ΟΜΗΡΟΣ

 


Ο όρκος στον Όμηρο
Ο όρκος, για τους ομηρικούς Έλληνες, είχε την πιο μεγάλη βαρύτητα σαν αποδεικτικό μέσο. Ο όρκος ήταν η πιο μεγάλη διασφάλιση για το ότι αυτό που βεβαιώνεται με όρκο είναι αλήθεια. Η επιορκία και η ψευδορκία ήταν από τα πιο βαριά εγκλήματα, που και οι θεοί τα τιμωρούσαν σκληρά, εγκλήματα που οι συνέπειές τους βάραιναν όχι μόνο τον επίορκο και τον ψεύδορκο, μα και τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, σα θεϊκή κατάρα (Γ 279, 301, Τ 259-260). Και για τις σχέσεις των θεών μεταξύ τους, οι ομηρικοί Έλληνες πίστευαν ότι ο όρκος είχε μεγάλη βαρύτητα και αποτελούσε διασφάλιση και για την πιστή εκτέλεση της συμφωνίας, μα και για την αλήθεια αυτού που βεβαίωναν με όρκο. Γιατί και οι θεοί ορκίζονταν το μεγάλο όρκο τους στα νερά της Στύγας και η τιμωρία του ψεύδορκου ή επίορκου θεού ήταν φοβερή, γιατί είχε σαν συνέπεια να χάνει την αθανασία του προσωρινά και να έχει και άλλες συνέπειες για εννέα ολόκληρα χρόνια.
Ο όρκος των θεών είχε ένα χαρακτήρα τελετουργικό, όπως μας δείχνει λ.χ. ο όρκος της Ήρας στο Δία, πως δε φταίει αυτή αν ο Ποσειδώνας τσάκιζε τους Τρώες:

«Βάζω τη Γη κι απάνω τ’ άσωστα ουράνια εγώ μαρτύρους, βάζω της Στύγας τα κρεμάμενα νερά, που από τους όρκους ο πιο τρανός μες στους τρισεύτυχους θεούς λογιέται πάντα, το άγιο κεφάλι σου, του γάμου μας ακόμα το κλινάρι, που δίχως λόγο δε θα το ‘βαζα στο στόμα εγώ ποτέ μου:
δεν είναι από δικιά μου βούληση που ο Κοσμοσείστης τώρα
τους Τρώες τσακίζει και τον Έχτορα, και διαφεντεύει ετούτους».
(Ο 36-42 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Αυτός είναι ένας όρκος βεβαιωτικός της αλήθειας αυτών που λέει η Ήρα. Και ο Ύπνος ζητάει από την Ήρα να του ορκιστεί στον απαράβατο και φοβερό όρκο της Στύγας, πως θα του δώσει γυναίκα του την Πασιθέα. Εδώ ο όρκος είναι υποσχετικός, πως θα τηρηθεί η υπόσχεση της ‘Ηρας και η σχετική συμφωνία. Έχει και εδώ τελετουργικό χαρακτήρα:

«Ομπρός, ορκίσου μου στο ανέσπλαχνο νερό της Στύγας τώρα, το να ‘σου χέρι απάνω βάνοντας στη γη την πολυθρόφα, στη λαμπαδούσα το άλλο θάλασσα, να μας γενούν μαρτύροι όλοι οι θεοί που ζουν στα Τάρταρα βαθιά, στον Κρόνο γύρω, αλήθεια κάποιαν απ’ τις νιότερες πως θα μου δώσεις Χάρες, την Πασιθέα, που τόσο ρέγομαι μέρα και νύχτα πάντα».
(Ξ 271-276 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Η Ήρα ορκίστηκε, όπως της το ζήτησε και η συμφωνία τους έκλεισε. Και ο ίδιος ο Δίας ορκίζεται, ξεγελασμένος από την Ήρα (Τ 108-113). Και ο Ξάνθος, θεός-ποτάμι, ορκίζεται στην Ήρα (Φ 373). Και ο Οδυσσέας βάζει την Καλυψώ να του ορκιστεί το μεγάλο όρκο των θεών, για να την πιστέψει, και αυτή ορκίζεται βάζοντας μάρτυρες τη γη και τα ψηλά ουράνια και το νερό της Στύγας, τον πιο μεγάλο και τον πιο φριχτό όρκο των αθανάτων (Έ 184-186).
Αφού λοιπόν οι θεοί, κατά τις αντιλήψεις των ομηρικών Ελλήνων, δίνουν τέτοια σημασία στον όρκο, καταλαβαίνουμε πώς και οι θνητοί έδιναν ακόμη πιο μεγάλη. Κάθε συμφωνία τους την βεβαίωναν με όρκο, με όρκο βεβαίωναν δε και την αλήθεια των όσων έλεγαν και ισχυρίζονταν. Ο Αγαμέμνονας, με προτροπή του Οδυσσέα (Τ 175), δέχεται να βεβαιώσει με όρκο πως δεν άπλωσε χέρι στη Βρισηίδα, όρκο που έδωσε πανηγυρικά και τελετουργικά και με θυσία, μπροστά στο στρατό (Τ 188, 252-268). Ο Κάλχας, για να εξηγήσει τα αίτια του λοιμού, ζητάει από τον Αχιλλέα να του ορκιστεί πως θα τον προστατεύσει από τον Αγαμέμνονα και ο Αχιλλέας ορκίστηκε (Α 76-90). Ο Δόλωνας ζητάει από τον ‘Έκτορα να του ορκιστεί, σηκώνοντας το σκήπτρο του, πως θα του δώσει τα άλογα που του ζήτησε για να πάει να κατασκοπεύσει τους Αχαιούς και εκείνος ορκίστηκε (Κ 321, 328 κ.π.). Ο Οδυσσέας ζητάει από τους μνηστήρες να του ορκιστούν πως σαν θα παλεύει με τον Ίρο, αυτοί δεν θα βοηθήσουν τον τελευταίο, χτυπώντας τον πισώπλατα (Σ 55). Και η Ελένη, σαν βρισκόταν στην Τροία, και ο Οδυσσέας την συνάντησε εκεί, σαν μπήκε μεταμορφωμένος για να κατασκοπεύσει, του ορκίστηκε πως δεν θα τον μαρτυρήσει στους Τρώες (δ 253).
Ο όρκος λοιπόν, που τόσο συχνά συνηθιζόταν να δίνεται στην Καθημερινή ζωή των ομηρικών Ελλήνων, σαν βεβαίωση της πιστής εκτέλεσης μιας συμφωνίας και της αλήθειας των ισχυρισμών τους και γενικά της αλήθειας των όσων έλεγαν, και έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή τους, δεν μπορεί παρά να αποτελούσε το πιο σοβαρό αποδεικτικό μέσο στην απονομή της δικαιοσύνης και τη δικαστική λύση των διαφορών. Μάλιστα, στα έπη έχουμε και μια περίπτωση λύσης της διαφοράς με την επαγωγή απαλλακτικού όρκου από το διάδικο, που όμως δεν δέχτηκε να πάρει ο άλλος, χάνοντας έτσι την υπόθεση. Η διαφορά ήταν ανάμεσα στο Μενέλαο και τον Αντίλοχο, που ο Μενέλαος τον κατηγορούσε πως τον ξεπέρασε με πονηριές στην αρματοδρομία που έγινε με την ταφή του Πάτροκλου, και πως δεν έπρεπε να πάρει το δεύτερο βραβείο, που ήταν μια φοράδα άζευτη εξαχρονίτικη. Ο Μενέλαος καλεί τους αρχηγούς και κυβερνήτες να δικάσουν ακομμάτιστα τη διαφορά και χωρίς να πάρουν το μέρος του:

«Και τώρα ομπρός, αργίτες άρχοντες και πρωτοκεφαλάδες,
ακριβοδίκια εδώ δικάστε μας δε θέλω εγώ κανένας
να πει απ’ τους Αργίτες κάποτε τους χαλκοθωρακάτους:
Τότε ο Μενέλαος τον Αντίλοχο ζορίζοντας του πήρε
με δόλο τη φοράδα• τ’ άτια του περίσσια πιο αχαμνά ‘ταν
μα πιο τρανά το βασιλίκι του, πιο πλήθια η δύναμή του».
(111 573-578 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Μα πάλι δεν θέλει να φέρει σε δύσκολη θέση τους κριτές τους, και αποφασίζει να λυθεί η διαφορά και να παραδεχτεί δεύτερο νικητή τον Αντίλοχο, αν αυτός πάρει όρκο, όπως ήταν το έθιμο («ή θέμις εστί» Φ 581), πως δεν εμπόδισε το αμάξι του με δόλο:

«‘Όμως θα κρίνω εγώ μοναχός μου, κι ούτε Αχαιός κανένας
θα ‘χει μαζί μου λέω παράπονο• τι θα ‘ναι δίκια η κρίση;
Αντίλοχε αντρειανέ, για ζύγωσε, κι όπως ορίζει η τάξη,
στάσου στο αμάξι ομπρός και στ’ άτια σου, και κράτα και στο χέρι
το λυγερό μαστίγι, τ’ άλογο που πριν με αυτό λαλούσες•
και στ’ άτια το δεξί σου βάζοντας, στον Ποσειδώνα ορκίσου
πως δεν αμπόδισες ξεπίτηδες το αμάξι μου με δόλο».
(111 579-585 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Το έθιμο λοιπόν επιτρέπει και καθορίζει και τον απαλλακτικό όρκο, πως δεν εμπόδισε δόλια το άρμα του, αποφασίζει ουσιαστικά ο ίδιος να λυθεί η διαφορά με τον τρόπο αυτό, που τον επέτρεπε ο άγραφος νόμος τους. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο όρκος ήταν σπουδαίο αποδεικτικό μέσο και ότι δινόταν τελετουργικά. Ο Αντίλοχος όμως δεν δέχτηκε να δώσει τον όρκο, μα παίρνει ο ίδιος τη φοράδα — το βραβείο — και την δίνει στο Μενέλαο, προτιμώντας να μην τον μισήσουν οι θεοί (αν έπαιρνε ψεύτικο όρκο), γιατί πραγματικά με δόλο είχε προσπεράσει το Μενέλαο, Ψ 429-441, 515), και να μην χάσει και την αγάπη του Μενέλαου και την εκτίμηση των Αχαιών (Ψ 587-595).
Ο όρκος λοιπόν ήταν σπουδαίο αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία της απονομής της δικαιοσύνης και τη λύση των διαφορών, όπως φαίνεται ότι ήταν και για την εξώδικη λύση τους. Λεπτομέρειες σχετικά με τη χρησιμοποίηση του όρκου στη δικαστική λύση των διαφορών δεν έχουμε. Ο όρκος πάντως δινόταν τελετουργικά, σύμφωνα με το έθιμο και ανάλογα με τη διαφορά. Η επίκληση των θεών είχε τη σημασία ότι οι θεοί βρίσκονταν εκεί κατά τη δόση του όρκου, σαν μάρτυρες, και θα τιμωρούσαν τον επίορκο ή ψεύδορκο.

Πηγή: Το υπέροχο βιβλίο του Παν. Κωνσταντόπουλου, Ομηρικοί Έλληνες Α’ + Β τόμ. εκδ. Μέτρον 1998.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com