ’ εγώ δρυός ούδ’ από πέτρης πέφυκα, αλλ’ εξ ανθρώπων», λέει ό Σωκράτης στην απολογία του (Πλάτων, «Απολογία» 34 Δ) και στην «Πολιτεία» (Πολ. 544 Δ) ό Πλάτων γράφει:
«Η οίει εκ δρυός πόθεν ή εκ πέτρα τας Πολιτείας γίγνεσθαι;».

(Τυδεύς τοι) μικρός μεν έην δέμας, αλλά μαχητής
Εκείνος ήταν μιά μπουκιά κορμί μα παλλικάρι. Έτσι χαρακτηρίζεται από τον Όμηρο ό Τυδέας (Ε 801), πατέρας του Διομήδη.
Την φράση την χρησιμοποιούμε λίγο παραλλαγμένη: μικρός μεν το δέμας, αλλά μαχητής.

Δόσις (δ) ολίγη τε φίλητε
Ολιγοστό κι αγαπητό το δώρο (Πολυλάς), λιγοστό και ευπρόσδεκτο. Έτσι είπε ή Ναυσικά στις αμφίπολές της συσταίνοντάς τους να περιποιηθούν όπως μπορούσαν καλύτερα τον ναυαγισμένο Οδυσσέα, πού σαν ξένος ήταν σταλμένος από τον Δία (ζ 208).
Το λέμε συχνά με ανάλογο νόημα.

Αχίλλειος πτέρνα
Ευπρόσβλητο σημείο σώματος ή και κατ’ επέκταση μιάς υποθέσεως.
Κατά την μυθολογία μας (βλέπε Ρισπέν, Ντεσάρμ, Κερένυ) ή Θέτις —μητέρα του Αχιλλέα— τον βάφτισε στα νερά τής Στύγας και τον βαστούσε από την φτέρνα. Κι ενώ το σώμα του έγινε άτρωτο, ή φτέρνα μόνο ήταν τρωτή γιατί δεν είχε βραχεί από το νερό. Τούτο ήταν μοιραίο αργότερα για τον Αχιλλέα, γιατί ένα βέλος τού Πάρι τον βρήκε στην φτέρνα και τον σκότωσε κοντά στις Σκαιές Πύλες (Απολλόδωρος, «Επιτομή», 3).

Πηγή: Γεώργιος Σιέττος, Ανθολόγιον αρχαιοελληνικών φράσεων στην νεοελληνική γλώσσα, εκδ. Γεωργιάδης Αθήναι 1998.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com