ΟΜΗΡΟΣ

 

 

Νεκρικές τελετουργίες στον Όμηρο

 

Είναι γνωστό ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αντανακλάται στα ομηρικά ποιήματα, τα οποία ουσιαστικά προσδιορίζουν τα όρια της παλαιότερης ανάπτυξης, που έφτασε σε πλήρη ωριμότητα (ένδοξη Μυκηναϊκή Εποχή), και της «καινούργιας τάξης πραγμάτων», η οποία θα φέρει την Ελλάδα στο κέντρο της Ιστορίας. Ο αποικισμός, δηλαδή η διεύρυνση της ελληνικής ζωής, και συγχρόνως η ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας θα φέρουν στο προσκήνιο νέα στοιχεία του πληθυσμού, ενώ «η παλιά διακυβέρνηση των βασιλέων άνοιξε το δρόμο στην Αριστοκρατία, την Τυραννία και τη Δημοκρατία». Μέσα στη γενική αυτή ατμόσφαιρα ευνόητο είναι ότι και η θρησκεία δεν μπορούσε να παραμείνει αμετάβλητη. Εξάλλου στη διαμόρφωση της θρησκευτικής παράδοσης κάθε εποχής καθοριστική σημασία έχουν οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που συμβαίνουν στη συγκεκριμένη εποχή.

Τελειώνοντας λοιπόν ο λεγόμενος «αρχαιοελληνικός Μεσαίωνας», δηλαδή το διάστημα των 400 περίπου χρόνων που χωρίζουν τους μυκηναίους ήρωες και τα κατορθώματά τους από τον Όμηρο που τα «τραγούδησε» (1150-750 π.Χ.), ακολούθησε μια ολόκληρη σειρά από ριζικές τεχνικές, οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές, από τις οποίες προήλθε η ελληνική πόλις-κράτος, η οποία «θα αναδιαρθρώσει εκ βάθρων και το θρησκευτικό σύστημα», το οποίο θα αποτελέσει και τον πυρήνα της επίσημης θρησκείας όλων των επόμενων αιώνων ως το τέλος της αρχαιότητας.

Μετά από τα παραπάνω μπορούμε να συμφωνήσουμε με τη γνωστή άποψη ότι ο Όμηρος άσκησε μια τεράστια επίδραση στη θρησκευτική ανάπτυξη των μεταγενέστερων χρόνων και επίσης ότι η θρησκευτική εξέλιξη των αρχαίων Ελλήνων ανιχνεύεται από τον Όμηρο και μετά και μάλιστα για μια μεγάλη περίοδο. Είναι όμως εύκολη υπόθεση μία τέτοια ανίχνευση της αρχαιοελληνικής θρησκείας, εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και συνήθειες των ανθρώπων κάθε εποχής περιλαμβάνουν «ποικίλα κατάλοιπα από παλαιότερες θρησκείες και εποχές, που άλλοτε τα ξεχωρίζει κανείς εύκολα, άλλοτε δύσκολα».

Μολονότι για το λεγόμενο ομηρικό ζήτημα υπάρχει λεπτομερέστερη αναφορά παραπάνω, κάτι που πρέπει να επισημανθεί και στο οποίο υπάρχει απόλυτη ομοφωνία φιλόλογων και αρχαιολόγων είναι ότι ο πολιτισμός τον οποίο προϋποθέτουν και περιγράφουν τα ομηρικά έπη είναι αναμφίβολα ο ένδοξος μυκηναΐος πολιτισμός. Η ομηρική ποίηση αναμφισβήτητα είναι το «απαύγασμα του θαυμασμού προς τους ήρωες της Μυκηναϊκής Εποχής», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής Ν. Παπαχατζής.

Εξάλλου, αρχαιολογικά τεκμηριωμένο είναι το γεγονός ότι, κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα τα μεγάλα μυκηναϊκά ταφικά οικοδομήματα (η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως πολλά τέτοια στις Μυκήνες, Τίρυνθα, Θήβα, Πύλο, Ορχομενό, Κνωσό, Φαιστό, Ζάκρο και αλλού), τα οποία επί αιώνες είχαν εγκαταλειφθεί, άρχισαν να χρησιμοποιούνται σαν λατρευτικοί χώροι, στους οποίους (χώρους) αποδίδονταν νεκρικές τιμές σε μυθικούς προγόνους, αλλά και στους επικούς ήρωες. Αυτήν την εποχή επίσης οι μεγαλο-γαιοκτήμονες αριστοκράτες βρήκαν την ευκαιρία, μέσα από την ηρωική μυθική ποίηση, να ενισχύσουν την κοινωνική τους «αυτοεικόνα» και την πολιτική τους δύναμη, διαμορφώνοντας στα μέτρα τους και το «επίσημο» πανελλαδικό θρησκευτικό σύστημα των ολύμπιων θεών.

Ας παρακολουθήσουμε όμως εν συντομία τα σχετικά γεγονότα του γνωστού Τρωικού Πολέμου, αφού επισημάνουμε εκ των προτέρων ότι στα ομηρικά έπη περιγράφονται με χαρακτηριστική λεπτομέρεια μόνο τρεις κηδείες: στην Ιλιάδα οι κηδείες του Πατρόκλου (ραψωδία Ψ) και του Έκτορα (ραψωδία Ω), ενώ στην Οδύσσεια η κηδεία του Αχιλλέα, την οποία αφηγείται ο ήδη νεκρός Αγαμέμνονας (ραψωδία ω). Αυτές οι τρεις αφηγήσεις άλλωστε απεικονίζονται με πολύ μεγαλοπρέπεια στα ιχνογραφήματα των μεγάλων επιτύμβιων αγγείων του Διπύλου στον Κεραμεικό.

Προηγουμένως όμως ας κάνουμε μια γενική αναφορά στα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ομηρικών ταφικών τελετουργιών, οι οποίες, όπως τονίζουμε κατά κόρον, επιβεβαιώνουν τη διαχρονικότητα και την ομοιομορφία των ταφικών εθίμων όλης της ελληνικής αρχαιότητας:

Η πρώτη τελετουργική πράξη μετά το θάνατο ενός προσώπου είναι το λούσιμο του σώματος και η επάλειψή του με λάδι και με διάφορα αρωματικά υλικά. Ακολουθούν η πρόθεση και ο τελετουργικός θρήνος, ο οποίος διαρκεί κάποτε πολλές ημέρες: του Αχιλλέα 17 ημέρες (ω 63) και του Έκτορα 9 ημέρες (Ω 784-5). Στη συνέχεια γίνεται η καύση του πτώματος, συλλέγονται τα οστά και, αφού πλυθούν με κρασί και καθαριστούν, τοποθετούνται σε ειδική θήκη και στη συνέχεια πάνω στην πυρά συγκεντρώνεται χώμα για να σχηματισθεί ένας ψηλός τύμβος, στην κορυφή του οποίου στήνεται μια στήλη. Ύστερα ακολουθεί δείπνο (περίδειπνο ή νεκρόδειπνο) για τους συγγενείς, φίλους και συντρόφους του νεκρού ήρωα (Ψ 29, Ω 801 κ.ε.). Η τελευταία πράξη των ομηρικών ταφικών συνηθειών είναι οι αθλητικοί αγώνες προς τιμή του νεκρού, οι οποίοι αναφέρονται στις περιπτώσεις του Πατρόκλου, του Αχιλλέα και στην ταφή του Αμαρυγκέα, όπως θυμάται από τη νεαρή του ηλικία ο Νέστορας, ενώ δεν αναφέρονται αγώνες στη λαμπρή ταφή του Έκτορα. Φαίνεται ότι οι ταφικοί αγώνες ήταν ήδη καθιερωμένοι κατά τη Γεωμετρική Περίοδο, και συνεπώς ο Όμηρος, περιγράφοντάς τους, «μεταφέρει στα έπη του τελετές που γνώρισε ο ίδιος». Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τις ομηρικές ταφικές συνήθειες μέσα από τις τρεις νεκρικές τελετουργίες που μας περιγράφουν τα ομηρικά έπη.

 

α. Η κηδεία του Πατρόκλου (Ψ 1-257)

ο Αχιλλέας κάθεται περίλυπος στην ακρογιαλιά, απομακρυσμένος από τους υπόλοιπους Μυρμιδόνες. Κάποια στιγμή όμως η θλίψη και η κόπωση καταβάλλουν το ταλαιπωρημένο σώμα του και παραδίνεται στον ύπνο, ο οποίος «της ψυχής κάθε φροντίδα σβήνει» (Ψ 61). Τότε ονειρεύεται ότι έρχεται η ψυχή του Πατρόκλου, ακριβώς με την ίδια όψη και τη φωνή που είχε όταν ζούσε και τον ικετεύει να ενταφιαστεί όσο γίνεται συντομότερα, για να μπορέσει να περάσει τις πύλες του Άδη ώστε να σταματήσει να τριγυρνά ανάμεσα στους ζωντανούς και για να βρει η ψυχή του τη μεταθανάτια γαλήνη: «θάπτε μ’ ό,τι τάχιστα· πύλας Αϊδαο περήσω. Τηλέ με είργουσι ψυχαί, είδωλα καμόντων» (Ψ 71-2). Ο Αχιλλέας ξυπνά ξαφνιασμένος και με το παράπονο ότι ούτε στον ύπνο του δεν μπόρεσε να αποχαιρετήσει τον αγαπημένο φίλο του. Ξαναρχίζει λοιπόν τους θρήνους, συμπαρασύροντας όλους τους Μυρμιδόνες: «κι η αυγή τους βρήκε ολόγυρα στο λείψανο να κλαίνε» (Ψ 109).

Με το ξημέρωμα της 27ης ημέρας του έπους αρχίζουν οι ετοιμασίες για τον ενταφιασμό του Πατρόκλου. Μια ομάδα Αχαιών με επικεφαλής το Μηριόνη, όπως τους διέταξε ο Αγαμέμνονας, κόβουν από την Ίδη ξύλα για τη νεκρική πυρά. Στη συνέχεια, γίνεται η εκφορά του νεκρού με μεγαλοπρεπή πομπή. Μπροστά πηγαίνουν πάνοπλοι οι Μυρμιδόνες και οι ηγεμόνες πάνω στα άρματά τους και πίσω, «σαν μαύρο σύννεφο» (Ψ 133), ακολουθούν οι πεζοί και στο κέντρο της πομπής βρίσκεται ο νεκρός Πάτροκλος. Τον μεταφέρουν οι «σύντροφοι» με κομμένα τα μαλλιά σε ένδειξη πένθους, ενώ ο Αχιλλέας, ακριβώς από πίσω, πορεύεται κρατώντας του το κεφάλι. Αφού οι Μυρμιδόνες σκεπάσουν τον Πάτροκλο με βοστρύχους από τα μαλλιά τους, κόβει και ο Αχιλλέας τα μαλλιά του, τα οποία είχε αφήσει να μακρύνουν, για να τα προσφέρει στον ποταμό Σπερχειό, μόλις επέστρεφε στην πατρίδα. Κατόπιν τοποθετεί τα ξανθά μαλλιά του στα χέρια του Πατρόκλου (Ψ 135-52) ως ένδειξη αλληλεγγύης και «αιώνιας ένωσης» με τον αγαπημένο του φίλο ή ως «μύχια ένωση μαζί του, έστω και μετά το θάνατό του».

Όταν φτάνουν στο σημείο του ενταφιασμού, στήνεται η πυρά και ο Πάτροκλος, ξαπλωμένος πάνω στην πελώρια κορυφή, είναι τυλιγμένος σε ζωικό λίπος, ενώ μαζί του καίγονται αγγεία με μέλι και λάδι, καθώς και άπειρα σφαγμένα βοοειδή, πρόβατα, άλογα, σκυλιά, και δώδεκα Τρωαδίτες νέοι, όπως το είχε υποσχεθεί ο Αχιλλέας στο φίλο του. Με την πράξη του αυτή ο Αχιλλέας θεωρεί ότι η εκδίκηση (η μήνις) για το θάνατο του Πατρόκλου ολοκληρώθηκε. Τώρα, λέει, η ψυχή του αγαπημένου του φίλου μπορεί να αναπαυθεί, αφού οι εχθροί του είναι πλέον νεκροί και το σώμα του Έκτορα θα το κατασπαράξουν τα σκυλιά. Όλες οι ετοιμασίες έχουν πλέον ολοκληρωθεί και οι ενταφιαστές βάζουν φωτιά στα σωρευμένα ξύλα. Ολόκληρη τη νύχτα ο Αχιλλέας μένει ξάγρυπνος δίπλα στην πυρά του Πατρόκλου, κλαίγοντας και κάνοντας σπονδές, όπως θα έκανε ένας πατέρας για το νεκρό παιδί του. Και το πρωί που σβήνει η φωτιά, ο ίδιος φροντίζει για την περισυλλογή των οστών του φίλου του και για την κατασκευή του τάφου, που σε λίγο χρόνο πρόκειται να φιλοξενήσει και τον ίδιο.

Η τελευταία πράξη, αμέσως μετά την ταφή (Ψ 192-256), είναι οι επικήδειοι αθλητικοί αγώνες που οργανώνει ο Αχιλλέας, για να τιμήσει με ξεχωριστό τρόπο το νεκρό φίλο του Πάτροκλο, συγκεντρώνοντας γύρω του όλο το στράτευμά του. Συνολικά αθλοθετούνται οκτώ αγωνίσματα (Ψ 257-897), στα οποία παίρνουν μέρος οι πιο μεγάλοι ήρωες των Αχαιών, ενώ ο Αχιλλέας προσφέρει σε όλους πολλά και πολύτιμα έπαθλα, όπως άλογα, μουλάρια, όμορφες γυναίκες, λέβητες, τρίποδες, χρυσάφι και κατεργασμένο σίδηρο. Οι επιτάφιοι αυτοί αγώνες για τον Πάτροκλο αποτελούν μια ανακουφιστική ανάπαυλα μετά τα οδυνηρά γεγονότα δύο θανάτων και μιας κηδείας. «Η λύπη του πένθους καταπραΰνεται, οι ρόλοι των επιζώντων ανακατανέμονται», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Burkert και επισημαίνει ότι στην Εποχή του Χαλκού το πολεμικό άρμα χρησιμοποιόταν ουσιαστικά μόνο για τέτοιους επικήδειους αγώνες. Και ο Seaford αναφέρει ότι οι αγώνες αυτοί στην Ιλιάδα συνδυάζονται με το θέμα της μήνιδας και επομένως εκφράζουν όχι απλά την ενότητα των Ελλήνων αλλά και την αποκατάσταση της ενότητάς τους, δηλαδή την επανένταξη του Αχιλλέα.

Φαίνεται ότι οι επικήδειοι αγώνες προς τιμήν των νεκρών ηρώων ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο της τότε (Γεωμετρικής) εποχής. Τέτοιοι αθλητικοί ή μουσικοί επικήδειοι αγώνες απεικονίζονται σε πολλά γεωμετρικά ταφικά αγγεία. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι τότε οι άνθρωποι λάτρευαν τους νεκρούς και θεοποιούσαν τους επιφανείς άνδρες μετά το θάνατό τους, θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι αγώνες αυτοί άρχισαν σταδιακά να τελούνται σε τακτά διαστήματα, σαν ένα είδος λατρευτικής γιορτής προς τιμήν του «αποθεωμένου» πλέον νεκρού. Πάντως, όπως επισημαίνει ο Rohde, η λατρευτική διάσταση αυτών των επικήδειων αγώνων θεμελιώθηκε σε μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι η ψυχή του νεκρού συμμετέχει συνειδητά και «τέρπεται» από εκδηλώσεις των συγγενών και συνεπώς οι αγώνες δε γίνονταν αποκλειστικά για να διασκεδάσουν οι ζωντανοί, αλλά κυρίως για να «ικανοποιηθεί» η ψυχή του νεκρού ήρωα. Έτσι, οι επιτάφιοι αγώνες από οικογενειακή υπόθεση εξελίχτηκαν σε πανηγυρικές εκδηλώσεις ολόκληρης της κοινωνίας και από τον 7ο αιώνα υποχώρησαν προς όφελος των πανελληνίων (Ολυμπιακών) αγώνων. Ο Π. Λεκατσάς αναφέρει ότι επιτάφιοι αγώνες, οι οποίοι τελούνταν στην επέτειο του θανάτου του νεκρού μαζί με νεκρικά συμπόσια, «δε λείπανε και στη νεότερη Ελλάδα». Ο Seaford αναφέρει ότι όλοι σχεδόν οι αγώνες που περιγράφει ή μνημονεύει ο Όμηρος διεξάγονται σε κηδείες και διευκρινίζει ότι οι αθλητικοί αγώνες στην αρχαία Ελλάδα, «ακόμη κι αν τελούνταν προς τιμήν κάποιου από τους ολύμπιους, συνδεόταν γενικά με αιτιολογικούς μύθους που διηγούνταν το θάνατο κάποιου ήρωα». «Μόνο όταν η λατρεία των Ηρώων έφτασε στην ωριμότητά της, έγιναν γνωστοί στους Έλληνες οι αγώνες, οι οποίοι επαναλαμβάνονταν σε συγκεκριμένες ετήσιες περιόδους», αναφέρει και ο Rohde. Υπόψη ότι οι αθλητικοί αγώνες, βαθιά ριζωμένοι στη θρησκευτική ζωή των Ελλήνων, από τους Περσικούς Πολέμους και μετά άρχισαν να «χειραφετούνται δίνοντας υπόσταση στην αυτόνομη καλλιέργεια του αγωνιστικού πνεύματος που εξελίχθηκε σε αληθινό πάθος της ελληνικής φυλής».

 

β. Η κηδεία του Έκτορα (Ω 778-805)

Πριν ακόμη ξημερώσει η 42η ημέρα και ενώ θεοί και άνθρωποι κοιμούνται ακόμη, ο Ερμής ξεσηκώνει τον Πρίαμο και τον οδηγεί πίσω στην Τροία. Με το ξημέρωμα η νεκρική πομπή φτάνει μπροστά στα τείχη όπου μονάχη της στέκει και αγναντεύει η αδελφή του Έκτορα, η Κασσάνδρα. Αυτή είναι που πρώτη βλέπει τις άμαξες με το πένθιμο φορτίο και βάζει μεγάλη φωνή, ξυπνώντας όλο το λαό: «Ω Τρώισσες, ω Τρώες,/ κοιτάτ’ εκεί τον Έκτορα που άλλοτε απ’ τη μάχη/ να σας γυρίσει ζωντανός ευφραινόταν η καρδιά σας» (Ω 704-6). Βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το κέντρο βάρους στην κηδεία του Έκτορα είναι ο εννιαήμερος θρήνος προς τιμήν του, ένας θρήνος που κορυφώνεται στα μοιρολόγια των τριών γυναικών: της συζύγου του Ανδρομάχης, της μητέρας του Εκάβης και της ανδραδέλφης του Ελένης. Και τότε, λέει ο ποιητής, κανένας δεν έμεινε στην Τροία, άνδρας ή γυναίκα, που να μην τρέξει έξω από τις Σκαιές Πύλες, για να Θρηνήσει Το μεγάλο πολεμιστή. Μάλιστα θα τον θρηνούσαν εκεί μέχρι τη νύχτα, αν δεν τους σταματούσε ο Πρίαμος, για να μπορέσει να μεταφέρει τον Έκτορα μέσα στην πόλη και να τον αποθέσει στο σπίτι του, έτσι όπως όριζε το έθιμο της πρόθεσης του νεκρού.

Ο νεκρός Έκτορας φτάνει στα «ωραία δώματα» (Ω 720) και γύρω του κάθονται οι γυναίκες  της Τροίας, που αρχίζουν το «θλιβερό τραγούδι» (Ω722). Πρώτη μοιρολογεί η Ανδρομάχη· κλαίει για τον άνδρα της, τη μοίρα τη δική της και του παιδιού της, αλλά και για το μελλούμενο αφανισμό ολόκληρης της Τροίας. Ύστερα θρηνεί η Εκάβη: «Έκτωρ, ω το ακριβότερο απ’ όλα τα παιδιά μου» (Ω 749)· καμαρώνει το νεκρό κορμί του γιου της και κοιτάζει με δέος το αχάλαστο —παρά την τόση κακοποίησή του από τον Αχιλλέα— σώμα του, διαπιστώνοντας ότι ο Έκτορας είναι ο αγαπημένος των θεών. Έτσι, στήνεται για το νεκρό ήρωα ένας ύμνος, που τον οδηγεί στην αποθέωση, δηλαδή στην πλήρη δικαίωση και αναγνώριση της μεγαλοσύνης του. Τρίτη μοιρολογεί τον Έκτορα η Ελένη· πάντα μετανιωμένη η ξενιτεμένη Ελληνίδα, που στάθηκε αφορμή για τόσους πόνους, κλαίει τον αδελφό του άνδρα της για την καλή καρδιά του και για την αγάπη που της είχε δείξει.

Επί εννέα ολόκληρες ημέρες που κρατούσε ο θρήνος για τον Έκτορα, οι άνδρες, με εντολή του Πριάμου, έφερναν από το δάσος ξύλα για τη νεκρική πυρά. Τη δέκατη ημέρα σύσσωμοι οι Τρώες κήδεψαν τον Έκτορα και ύψωσαν τον τύμβο του. Τέλος, συγκεντρώθηκαν όλοι οι παρευρισκόμενοι στο παλάτι, όπου ο Πρίαμος ετοίμασε μεγαλόπρεπο δείπνο προς τιμήν του νεκρού γιου του. Και εδώ ακριβώς τελειώνει η κηδεία του Έκτορα (σύντομη περιγραφή) και ταυτόχρονα ολοκληρώνεται το έπος της Ιλιάδας.

 

γ. Η κηδεία του Αχιλλέα (ω 15-97), όπως φαίνεται στο

σύντομο διάλογο των ψυχών του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα

στον Άδη (μικρή «Νέκυια» ή «Δευτερο-Νέκυια»)

Και στην κηδεία του Αχιλλέα λοιπόν, όπως προκύπτει από το διάλογο της ψυχής του Αχιλλέα με αυτήν του Αγαμέμνονα στον Άδη, βλέπουμε τα τρία βασικά στάδια της ομηρικής νεκρικής τελετουργίας: πρόθεση του νεκρού, νεκρώσιμη πομπή και τελετή ενταφιασμού. Το νεκρό σώμα του Αχιλλέα, αφού πλύθηκε με ζεστό νερό και αλείφθηκε με μύρο, εκτέθηκε σε τιμητική κλίνη, για να αρχίσει ο τελετουργικός θρήνος από τους στενούς συγγενείς και όλους τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι συγχρόνως έκοβαν τα μαλλιά τους σε ένδειξη πένθους (ω 44-49).

Μετά το θρήνο, ο οποίος εδώ διάρκεσε δεκαεπτά ολόκληρα μερόνυχτα, έσφαξαν παχιά αρνιά και βόδια και, αφού έβαλαν πάνω στην πυρά το νεκρό ήρωα, άναψαν τις φλόγες για να καεί το σώμα μαζί με το λίπος των ζώων και ολόγλυκο μέλι: «Δεκαεφτά μερόνυχτα, χωρίς να πάψει ο θρήνος, σε κλαίγαμε, οι αθάνατοι με τους θνητούς ανθρώπους· στις δεκαοχτώ σε βάλαμε στις φλόγες και τριγύρω σου σφάξαμε αρνιά παχιά, στριφτοκέρατα βόδια· καιγόσουν συ μ’ αθάνατα ρούχα και πλήθος λίπος και μέλι ολόγλυκο» (ω 63-66).

Σύμφωνα με την Οδύσσεια, αφού «η φλόγα του Ήφαιστου κατέφαγε» το νεκρό ήρωα, νωρίς το πρωί συγκεντρώθηκαν τα άσπρα οστά του και πλύθηκαν με άκρατο (ανόθευτο) κρασί και λίπος μέσα σε χρυσή στάμνα, την οποία έφερε η μητέρα του Αχιλλέα, λέγοντας πως «είναι απ’ τα χέρια του Ήφαιστου και δώρο τον Διονύσου» (ω 7 1-75).

Στη συνέχεια, όλοι οι Αργείοι στρατιώτες έστησαν ένα μεγάλο τάφο σε εμφανές σημείο της ακρογιαλιάς του απλωμένου Ελλήσποντου, «ώστε να φαίνεται από μακριά σε όσους ταξιδεύουν» (ω 80-84), για να ακολουθήσουν και εδώ οι καθιερωμένοι επικήδειοι αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του νεκρού και να βραβευτούν οι νικητές «με πανέμορφα βραβεία, τα οποία πήρε από τους θεούς η Θέτιδα η ασπρόποδη (μητέρα του Αχιλλέα) από τους θεούς» (ω 85-92).

 

Πηγή: Το ογκώδες και υπέροχο έργο του καθηγητή πανεπιστημίου Αθανασίου Π. Παπαδόπουλου, ‘’Οι λαϊκές περί θανάτου δοξασίες και τα ταφικά έθιμα των Ελλήνων’’, που βγήκε για λογαριασμό των εκδόσεων Ερωδιός, στην Θεσσαλονίκη το 2007.

 

Υ.Γ. Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι για να αντιληφθεί πλήρως το κείμενο ο αναγνώστης, είναι, να διαβάσει τις ατελείωτες υποσημειώσεις του συγγραφέα στο ίδιο το πρωτότυπο.

 

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com