ΟΜΗΡΟΣ



ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΚΟΙΝΟ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΟΣ

(απόσπασμα από το βιβλίο ο Όμηρος για τη ζωή και το θάνατο)



Ή αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα τού χρόνου. Blake

Ως τώρα ασχοληθήκαμε με τη σημασία των θεών στα ομηρικά έπη. Είναι σαφές ότι απ’ όλες τις επινοήσεις πού σκοπό έχουν να ενισχύσουν το νόημα τής δράσης,
Καμία δεν μπορεί να είναι περισσότερο διάχυτη ή πιο βαθιά εδραιωμένη από την ύπαρξη ενός πανθέου τού οποίου οι θεοί δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για τούς άθλους και τα δεινά των ηρώων, και παρεμβαίνουν διαρκώς στις διαφωνίες τους. Είδαμε ότι καμία εκτίμηση των ποιημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής αν δεν παίρνει στα σοβαρά τούς θεούς. Στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο θα στρέψουμε την προσοχή μας περισσότερο λεπτομερειακά σε μία σημαντική πλευρά τού θεϊκού στοιχείου: το ρόλο των θεών ως κοινού. Άλλη μία φορά θα υποστηριχθεί με επιχειρήματα ότι αυτό είναι κάτι παραπάνω από «θεϊκός μηχανισμός», ότι διατηρεί μιά ιδιόμορφη και αναγνωρίσιμη σχέση με την πραγματική θρησκεία, και ότι έχει μέγιστη σημασία τόσο για την Ιλιάδα όσο και για τη μεταγενέστερη ελληνική ποίηση.
Η αντίληψη ότι οι θεοί γίνονται μάρτυρες τής ανθρώπινης δράσης είναι βεβαίως παλιά και υπερβολικά διαδεδομένη. Το πολύ εμπεριστατωμένο έργο τού Ρ. Πεττατσόνι, Ό Παντογνώστης Θεός, συναρμολογεί ένα σύνολο μαρτυριών από πολιτισμούς όλου τού κόσμου, και ή γενική ερμηνεία πού δίνει σ’ ένα εντυπωσιακό σε όγκο υλικό είναι δύσκολο να παρακαμφθεί. Ανάμεσα στους Ινδοευρωπαίους [*η θεωρία περί Ινδοευρωπαίων θεωρείται (από τον αντιγραφέα για λογαριασμό της σελίδας) μη επαρκής], Σημίτες, Χαμίτες, Φιννο-Ούγγρους, Ουραλοαλταϊκούς λαούς, και άλλους, συναντάμε την αντίληψη ενός ουράνιου θεού ό οποίος γνωρίζει τα πάντα. Η σταθερότητα αυτής τής ποιητικής σύλληψης εκπλήσσει, επιτρέποντας στον Πεττατσόνι να συνοψίσει τα ευρήματά του ως εξής.
Βρίσκουμε τώρα ότι έχουμε μιά καθαρή εικόνα τού αρχικού ιδεολογικού συμπλέγματος τής θεϊκής παντογνωσίας. Το θέμα του δεν είναι ή πρωταρχική θεότητα γενικώς, αλλά μιά καθορισμένη κατηγορία θεϊκών όντων. Δεν έχει αντικείμενο όλη την κλίμακα τής γνώσης, αλλά τον άνθρωπο και τα έργα του. Ο τρόπος με τον οποίο ή θεϊκή παντογνωσία επισυμβαίνει είναι τελείως καθορισμένος, γιατί στηρίζεται σε μιά δύναμη πού τα πάντα ορά και ή οποία συμπληρώνεται περιστασιακά από παρόμοιες δυνάμεις πού ακούνε τα πάντα, από την πανταχού παρουσία και άλλα παρεμφερή. Η θεϊκή παντογνωσία δεν είναι απλώς παθητική και ενατενιστική αλλά δίνει αφορμή για κυρώσεις, πού είναι συνήθως κολαστήριες (σ. 22).
Η «καθορισμένη κατηγορία θεϊκών όντων» περιγράφεται: «Πρόκειται ως επί το πλείστον για επουρανίους θεούς και αστρικούς θεούς, ή θεούς συνδεόμενους κατά κάποιον τρόπο με τα ουράνια βασίλεια τού φωτός, στους οποίους αποδίδεται παντογνωσία», και ή όραση είναι ή ζωτική αίσθηση: «Η θεϊκή παντογνωσία είναι οπτική παντογνωσία».
Ο Ζεύς, ό «ευρύωψ» επουράνιος θεός, είναι ό κατ’ εξοχήν θεός πού ταιριάζει στην περιγραφή τού Πεττατσόνι, και ινδικά παράλληλα έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι στο ρόλο αυτό συνεχίζει μιά αρχαία ινδοευρωπαϊκή δοξασία. Παρατηρούμε ωστόσο ότι υπάρχει μία σημαντική διαφορά. Ενίοτε ό Ζεύς παρουσιάζεται όντως ως ηθικός και τιμωρός θεός, συχνά όμως παρουσιάζεται, μαζί του και οι άλλοι θεοί, απλώς «να κοιτάζει», σαν να ήταν ή ανθρώπινη δράση ένα θέαμα οργανωμένο χάριν ψυχαγωγίας των θεών. Άλλοτε, πάλι, πρόκειται για τραγωδία πού οι ουρανοί παρακολουθούν κλαίγοντας. Δίνω τρία παραδείγματα από κάθε περίπτωση. Μετά την αποτυχία τής μονομαχίας Πάριδος-Μενελάου, στη γη και οι δύο πλευρές προσπαθούν να βρουν τον εξαφανισμένο Πάρι και να βάλουν έτσι τέλος στον πόλεμο, και ό Αγαμέμνων απαιτεί την παράδοση τής Ελένης• στους ουρανούς όμως.
οι δε θεοί παρ Ζηνί καθήμενοι ηγορόωντο
χρυσέω εν δαπέδω, μετά δε σφισι πότνια Ήβη
νέκταρ εωνοχόει• τοι δε χρυσέοις δεπάεσσι
δειδέχατ’ αλλήλους, Τρώων πόλιν εισορόωντες (Δ. 1-4).
«Οι θεοί από την άλλη, καθισμένοι κοντά στο Δία πάνω στο χρυσό πάτωμα, συζητούσαν, και ανάμεσά τους ή σεβάσμια Ήβη κερνούσε νέκταρ• εκείνοι έπιναν ό ένας στην υγεία τού άλλου με χρυσά ποτήρια, κοιτάζοντας την πολιτεία των Τρώων». Πάλι, στο χωρίο Η.61 ό Απόλλων και ή Αθηνά, έχοντας κανονίσει μιά μονομαχία ανάμεσα στον Έκτορα και ένα πρωτοπαλίκαρο των Αχαιών, κάθονται σ’ ένα δέντρο να παρακολουθήσουν, «απολαμβάνοντας το θέαμα των πολεμιστών». Τέλος στο Θ.51 ό Ζεύς, αφού απαγόρεψε σε οποιονδήποτε από τούς θεούς να παρέμβει στη μάχη, κάθεται σε όλο του το μεγαλείο να παρακολουθήσει το θέαμα:
αυτός δ’ εν κορυφήσι καθέζετο κύδεϊ γαίων,
εισορόων Τρώων τε πόλιν και νήας Αχαιών.
«Ο ίδιος κάθισε στην κορυφή καμαρώνοντας για τη δόξα του, και έβλεπε κατά την πόλη των Τρώων και τα καράβια των Αχαιών». Στην αντίπερα πλευρά, Π.430: καθώς Σαρπηδών και Πάτροκλος συναντιούνται σε μία μονομαχία πού μέλλει να τελειώσει με το θάνατο τού Σαρπηδόνος: «Όταν τούς είδε ό γιος τού πανούργου Κρόνου, λυπήθηκε και είπε στην Ήρα, την αδερφή και γυναίκα του: Αλίμονό μου, ό πιο αγαπημένος απ’ όλους τούς ανθρώπους, ό Σαρπηδόνας, είναι γραμμένο από τη μοίρα να σκοτωθεί από τον Πάτροκλο, το γιό τού Μενοίτιου...”». Καθώς οι Αχαιοί κατατροπώνονται από τον Έκτορα, «τούς είδε, τούς λυπήθηκε ή Ήρα με τα άσπρα χέρια» (Θ.350). Τέλος, ό Αχιλλεύς καταδιώκει τον Έκτορα, πού τρέχει να σωθεί: «...και οι θεοί όλοι τούς έβλεπαν. Πρώτος ανάμεσά τους άρχισε να μιλά ό πατέρας των ανθρώπων και των θεών: Πω, πω, αλήθεια έναν αγαπημένο άντρα βλέπω με τα μάτια μου να κυνηγιέται γύρω από το τείχος, κι’ ή ψυχή μου κλαίει για τον Έκτορα...”».
Αυτά τα χωρία αρκούν για να δείξουν ότι οι θεοί παρακολουθούν τις ανθρώπινες πράξεις ως θέαμα. Επιφυλάσσουν επίσης για τον εαυτό τους, σε άλλα σημεία, την αρχαία και οικουμενική αποστολή τού επόπτη προκειμένου να παρέμβουν, να υπερασπιστούν και να τιμωρήσουν. Όταν δύο μέρη κάνουν ανακωχή, κάνουν την επίκληση «Δία πατέρα, πού κυβερνάς από την Ίδα, πολυδοξασμένε, πολύ μεγάλε, και συ, Ήλιε, πού όλα τα βλέπεις και όλα τα ακούς» (Γ.276, ξ.393)• Θεοί περιφέρονται μεταμφιεσμένοι, «ατενίζοντας την κακία και την αρετή των ανθρώπων» (ρ.48 1)• ή Εκάβη ικετεύει τον Πρίαμο να προσευχηθεί στον Δία ως προστάτη του, «το γιό τού Κρόνου, τον κύριο τής Ίδης, πού κατοπτεύει ολόκληρη την Τροία» (Ω.290).
Θα ήταν εύκολο να ιχνηλατήσουμε την ίδια σύνδεση, τής θεϊκής παρακολούθησης και θεϊκής προστασίας τιμωρίας, σε όλη την ελληνική λογοτεχνία. Το «μάτι», όπις , των θεών έχει γενικά αυτή την έννοια, τού δίκης οφθαλμού, όπως όταν ό Ζεύς επιφέρει θύελλες και πλημμύρες σε μιά χώρα με φαύλους ηγέτες, «πού μαζεύονται και κρίνουν στραβά το δίκιο με το έτσι θέλω, και διώχνουν τη δικαιοσύνη, γιατί δεν λογαριάζουν τούς θεούς πού τούς επιβλέπουν».
Τόσο αλήθευε αυτό ώστε να αποτελεί συνήθη και γεμάτη πικρία αποδοκιμασία ενός θεού το να λέγεται γι’ αυτόν ότι «δε βλέπει», εννοώντας ότι δεν αποτρέπει ή δεν τιμωρεί ένα τρομερό συμβάν, ή να τον ρωτούν: «Βλέπεις;». Στην Ιλιάδα, ό Άρης λέει στον Δία: «Δία πατέρα, δε θυμώνεις πού βλέπεις αυτές τις βιαιοπραγίες;».
Και οι άνθρωποι, επίσης, περιμένει κανείς να αντιδράσουν στη θέα επαίσχυντων ή αξιοθρήνητων πραγμάτων. Ο Αγαμέμνων καυτηριάζει τη στάση των Αθηναίων ηγετών και τού Οδυσσέως πού κάνουν πίσω αφήνοντας άλλους να μάχονται μπροστά στα μάτια τους: «...τώρα θα προτιμούσατε να βλέπατε και δέκα φάλαγγες από τούς Αχαιούς να πολεμούν με τον άσπλαχνο χαλκό μπροστά από σάς». Η Αθηνά λέει ότι κάθε αγαθός άνθρωπος θα εξοργιζόταν με την απαίσια συμπεριφορά των Μνηστήρων τής Πηνελόπης, ενώ ό Αχιλλεύς φοβάται ότι στη θέα τού πτώματος τού Έκτορος ό Πρίαμος δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τη θλίψη και την οργή του.
Από όλα αυτά φαίνεται αρκετά καθαρά ότι ή αντίληψη για τον Δία ως επόπτη των ανθρώπινων έργων με την προοπτική να υπερασπιστεί με δική του θέληση και να τιμωρήσει τούς άνομους είναι ήδη οικεία στον Όμηρο, όπως ήταν και στην αρχαία Ινδοευρωπαϊκή παράδοση και σε πολλές άλλες ανάλογες πρώιμες κοινωνίες. Στην Ιλιάδα, ωστόσο, την αντικαθιστά συχνά μιά διαφορετική αντίληψη, εκείνη τού επουρανίου θεού και των άλλων θεών πού απλώς ατενίζουν χωρίς να υπάρχει απαραίτητα πρόθεση να αναλάβουν δράση• θεών, πού στην πραγματικότητα παρακολουθούν σαν θεατές ένα δράμα ή έναν αθλητικό αγώνα.
Οι δύο αντιλήψεις στην πραγματικότητα δεν έρχονται σε τόσο οξεία αντίθεση μεταξύ τους όσο άφησα να φανεί εδώ. Ο Ζεύς, ό οποίος κάθεται «καμαρώνοντας για τη δόξα του» να παρακολουθήσει τη μάχη στο χωρίο Θ.51, μόλις έχει βγάλει έναν βαρυσήμαντο λόγο, απαγορεύοντας σε οποιονδήποτε θεό ή θεά να παρέμβει με σκοπό να αψηφήσει το γενικό πλάνο του για τη μελλοντική μορφή τού πολέμου• και όταν βλέπει κάτω και «λυπάται» για την ολέθρια θέση στην οποία έφεραν τούς Τρώες και τον Έκτορα ή Ήρα και ό Ποσειδών στο χωρίο Ο.12 —«Όταν τον είδε, τον λυπήθηκε ό πατέρας των ανθρώπων και των θεών»— σπεύδει αμέσως να διαγράψει το μέλλον και να επιβάλει τη θέλησή του. Μπορεί να υπάρχει εν μέρει επικάλυψη μεταξύ των θεών πού «νοιάζονται» για ήρωες και πολιτείες, και εκείνων πού απλώς «περιεργάζονται» τα δεινά τους• όμως, σε μερικά σημαντικά χωρία ή δεύτερη αντίληψη αναδύεται με σαφήνεια.
Οι αρχαίοι σχολιαστές έμειναν κατάπληκτοι με τη φαινομενική αναλγησία πού έδειχναν μερικοί από αυτούς. Παραθέσαμε νωρίτερα την αρχή τής Ραψωδίας Δ τής Ιλιάδος: οι θεοί πίνουν ό ένας στην υγειά τού άλλου μέσα από χρυσά κύπελλα και ατενίζοντας την πόλη τής Τροίας. Επ’ αυτού έχουμε το εξής σχόλιο: «Ο κόσμος βρίσκει ανάρμοστο να τέρπει τούς θεούς το θέαμα τού πολέμου». Υπό το κράτος τής συγκίνησης μάλλον, ό συγγραφέας έχει να προτείνει μία λύση στη δυσκολία αυτή: «Οι γενναίες πράξεις είναι πού τούς τέρπουν». Παρόμοια ερμηνεία προσφέρεται στο Φ.389, ένα παραστατικό αξιομνημόνευτο χωρίο. Καθώς οι θεοί έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, ό Ζεύς γελά από τη χαρά του: «Συγκρούστηκαν λοιπόν με μεγάλο πάταγο, και βούϊσε ή πλατιά γη, και ό μέγας ουρανός αντήχησε. Κι’ ό Δίας καθισμένος στον Όλυμπο τούς άκουσε και γέλασε ή ψυχή του από ευχαρίστηση, όταν είδε (ότι) οι θεοί ήρθαν σε σύγκρουση». «Γελά ό Ζεύς γιατί τούς βλέπει να αμιλλώνται στην πολεμική αρετή», λέει ένας αισιόδοξος σχολιαστής. Η ηθικοπλαστική αυτή θεωρία δύσκολα αντέχει την αντιπαραβολή με περιστατικά όπως τα γέλια των Αχαιών με τον ξυλοδαρμό τού Θερσίτη, και τού Αγαμέμνονα πού «χαίρεται με την καρδιά του» μιά φιλονικία τού Οδυσσέα με τον Αχιλλέα, και τα γέλια των Μνηστήρων («με τα χέρια ψηλά πέθαιναν στα γέλια») με το ξυλοκόπημα τού Ίρου από τον Οδυσσέα. Το «ατελείωτο γέλιο» πού ξεσπά ανάμεσα στους θεούς καθώς βλέπουν τον Ήφαιστο να λαχανιάζει πέρα δώθε, αταίριαστος αντικαταστατής τής Ήβης ή τού Γανυμήδη [*ως αντικαταστάτης οινοχόος], και με το οποίο απολαμβάνουν το θέαμα τής Αφροδίτης και τού Άρη πού πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω, πρέπει επίσης να ταιριάζει εδώ, όπως και το ότι «γέλασαν μαζί του χαρούμενοι» όταν ό Αίας πέφτει μέσα στις κοπριές. Όλη αυτή ή θυμηδία πηγάζει από την ηδονική αίσθηση ανωτερότητος κάποιου• όντας «έξω απ’ το χορό», απολαμβάνει το θέαμα των άλλων πού αγωνίζονται ή εξευτελίζονται για να χαίρεται αυτός. Ένα βήμα χωρίζει αυτό το γέλιο από το αποτρόπαιο γέλιο πού απεχθάνονται ήρωες και ηρωίδες τής Τραγωδίας και το οποίο, καλό είναι να θυμόμαστε, επιτρεπόταν σε ορισμένες περιστάσεις από τον Αττικό νόμο σε βάρος εγκληματιών όταν εκτελούνταν.
Με τον τρόπο αυτό ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με το ερώτημα: ποια είναι ή στάση των θεών απέναντι στους ανθρώπους στην Ιλιάδα; Πιστεύω πώς θα αποδειχτεί ότι ή ιδέα πού πραγματευόμαστε εδώ μάς δείχνει ένα σημαντικό ίχνος τής απάντησης. Το ερώτημα είναι ζωτικής σημασίας, γιατί μόνον υπό το φως τής φύσεως και τής προοπτικής των θεών είναι καταληπτή ή ανθρώπινη ζωή, και ή αντίληψη για τη ζωή και το θάνατο πού χαρακτηρίζει την Ιλιάδα είναι ή ποιητική καρδιά τού έπους και τής μεγαλοσύνης του.
Το θέμα τού ηρωικού άσματος δίνεται από την Πηνελόπη ως «έργα ανθρώπων και θεών πού τα υμνούν οι ποιητές». Θεοί και άνθρωποι έχουν να επιδείξουν θαυμαστά έργα, έργα πού μπορούν να γίνουν επικά άσματα• στην Ιλιάδα, αρκετές ιστορίες αναφέρονται στις μάχες και τα δεινά των θεών άλλοτε, όπως όταν ή Ήρα πληγώθηκε από τον Ηρακλή, ό Ήφαιστος εκσφενδονίστηκε από τον Όλυμπο, ό Κρόνος και οι Τιτάνες εκδιώχτηκαν και φυλακίστηκαν στα τρίσβαθα τού Ταρτάρου. Έχει συχνά επισημανθεί ότι στην Ιλιάδα τέτοια μεγάλα δεινά των θεών ανήκουν στο παρελθόν και δεν συμβαίνουν πράγματι πλέον. Κάποτε, ό Ζεύς κρέμασε την Ήρα μεταξύ Γης και Ουρανού με αμόνια δεμένα στα πόδια της• τώρα, τής το θυμίζει και χαμογελά όταν εκείνη ζητά συγγνώμη. Κάποτε, ό Ζεύς εκσφενδόνιζε θεούς από τον Όλυμπο στη Γη• Τώρα όμως, ένα διακριτικό νούμερο παλιάτσου από τον Ήφαιστο ή μία υποχώρηση τής Ήρας αποκαθιστά τα πνεύματα. Στίχοι όπως αυτοί πού στη Θεογονία αποτελούν μέρος τής τρομακτικής πάλης τού Διός με τον Τυφωέα (847 κ. ε.) —ουρανός, γη και θάλασσα, τα πάντα σείονται, ό Άδης πηδά έντρομος απ’ το θρόνο του— χρησιμεύουν στην Ιλιάδα (Υ.56 κ. ε.) μόνον ως εισαγωγή στην άκαρπη μάχη των θεών, πού τελειώνει όχι με την ανατροπή ενός παντοδύναμου θεού, αλλά με τον Απόλλωνα να απαρνείται αποφθεγματικά τη μάχη, τον Ερμή να κάνει το ίδιο με μία πνευματώδη φιλοφροσύνη και την Αρτέμιδα να τις έχει φάει στ’ αυτιά και να γυρίζει με κλάματα στο σπίτι.
Ο ποιητής τής Ιλιάδος επινοεί ως και μύθους τής πανάρχαιας σύγκρουσης των θεών, οι οποίοι ηχούν αρχαϊκοί, όπως ή ιστορία πού ό Αχιλλεύς «συχνά άκουσε τη Θέτιδα να διηγείται», για τη συνομωσία Ήρας, Ποσειδώνος και Παλλάδος Αθηνάς εναντίον τού Διός. Αυτός ό μύθος, αποσπασματικός και ανεξήγητος για να τον πάρει κανείς στα σοβαρά, εθεωρείτο από τον Αρίσταρχο επινόηση τού Ομήρου — οι τρεις θεοί πού ευνοούν τούς Αχαιούς στην Ιλιάδα, και οι οποίοι δεν έχουν τίποτε άλλο κοινό, συγκροτούν την ομάδα εκείνη από τα ύπουλα σχέδια τής οποίας ή Θέτις θα γλιτώσει τον Δία, και τής οποίας ή εχθρότητα προς την Τροία πρέπει τώρα να συντριβεί από τον Δία πού, ευγνώμων προς τη Θέτιδα, εισακούει την προσευχή της για μιά μεγάλη νίκη των Τρώων. Η Θεογονία μάς δίνει μιάν ιδέα για τα μέχρι πλήξεως σοβαρά ποιήματα πού αφηγούνται τον πόλεμο των Ουρανών, και το γεγονός ότι ήταν πολλά αυτά επιβεβαιώνεται από τον Ξενοφάνη (1.21 κ.ε.), ό οποίος μιλά για άσματα πού περιγράφουν τις «μάχες Τιτάνων, Γιγάντων και Κενταύρων», όλα, κατά τη γνώμη τού ποιητή, το ίδιο αταίριαστα με το εορταστικό σκηνικό. Τα χρόνια εκείνα, οι θεοί πολεμούσαν αναμεταξύ τους, και οι χαμένοι μπορεί να ευνουχίζονταν ή να ρίχνονταν στα Τάρταρα και να μην ξαναφαίνονταν• τώρα όμως, ό Ζεύς βασιλεύει με ασφάλεια στον Όλυμπο, και μάχες ανάμεσα στους αθανάτους μπορούν να στηθούν γρήγορα και εύκολα.
Έτσι ό Άρης, στο άκουσμα τού θανάτου τού γιού του, κραυγάζει ότι θα πάρει εκδίκηση και αψηφά τούς κεραυνούς τού Διός (Ο.115), βρίσκει όμως παρηγοριά σε ένα στερεότυπο («πέθαναν και καλύτεροι πρωτύτερα, και θα πεθάνουν κι άλλοι ακόμα», Ο. 139- 41) και γυρίζει στη θέση του στο συμπόσιο. Σε στιγμή οργής ό Ζεύς απειλεί τον Άρη «αν δεν ήσουν γιος μου, θα βρισκόσουν πιο βαθιά κι από τούς Τιτάνες στα Τάρταρα» (Ε.898) —μιά και είναι όμως γιος του, πρέπει να γιατρευτεί ό πόνος του, και φορώντας ρούχα λαμπρά να παρακαθίσει με τούς θεούς— «Τον έλουσε ή Ήβη και τού φόρεσε όμορφη φορεσιά, κι αυτός όλο καμάρι για το μεγαλείο του κάθισε πλάι στο Δία, το γιό τού Κρόνου».
Γίνεται μιά μεγάλη προσπάθεια στην Ιλιάδα να απεικονιστούν όλοι οι θεοί σαν να συγκατοικούν στον Όλυμπο με τον πατέρα Δία, αν και προκύπτει σποραδικά ότι οι θεοί έχουν χωριστές τοπικές κατοικίες, κάτι πού πράγματι ανταποκρίνεται με περισσότερη ακρίβεια στην πραγματικότητα τής κατά τόπους λατρείας: ό Ποσειδών στο Αιγαίο, ή Αφροδίτη στην Πάφο και ή Αθηνά στην Αθήνα, ενώ τρεις είναι οι ευνοούμενες πόλεις τής Αφροδίτης, το Άργος, ή Σπάρτη και οι Μυκήνες «με τούς φαρδιούς τούς δρόμους» (Ν, θ.363, η.81, Δ52). Η ιδέα μιάς ενοποιημένης κοινωνίας θεών είναι ξένη προς το πνεύμα τής ύστερης ελληνικής θρησκείας, και φαίνεται ότι υπήρξε δημιούργημα τού έπους, υπό την επίδραση εν τέλει των θρησκευτικών ιδεών πού επικρατούσαν στο Αιγαίο και την Εγγύς Ανατολή κατά το δεύτερο μισό τής δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Την περίοδο εκείνη, βρίσκουμε τόσο εντυπωσιακές ομοιότητες σε μία ευρεία περιοχή, από την Κρήτη ως τη Μεσοποταμία, ώστε οι φιλόλογοι μπορούν να μιλούν για μία «κοινή θρησκευτική γλώσσα»• γράφει π.χ. ό Μπέρκερτ Walter Burkert): «Ένα πάνθεο ανθρωπόμορφων θεών πού μιλούν και ενεργούν μεταξύ τους με ανθρώπινο τρόπο, πού αγαπούν, υποφέρουν και θυμώνουν, και οι οποίοι διατηρούν αμοιβαίες σχέσεις ως σύζυγοι, γονείς και παιδιά, ανήκει προφανώς στην κοινή γλώσσα τού Αιγαίου και τής Εγγύς Ανατολής. Το ίδιο και οι συνελεύσεις των θεών...». Η επινόηση είχε αποτέλεσμα να ενώσει και να φέρει τούς θεούς συλλήβδην σε αντιπαράθεση με τον κόσμο των ανθρώπων συλλήβδην• δεν είναι πλέον ό Ζεύς ό ουράνιος πατέρας μόνος πού βλέπει από ψηλά τις ανομίες μας, αλλά όλοι μαζί οι θεοί στρέφουν το βλέμμα πάνω στις ανθρώπινες πράξεις. Οι θεοί οι οποίοι ασυζητητί θα βρίσκονταν εκτός τόπου στην κοινωνία τού Ολύμπου —ή καρπερή Δήμητρα, ό βίαιος Διόνυσος— στυλιζάρονται όσο το δυνατόν περισσότερο πέραν τού ποιήματος και τού κόσμου. Συσπειρωμένοι οι θεοί στον Όλυμπο, γνωρίζουν πολύ καλά σε τι διαφέρουν από τούς ανθρώπους, οι οποίοι επανειλημμένα με τα έργα τους φτάνουν σε θεϊκά ύψη για να επανέλθουν σύντομα συντετριμμένοι στη θνητότητά τους. Όλοι έχουν ανάγκη τούς θεούς, λέει ό συνετός γιος τού Νέστορος• ό ποιητής αποφεύγει να δείξει τούς θεούς να τρώνε (μόνο στην Οδύσσεια εμφανίζονται να τρώνε αμβροσία), και, καθώς φαίνεται, δεν τρέφονται με την τσίκνα από τις θυσίες πού τούς προσφέρουν οι άνθρωποι, σύμφωνα με την πανάρχαια αντίληψη, εξακολουθούν όμως να απαιτούν αυτές τις προσφορές, και φαίνεται ότι κατά μίαν έννοια οι θεοί έχουν ανάγκη τούς ανθρώπους. Ο αμοιβαίος στοχασμός ανθρώπων και θεών είναι πού κάνει τον καθένα από αυτούς να καταλάβει όχι μόνο τον άλλο αλλά και τον εαυτό του.
Η ηλικία και ό θάνατος είναι πού κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στους δύο. Οι θεοί είναι «για πάντα αθάνατοι και αγέραστοι». Επειδή είναι αθάνατοι, όλα τους τα αγαθά είναι επίσης ανώτερα από τα αγαθά των ανθρώπων. Τού Αχιλλέως τα άλογα είναι ανώτερα, «γιατί είναι αθάνατα». Οι θνητοί δεν μπορούν να βλάψουν την πανοπλία πού έφτιαξαν θεοί• ό,τι βγαίνει από τα χέρια τού Ηφαίστου είναι όπως πρέπει να είναι ένα έργο θεού, και όχι θνητού. Ο Αχιλλεύς, γιος αθάνατης μητέρας, μπορεί να χαλιναγωγήσει άλογα πού άλλοι θνητοί δεν μπορούν. Οι θεοί είναι πιο ωραίοι από τούς θνητούς, και ό Γανυμήδης απάγεται από τη γη, «εξαιτίας τής ομορφιάς του, για να ζήσει με τούς αθάνατους» (Υ.235).
Ο Πρίαμος καυχιέται με συγκινητικό τρόπο ότι ό γιος του ό Έκτωρ ήταν τόσο υπέροχος πού έμοιαζε με θεό ανάμεσα στους ανθρώπους, ή γέννημα θεού, όχι θνητού (Ω.258). Να ή όψη των πραγμάτων επί γης: ό Έκτωρ είναι «θεόμορφος», στη μάχη είναι «ισότιμος τού ανθρωποκτόνου Άρη», στην Τροία τον τιμούν όπως ένα θεό — στον Όλυμπο όμως τον βλέπουν πολύ διαφορετικά. Ακόμη και ή πρόταση να θαφτεί το σώμα του είναι, κατά την άποψη τής Ήρας, ύβρις προς την ανωτερότητα τού ουρανού: (Ω.56). «Αυτά πού λες, αργυρότοξε, θα μπορούσε να γίνουν, αν δώσετε την ίδια τιμή στον Αχιλλέα και στον Έκτορα. Ο Έκτορας ωστόσο είναι θνητός και βύζαξε γυναίκας στήθος, ό Αχιλλέας όμως είναι γιος θεάς». Και ό Ζεύς άπαντά ότι δεν υπάρχει θέμα να τιμηθούν το ίδιο και δύο. Οι θεοί μισούν το θάνατο και δεν έχουν καμία σχέση μαζί του. Οι θεοί φορούν αθάνατα ρούχα και αθάνατη πανοπλία, τα καθημερινά τους αγαθά είναι από άφθαρτο χρυσάφι. Όταν τούς βλέπουμε να τρώνε, τρέφονται με «αθανασία», αμβροσία• πίνουν νέκταρ, πού ίσως έχει την ίδια ετυμολογική έννοια• οι θεές αλείφονται με «αθανασία», και με «αθάνατη ομορφιά». Ο Μενέλαος συνοψίζει λέγοντας ότι κανείς δεν μπορεί να ανταγωνιστεί σε αγαθά τον Δία, «γιατί το σπίτι του και οι θησαυροί του είναι αθάνατα».
Οι Θεοί διακρίνονται επίσης από τούς ανθρώπους και ως προς την ισχύ. Η γενναιότητα, ή υπόληψη και ή δύναμή τους είναι μεγαλύτερη, και αυτό γίνεται συχνά αντιληπτό από το γεγονός ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα με ευκολία. Ή Αφροδίτη σώζει τον Πάρι «πολύ εύκολα, σα θεά πού ήταν»• έτσι ακριβώς σώζει ό Απόλλων τον Έκτορα. Η θέληση τού Διός αναγκάζει έναν ανδρείο να τραπεί σε φυγή και τού στερεί τη δόξα, όποτε θελήσει, «εύκολα». Η Αθηνά κάνει το δόρυ τού Έκτορα να στραφεί προς τα πίσω όταν εκείνος το ρίχνει εναντίον τού Αχιλλέως, με ένα απαλό φύσημα• ό Απόλλων γκρεμίζει το τείχος των Αχαιών με την ίδια ευκολία πού το παιδί παίζοντας σωριάζει με μία κλωτσιά έναν πύργο στην άμμο. Περισσότερο ακόμη από εύκολες, οι πράξεις τους είναι ανεύθυνες• οι θεοί δεν έχουν να φοβηθούν οποιεσδήποτε συνέπειες. Έτσι ή Θέτις λέει στον Δία, καθώς αυτός ακούει σιωπηλός την προσευχή της:(Α.515). «Υποσχέσου μου αληθινά και συγκατάνεψέ μου, ή αρνήσου καθαρά, γιατί εσύ δεν έχεις να φοβάσαι». Με τον ίδιο τρόπο μαίνεται και ό Αχιλλεύς κατά τού Απόλλωνος: (Χ. 18). «Εμένα τώρα μού στέρησες δόξα μεγάλη, κ’ εκείνους τούς έσωσες εύκολα, γιατί δεν έχεις (να φοβηθείς ύστερα) καμιά τιμωρία. (Πόσο) θα σε εκδικόμουν, να είχα μονάχα τη δύναμη».
Τέτοια «ευκολία» γίνεται παράπονο, επίκριση στα χείλη τού θύματος• ό θεός δεν έχει να δώσει λογαριασμό για ό,τι κάνει, και ή ευκολία πού αποτελεί μέρος τής δοξολογίας τής θεϊκής δύναμης έχει μιάν άλλη πλευρά όταν ό δοκιμαζόμενος βρίσκει άδικη την πράξη. Ο παρακάτω στίχος είναι μία ευθεία αναφορά στις επικρίσεις των θεών πού συναντάμε στον Ευριπίδη. Ο ετοιμοθάνατος Ιππόλυτος λέει στην προστάτιδα θεά του καθώς τον εγκαταλείπει: (Ιππόλυτος 1441). «Χαίρε και συ, μακάρια παρθένα• εύκολο σού είναι να στερηθείς τη μακρόχρονη φιλία μας». Η αντίθεση τής ανθρώπινης δυστυχίας με τη χαρούμενη ξενοιασιά των θεών μοιάζει με αυτήν τής πικρής μονωδίας τής Κρέουσας στον Ίωνα, όπου, αφού κατηγορεί το θεό ότι τη βίασε και άφησε το παιδί του να πεθάνει, συνεχίζει «αλλά εσύ την κιθάρα σου! Τραγούδια εσύ» (905). Αλλά αυτό πού στον Ευριπίδη είναι επίθεση ενάντια στο θείο, στον Όμηρο είναι κάτι διαφορετικό, μιά δήλωση για τη φύση τού κόσμου και την ανθρώπινη ζωή, φοβερή αλλά ψυχρή.
Όλες οι πράξεις των θεών είναι εύκολες• το ίδιο συνεπώς και ή ζωή τους όλη. Είναι «μακάριοι θεοί» και «θεοί πού ζουν με την άνεσή τους». Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνήθως ζουν είναι απολαυστικές• στον Όλυμπο, «εκεί οι μακάριοι θεοί απολαμβάνουν για πάντα τις χαρές», ζ.46. Εκεί γλεντοκοπούν και πίνουν, και έχουν τη μουσική τού Απόλλωνος και των Μουσών να τούς ευφραίνει (Α.603). Ένα πράγμα χρειάζονται ακόμη για να ολοκληρωθεί ή ευδαιμονία τους: κάτι να τούς κεντρίσει το ενδιαφέρον. Απεχθάνονται να βλέπουν τον Άδη και το βασίλειο των νεκρών• αυτό το κάτι το προσφέρει ή ύπαρξη των θνητών και τα δεινά τους. Η φύση των ανθρώπων και των θεών έχει με ακρίβεια υπολογιστεί έτσι ώστε να προβάλλει ξεχωριστά ή μία από την άλλη και να οριοθετείται. Έτσι, λοιπόν, ενώ ή ζωή των θεών είναι μακάρια, των ανθρώπων είναι άθλια• όπως είναι και οι ίδιοι χαρακτηριστικά σε μιά ομηρική φράση για τούς «ανθρώπους».
Ο Ζεύς επιβάλλει τον κανόνα, σύμφωνα με τον οποίον, «...Τίποτε πιο δυστυχισμένο από τον άνθρωπο μέσα σ’ όλα όσα αναπνέουν και σέρνονται πάνω στη γη» (Ρ.446), και ή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία το λέει, προσθέτει, αν αυτό είναι δυνατόν, μεγαλύτερη έμφαση: τού προκαλεί τον οίκτο ή δυστυχία των αθάνατων αλόγων τού Αχιλλέως, πού θρηνούν για τον Πάτροκλο. Τα άλογα ανήκουν στον ουρανό, και ή θλίψη τους φαίνεται να συγκινεί το Δία περισσότερο απ’ όσο τον συγκινεί ό θάνατος τού Πατρόκλου.
Μόνη παρηγοριά στη σκέψη τού θανάτου είναι ότι όλοι πρέπει μιά μέρα να πεθάνουν, και ή αλήθεια τούτη ηχεί διαφορετικά ανάλογα με το αν λέγεται επί γης ή στον Ουρανό. Ανάμεσα στους θεούς, ό Ζεύς θρηνεί τον επικείμενο θάνατο τού Έκτορος, «ενός ανθρώπου πού αγαπώ» και γενναιόδωρου στις θυσίες πού προσφέρει: «...και οι θεοί όλοι τούς έβλεπαν. Πρώτος ανάμεσά τους άρχισε να μιλά ό πατέρας των ανθρώπων και των θεών: Πω, πω, αλήθεια έναν αγαπημένο άντρα βλέπω με τα μάτια μου να κυνηγιέται γύρω από το τείχος, κι’ ψυχή μου κλαίει για τον Έκτορα πού μού έκαιε πολλά μεριά βοδιών... θα τον σώσουμε από το θάνατο...;» (Χ.166). Η Αθηνά αποκρίνεται κοφτά ότι ό Έκτωρ είναι θνητός και είναι γραμμένο του να πεθάνει• και ό Ζεύς λέει αμέσως: «Μη φοβάσαι,... αγαπημένο μου παιδί, (δε μιλούσα σοβαρά). Θέλω να είμαι καλός μαζί σου. Κάμε όπως θέλεις...».
Λίγο μεγαλύτερη έγνοια δείχνεται για τα παιδιά των θεών. Είδαμε με πόση ετοιμότητα παρηγορείται ό Άρης για το θάνατο τού γιού του• ή περίπτωση τού Σαρπηδόνος, τού γιού τού Διός, είναι όντως πιο τραγική, και ό Ζεύς τον τιμά με μιά υπερφυσική βροχή σαν αίμα. Αλλά το όνομα τού Σαρπηδόνος δεν θα αναφερθεί ποτέ ξανά στον Όλυμπο, και είναι έντονη ή αντίθεση με τη συντριβή πού προκαλεί ό θάνατος τού Έκτορος σ’ αυτούς πού τον αγαπάνε, ή με ‘κείνη τού Αχιλλέως για το θάνατο τού Πατρόκλου. Ο θεός πού θρηνεί όπως ένας θνητός είναι ή Θέτις, ή οποία μέσω τού γάμου της διάβηκε το κατώφλι τής ανθρώπινης ζωής, και βεβαίως δεν νιώθει σαν στο σπίτι της πάνω στον Όλυμπο. Τη μοναδική στιγμή πού εμφανίζεται να κάνει την είσοδο της στη λαμπρή κοινωνία στην οποία ανήκει, φροντίζει να το υπογραμμίσει με όλη τη σαφήνεια πού μπορεί κανείς να φανταστεί, γιατί όταν την καλεί ό Ζεύς πενθεί το γιό της και διστάζει να έρθει ανάμεσα στους αθανάτους — «(Τι θέλει και με καλεί, αυτός ό παντοδύναμος θεός; Μού φέρνει τρόμο να συναναστρέφομαι τούς αθάνατους, έχω μύρια βάσανα στην καρδιά)». Φορώντας κατάμαυρο «κεφαλοπάνι», «πιο μαύρο από αυτό δε στάθηκε ποτέ άλλο ρούχο», έρχεται ανάμεσα στους θεούς, πού τη δέχτηκαν με χρυσό κύπελλο και καλοσυνάτα λόγια. «Η Ήρα τότε τής έβαλε στο χέρι ένα μαλαματένιο όμορφο ποτήρι, και κοίταξε να την καλοκαρδίσει μιλώντας της• κι’ ή Θέτη ήπιε και τής το έδωσε πίσω». Σαν βρεθεί ανάμεσα στους θεούς αυτούς, ακόμη και κάποιος πού πενθεί είναι υποχρεωμένος να πίνει και να είναι ευδιάθετος.
Με τη Θέτιδα, φτάσαμε στους θνητούς και την αποδοχή από μέρους τους τής θνητότητας. Όταν ό Αχιλλεύς λέει στον Λυκάονα ότι «όλοι πρέπει κάποτε να πεθαίνουν», οι λέξεις αποκτούν ένα βαθύ και τραγικό νόημα: «Ο Πάτροκλος είναι νεκρός, αυτός πού ήταν καλύτερος από σένα• ακόμη κι εγώ θα σκοτωθώ, τι αν είμαι τόσο δυνατός κι έχω μάνα θεά• έλα, φίλε μου, πρέπει κι εσύ να πεθάνεις. Προς τι όλος αυτός ό οδυρμός;». Άλλο είναι για ένα θεό να λέει: «Όλοι οι άνθρωποι πρέπει κάποτε να πεθαίνουν», και άλλο για έναν μεγάλο ήρωα να λέει: «Εγώ πρέπει να πεθάνω», γνωρίζοντας ότι σύντομα θα συμβεί αυτό. Το γεγονός ότι ό ίδιος ό Αχιλλεύς αποδέχεται το μοιραίο τού θανάτου του, είναι ή πηγή όλης τής δύναμης αυτού τού χωρίου. Το ίδιο ισχύει και όταν ό Αχιλλεύς μιλώντας στον Πρίαμο εφαρμόζει εξίσου σε προσωπικό επίπεδο τη φοβερή γενίκευση «έτσι έκλωσαν οι θεοί για τούς δυστυχισμένους θνητούς, να ζούνε πικραμένοι• οι ίδιοι όμως είναι (ξέγνοιαστοι)» (Ω.525). — «Έτσι και στον Πηλέα οι θεοί... (έδωσαν πολλά βάσανα, και εγώ ό γιος του δε θα ζήσω πολύ, μα κάθομαι εδώ στην Τροία, μακριά του,) βασανίζοντας και σένα και τα παιδιά σου». Η αποδοχή από τον Αχιλλέα τής μοίρας τού θανάτου μεταμορφώνει ένα στερεότυπο σε μιά πραγματικά τραγική ενόραση, όπως ακριβώς ή αποδοχή αυτή εξευγενίζει και κάνει υποφερτή τη σφαγή των Τρώων από τον ίδιο στις τελευταίες ραψωδίες.
ΟΙ θεοί όμως ζουν άνετα και ό θάνατος είναι κάτι ξένο γι’ αυτούς. Δεν κατέχουν συνεπώς τις ηρωικές ιδιότητες πού οι θνητοί οφείλουν να μάθουν αποδεχόμενοι το πεπρωμένο, και ή «άνετη ζωή τους» έχει τη δόλια πλευρά της. Τρεις φορές εμφανίζεται ή φράση, και δύο φορές οι «θεοί πού ζουν άνετα» περιγράφονται καθώς σκοτώνουν ένα θνητό πού υπερέβη τα όριά του και καταπάτησε τον ουράνιο κόσμο. Στην Οδύσσεια, όπου οι θεοί από απόψεως ηθικής βρίσκονται σε θέση αμύνης, κάτι πού δεν συμβαίνει στην Ιλιάδα, και όπου τα πρώτα λόγια τού Διός είναι μιά υπεράσπιση των συνηθειών πού έχουν οι θεοί με τούς ανθρώπους, είναι αξιοσημείωτο ότι ή ζωή πού καταλογίζεται σε οποιονδήποτε θνητό ότι μοιάζει περισσότερο με των θεών είναι εκείνη πού αποδίδεται στους αχρείους Μνηστήρες, (α.159) «να για τι νοιάζονται αυτοί, κιθάρα και τραγούδι με την άνεσή τους, μιά και καταβροχθίζουν, δίχως να πληρώνουν, αλλουνού το βιός». Σχόλη, μουσική, άνετη ζωή, δίχως αντίτιμο: όλα αυτά είναι ή θεϊκή ύπαρξη δοσμένη σαν ένα κακό. Και μία κυνική άποψη για τις ουράνιες χαρές μοιάζει να υποβόσκει στο χωρίο όπου ακούμε για το θρόνο τού Αλκινόου, «πού κάθεται πάνω του πίνοντας κρασί σαν αθάνατος» (ζ.309). Φαίνεται ότι οδεύουμε για καλά προς την αντίληψη εκείνη τής θείας μακαριότητας πού τόσο κομψά εκφράζεται στον ομηρικό Ύμνο προς τον Απόλλωνα: οι θεοί χορεύουν καθώς οι Μούσες τραγουδούν για τη δική τους αθάνατη ευτυχία και τη δυστυχία των θνητών. (182 κ.ε.) «οι Μούσες πάλι, με θαυμάσιες φωνές υμνούν τα δώρα των θεών τ’ αθάνατα και των ανθρώπων τα δεινά, αυτά πού παίρνουν απ’ τα χέρια των αθάνατων θεών έτσι αβοήθητοι πού ζουν κι ανυπεράσπιστοι, αδυνατώντας να δρούνε για το θάνατο γιατρειά και φάρμακο για τα γηρατειά»• θεοί και θεές στήνουν χορό με τον Απόλλωνα ανάμεσά τους να παίζει τη λύρα του, να χορεύει σηκώνοντας ψηλά το πόδι, ακτινοβολώντας από πάνω ως κάτω• και ό Ζεύς με τη Λητώ χαίρονται πού βλέπουν το γιό τους να χορεύει ανάμεσα στους αθάνατους θεούς. Ένα τέτοιο χωρίο, όπου ή θεϊκή ευθυμία καταντά ολότελα αυτοσκοπός και ή ανθρώπινη δυστυχία είναι στην πραγματικότητα το θέμα πού τραγουδάνε οι θεοί (αντιπρβλ. Ιλιάδα Λ.604), οδηγεί στον ατάραχο εγωκεντρισμό των θεών τού Επικούρου.
Στην Ιλιάδα, ή μακαριότητα των θεών ποτέ δεν εκφυλίζεται εντελώς σε τέτοιου είδους τρυφηλότητα. Οι θεοί παρακολουθούν και απολαμβάνουν το θέαμα, μα δεν παρουσιάζονται σαν αιμοδιψείς θεατές πού βλέπουν ένα όργιο σφαγής των μονομάχων στην αρένα, αλλά από μιά πιο περίπλοκη σκοπιά. Η αντίληψη περί θεϊκού επόπτη από τον οποίο περιμένει κανείς δικαιοσύνη και αγανάκτηση εφαρμόζεται ενίοτε σ’ αυτούς, άλλοτε όμως μοιάζουν με θεατές αθλητικής συνάντησης, και άλλοτε αποτελούν το κοινό μιάς τραγωδίας. Οι ίδιοι οι Αχαιοί ήρωες είναι μανιώδεις θεατές αθλητικών αγώνων, όπως βλέπουμε στη Ραψωδία Ψ τής Ιλιάδος, και είναι αναμενόμενο να συμμερίζεται το ακροατήριο τού Ομήρου αυτήν την αριστοκρατική αισθητική αντίληψη. Η έξαψη πού διακατέχει τούς θεατές των Επικήδειων Αγώνων προς τιμήν τού Πατρόκλου, πού περιγράφονται με ζωηρά χρώματα στο ποίημα, μαζί με τις φιλονικίες για το νικητή στον ιππικό αγώνα και ό έντονος φατριασμός άλλων περιστάσεων, λειτουργούν παράλληλα προς αυτήν την πλευρά τού θεϊκού κοινού. Είναι ένας από τούς τρόπους με τούς οποίους οι ίδιοι οι θεοί σχηματίζουν μιάν αριστοκρατική κοινωνία πού αντανακλά και δοξάζει την ανθρώπινη κοινωνία για την οποία έχει συντεθεί το ποίημα. Τούτο γίνεται φανερό με ιδιαίτερη σαφήνεια σε μιά κορυφαία στιγμή τού ποιήματος, τότε πού θεοί και άνθρωποι παρακολουθούν την καταδίωξη τού Έκτορος από τον Αχιλλέα. «Δεν ήταν ένα κοινό έπαθλο αυτό πού διακυβεύονταν, όπως αυτά για τα οποία οι άνθρωποι παραβγαίνουν στους αγώνες δρόμου• έτρεχαν για τη ζωή τού Έκτορα, τού δαμαστή των αλόγων. Όπως τα άλογα, στην Ιπποδρομία πού γίνεται στα πλαίσια επικήδειων αγώνων, παραβγαίνουν για κάποιο έπαθλο, ένα τρίποδο ή μία γυναίκα: έστω και έτσι, τρεις φορές έκαναν τρέχοντας το γύρο τής πόλης τού Πριάμου• και όλοι οι θεοί κοιτούσαν». Ήταν, δηλαδή, σχεδόν ένα αθλητικό θέαμα από τα συνηθισμένα — μόνο πού υπήρχαν και θεοί ανάμεσα στο κοινό, και το έπαθλο ήταν ή ζωή τού Έκτορος. Ο ποιητής πρέπει να μάς πει χωρίς περιστροφές ποια ή ειδοποιός διαφορά.
Είναι αξιοσημείωτο ότι στους Επικήδειους Αγώνες για τον Πάτροκλο προβλέπεται μιά αληθινή μονομαχία, την οποία αναγγέλλει ό Αχιλλεύς με γλώσσα πού σημαίνει πάλη μέχρι θανάτου:
«Όποιος από τούς δυό προφτάσει και χτυπήσει το όμορφο κορμί τού άλλου και φτάσει πιο μέσα, περνώντας (την πανοπλία), και βγάλει αίμα μαύρο, σ’ αυτόν εγώ θα δώσω...» (Ψ.805). Οι ερευνητές φιλόλογοι, αρχαίοι και σύγχρονοι, ένιωσαν φρίκη με το παράτολμο αυτό σχέδιο, και είναι δίκαιο να προσθέσουμε ότι οι Αχαιοί πήραν ανάλογη θέση, σταματώντας τη μονομαχία προτού χυθεί αίμα. Όμως, χωρία πού αναφέρονται στην πάλη ως «χορό» και «χορεύω το χορό τού Άρη», όπως λέει ό Έκτωρ στον Αίαντα, «(στη μάχη σώμα με σώμα ξέρω να χορεύω το χορό τού Άρη)», φέρνουν στο νου μιά μη λογική αντίληψη περί πάλης, σύμφωνα με την οποία πρόκειται για αθλοπαιδιά, πού την παρακολουθούν ευχάριστα με ζωηρό ενδιαφέρον και διάθεση κριτικής. Και όπως ακριβώς βλέπουν οι θεοί, «απολαμβάνοντας τούς πολεμιστές», βρίσκουμε ότι ένας θεός «δεν θα ασκούσε κριτική» στη θηριωδία με την οποία, σε μιά συγκεκριμένη φάση, πολεμούν οι άνδρες. Καθώς μαίνονταν ή μάχη πάνω από το σώμα τού Πατρόκλου, «γύρω του είχε σηκωθεί μάχη άγρια. Ούτε ό Άρης πού τρέπει σε φυγή τούς στρατούς ούτε ή Αθηνά, αν την έβλεπε, θα είχε να παραπονεθεί, Κι’ αν ακόμα την είχε πιάσει μεγάλος θυμός». Έχουν και οι άνθρωποι την ίδια προτίμηση: «(για) έναν τέτοιο πόλεμο κανένας, αν ερχόταν εκεί, δε θα μπορούσε να πει ότι δεν ήταν φοβερός — ένας πού θα μπορούσε να τριγυρνάει στη μέση αχτύπητος κι’ απλήγωτος από τον κοφτερό χαλκό και πού θα τον οδηγούσε ή Παλλάδα Αθηνά πιάνοντάς τον από το χέρι...», γιατί πολλοί σκοτώθηκαν, Τρώες και Αχαιοί, τη μέρα εκείνη.
Οι θεοί, λοιπόν, από τη σκοπιά πού βλέπουν την ανθρώπινη πάλη, δεν κάνουν τίποτε παραπάνω από το να μοιράζονται την ίδια αισθητική αντίληψη με τούς ίδιους τούς ήρωες και το ακροατήριο τού ίδιου τού ποιητή. Παραμένει όμως ή τελευταία πλευρά τού θέματος: ή τραγική. Οι θεοί στη Ραψωδία Χ παρακολουθούν την καταδίωξη τού Έκτορος, πού τόσο θυμίζει αθλητικό αγώνα, όμως ό Ζεύς εκφράζει διαφορετικά αισθήματα. Ο Έκτωρ, ακούμε επανειλημμένα, είναι «αγαπητός στο Δία» (π.χ. Ζ.3 18, 8.493, Κ.49, Ν.674), ωστόσο ό Ζεύς σχεδιάζει το θάνατό του και πρέπει να τον δει να πεθαίνει• ό Σαρπηδών είναι γιος τού ίδιου τού Διός, και αυτός επίσης πρέπει να αφεθεί να πεθάνει από τα χέρια τού Πατρόκλου, παρ’ όλο πού είναι «ό πιο αγαπημένος απ’ όλους τούς ανθρώπους» για τον πατέρα του, ό οποίος παρακολουθεί περίλυπος μα δεν τον σώζει. Ο Σαρπηδών τιμάται όντως με ένα υπερφυσικό σημάδι τής θλίψης τού Διός, μιάν αιμάτινη βροχή, και θα τού αποδοθούν τιμές μετά θάνατον στη Λυκία• μα είναι τόσο πικρή ή παρηγοριά ώστε ό φίλος τού ήρωα, ό Γλαύκος, φωνάζει με παράπονο: «Χάθηκε ό πιο γενναίος άντρας, ό Σαρπηδόνας, ό γιος τού Δία• κι εκείνος δε βοήθησε ούτε το ίδιο του το παιδί» (Π.521). Ένας θεός, ακόμη κι ένας θεός πού «ζει άνετα», συγκλονίζεται από έντονα αισθήματα βλέποντας στη γη τούς αγαπημένους του στο θρίαμβο ή την ήττα. Είδαμε ήδη τη «θλίψη» πού νιώθουν για τα δεινά τους• εξίσου κοινή είναι και ή οργή. Και οι δύο θεές πού ηττήθηκαν στην κρίση τού Πάριδος τρέφουν για την Τροία αδυσώπητο μίσος πού μόνο ή καταστροφή της μπορεί να σβήσει. Tantaene animis caelestibus irae? Ο Μπλέικ είπε ότι «ή Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα τού Χρόνου»• οι αιώνιοι θεοί υποφέρουν και χαίρονται εξαιτίας τής ανάμιξής τους στις υποθέσεις των ανθρώπων, οι οποίοι φεύγουν και χάνονται όπως τα φύλλα. Τέτοια πάθη είναι ή αναπόφευκτη συνέπεια τής συγγένειας εξ αίματος των θεών με τούς ανθρώπους.
Ή παρακολούθηση των ανθρώπινων δρώμενων από τούς θεούς μπορεί συνεπώς να είναι τραγική, και όλοι οι θεοί, τού Διός μη εξαιρουμένου, δείχνουν ενίοτε να πονάνε καθώς βλέπουν• ή παρουσία και ή προσοχή τους χρησιμεύουν εξάλλου ως τέχνασμα προκειμένου να τονιστεί για μάς ή συναισθηματική σημασία τρομερών συμβάντων. Στο ποίημα όμως οι άνθρωποι έχουν άγνοια τού πόνου αυτού. «Ούτε το δικό του παιδί δεν βοηθά», λέει ό Γλαύκος για τον Δία, ακόμη και οι αγαπημένοι των θεών πρέπει να αγωνιστούν και να πεθάνουν. Δεν είναι απορίας άξιον ότι μέμφονται τούς Ουρανούς, όπως κάνει ό Μενέλαος, για την αδιαφορία τους. Ή ίδια κραυγή βγαίνει και στην Οδύσσεια: (υ201).
«Πατέρα Δία, θεός άλλος κανείς δεν είναι πιο ολέθριος από σένα• δεν συμπονάς τούς ανθρώπους, πού εσύ ό ίδιος τούς δημιούργησες, αλλά τούς βυθίζεις βαθιά μέσα στα βάσανα και τον πόνο».
Οι άνθρωποι στην Ιλιάδα είναι πιο σπουδαίοι από μάς και ενδιαφέρουν πράγματι τούς θεούς. Ο Ποσειδών ρωτά τον Δία αν συγκάλεσε τούς θεούς εξαιτίας των Τρώων και των Αχαιών. «Μάντεψες το σκοπό μου», απαντά εκείνος: «Νοιάζομαι γι’ αυτούς, κι ας είναι φθαρτοί. Όμως εγώ θα μείνω καθισμένος σ’ ένα φαράγγι τού Ολύμπου, απ’ όπου βλέποντας θα διασκεδάζω με την καρδιά μου» (Υ. 19-23). Τον συγκινούν μεν, αλλά χαίρεται να τούς βλέπει να αγωνίζονται, και δεν τον αγγίζουν τα δεινά τους τόσο βαθιά όσο τον αγγίζουν τα δεινά τού δικού του γιού, τού Ηρακλή, όπως παρατηρεί ή Ήρα στον Ύπνο: «Αλήθεια, το φαντάζεσαι (ότι) ό Δίας, πού όλα τα βλέπει, θα βοηθήσει τούς Τρώες έτσι, όπως θύμωσε για τον Ηρακλή, το γιό του;» (Ξ.265). Και ό Ηρακλής ακόμη έπρεπε να υπομείνει μιά ζωή γεμάτη μόχθο και ταπεινώσεις, όπως λέει ό ίδιος με πικρία στον Οδυσσέα, πού τον συναντά στον κάτω Κόσμο: «κι εσένα, λοιπόν, δυστυχισμένε, σού ‘γραψε ή κακή σου μοίρα να ζήσεις μιά ζωή σαν αυτή πού υπόφερα κάτω από τις ακτίνες τού ήλιου; Ήμουν τού Δία γιος, κι όμως τα βάσανά μου δεν είχαν τελειωμό...» (λ.618). Διόλου παράξενο πού ό Ζεύς είναι έτοιμος να παραδώσει την Τροία «(συναινώντας, μα ενάντια στη θέλησή μου)», μολονότι παραδέχεται ότι «(την τίμησα περισσότερο απ’ όλες τις θνητές πόλεις)». Σε αντάλλαγμα διεκδικεί το δικαίωμα να καταστρέψει οποιαδήποτε από τις ευνοούμενες πόλεις τής Ήρας και εκείνη συμφωνεί λέγοντάς του ότι εκείνος μπορεί να καταστρέψει το Άργος, τη Σπάρτη και τις Μυκήνες όποτε θέλει. «(Γιατί κι εγώ είμαι θεός όπως κι εσύ)», λέει ή Ήρα, και δικαιούται να ζητήσει να γίνει σεβαστό το θέλημά της: ή Τροία πρέπει να πέσει. «(Έλα τώρα, ας υποχωρήσουμε ό ένας στον άλλο πάνω στο θέμα αυτό• σού δίνω, μού δίνεις)». Και ό Ζεύς συμφωνεί: «(Κάνε όπως νομίζεις• ας μη μαλώνουμε οι δυό μας για τη μοίρα τής Τροίας)». Η σκηνή τούτη, πού διαδραματίζεται ακριβώς πριν από το ξέσπασμα τής μάχης στην Ιλιάδα, είναι μιά εφιαλτική εικόνα για τούς ανθρώπους. Το να δέχεται κανείς μιά τυπική βοήθεια από τούς θεούς, ακόμη και τη θεϊκή στοργή, δεν τον προστατεύει• ενός άλλου θεού ή βούληση («γιατί κι εγώ είμαι θεός») ακυρώνει κάθε ανθρώπινη διεκδίκηση. «Πόσο κακό σού έχει κάνει ή Τροία;» ρωτά ό Ζεύς την Ήρα, και εκείνη δεν χρειάζεται καν να απαντήσει. Το θέμα δεν είναι ή δικαιολόγηση, και οι θεοί δεν περιορίζονται να κρατήσουν μιά τραγική στάση απέναντι στον ανθρώπινο πόνο• μπορούν πάντα να αλλάξουν άποψη και να απολαύσουν το θέαμα. Εν τέλει, μπορούν και να αποστρέψουν τελείως το βλέμμα τους από το θέαμα.
Στην αρχή τής Ραψωδίας Ν ό Ζεύς έχει φέρει τον Έκτορα με τούς Τρώες έως τα πλοία των Αχαιών. Έπειτα στρέφει άλλού το λαμπερό του βλέμμα, (Ν. 1). «Ο Δίας, όταν πια έφερε τούς Τρώες και τον Έκτορα κοντά στα καράβια, εκείνους τούς άφησε κοντά σ’ αυτά να έχουν πόλεμο και συμφορά ακατάπαυστα, κι’ ό ίδιος γύρισε άλλού τα δυό του λαμπερά μάτια, κ’ έβλεπε πέρα κατά τη χώρα των Θρακών... Στην Τροία δεν γύριζε πια τα λαμπερά του μάτια...» Η πλοκή απαιτεί να μην παρακολουθεί ό Ζεύς• το χωρίο όμως είναι πολύ περισσότερο από απλός αρμός, απαραίτητος για τη συνέχιση τής δράσης. Ο Ζεύς μπορεί, αν θέλει, να στρέψει το βλέμμα σε αυτά πού συμβαίνουν στην Τροία, ή να κοιτάξει μακριά και να αφήσει τούς ανθρώπους στη συμφορά τους, πού έρχεται σε τόσο χτυπητή αντίθεση με τη δική του γαλήνη.
Πάλι, καθώς μαίνεται ή μάχη στη Ραψωδία Λ, μονάχα ή Έρις είναι παρούσα και απολαμβάνει το θέαμα• οι υπόλοιποι θεοί αναπαύονται στις όμορφες κατοικίες τους στον Όλυμπο: (Λ.72) «...και εκείνοι ορμούσαν σαν λύκοι. Βλέποντάς τους ή Έριδα ή πολυστέναχτη χαιρόταν• γιατί αυτή μόνη από τούς θεούς βρισκόταν κοντά σ’ αυτούς πού πολεμούσαν. Οι άλλοι θεοί δεν τούς παραστέκονταν, μόνο κάθονταν ήσυχοι στα μέγαρά τους, όπου ήταν χτισμένα για τον καθένα τα όμορφα παλάτια στα φαράγγια τού Ολύμπου». Άλλοτε πάλι, οι θεοί σπεύδουν εν σώματι να διασκεδάσουν με τούς Αιθίοπες, και ό κόσμος πρέπει να προχωρήσει χωρίς αυτούς.
Έτσι λοιπόν, φτάσαμε από τον Παντογνώστη και Παντεπόπτη θεό στο θεό πού δεν παρακολουθεί, και μη παρακολουθώντας καθορίζει με ακόμη πιο καταστρεπτικό τρόπο τη θέση των θνητών. Οι θεοί, καθώς φαίνεται, έχουν και άλλα πράγματα να κάνουν εκτός από το να παρακολουθούν την πάλη ακόμη και των ξακουστών ηρώων, στην οποία όποτε το θελήσουν αφοσιώνονται με πάθος• σε τέτοιο βαθμό ώστε ό Νέστωρ στην Οδύσσεια λέει ότι δεν είδε ποτέ θεούς «να αγαπούν» τόσο ανοιχτά τούς ανθρώπους όπως ή Αθηνά βοήθησε τον Οδυσσέα στην Τροία. Οι θεοί εμπλέκονται στη ζωή των ανθρώπων, τούς αγαπούν και τούς συμπονούν• απολαμβάνουν όμως και το θέαμα, και μπορούν, κατά βούληση, να αποστρέψουν το βλέμμα από αυτό. Δεν υπάρχει αντίφαση εδώ, ακριβώς όπως πρέπει να δεχτούμε σε όλον τον Όμηρο κάποιες πλευρές τού θείου, οι οποίες μάς φαίνονται αταίριαστες ή ασυμβίβαστες, αλλά στην πραγματικότητα είναι αδιαχώριστες. Μάς είναι δύσκολο να δούμε πάνω στο βουνό τον φοβερό Δία, πού σ’ ένα του νεύμα σείεται ό Όλυμπος, να ταυτίζεται με το δυνάστη μιάς χαρούμενης κοινωνίας• για τον Όμηρο όμως είναι και τα δύο.
Η Θέτις βρίσκει τον Δία να κάθεται μόνος, μακριά από τούς άλλους θεούς, στην ψηλότερη κορυφή τού Ολύμπου, μορφή μεγαλόπρεπη• ή αντίδρασή του στην αγωνιώδη έκκλησή της είναι το άγχος πού τού προκαλεί ή σκέψη ότι θα μπλέξει με την Ήρα, και ή ελπίδα ότι εκείνη δεν θα προσέξει τι συμβαίνει — ψυχρή αντίδραση, ώσπου να προσθέσει το τρομερό νεύμα τής κεφαλής του πού σφραγίζει ως αμετάκλητη την υπόσχεση πού έδωσε στη Θέτιδα. Αυτή ήταν ή σκηνή πού, κατά την παράδοση, ενέπνευσε στον Φειδία τον Ολύμπιο Δία, τη μέγιστη όλων των ελληνικών αναπαραστάσεων τού θείου. Όταν επιστρέφει κοντά στους άλλους θεούς, εγείρονται όλοι να τον χαιρετήσουν• αμέσως όμως ξεσπά ή αναμενόμενη φιλονικία με την Ήρα, πού φέρνει τον Δία στο σημείο να απειλεί με τη χρήση βίας, για να αποκατασταθεί τελικά ή ουράνια αρμονία μόνο χάρη στον Ήφαιστο, πού διακριτικά εκθειάζει την ακατανίκητη δύναμη τού πατέρα του, κάνοντας έκκληση να μη φιλονικούν εξαιτίας των θνητών, μιά και αυτό θα χαλάσει τη γιορταστική ατμόσφαιρα, «αφού προέχουν πιο βασικά πράγματα». Ή Ήρα χαμογελά, και οι θεοί ξεσπούν σε γέλια καθώς ό Ήφαιστος τρέχει εδώ κι εκεί σε ρόλο Γανυμήδη ή Ήβης. Η απλή αυτή περίληψη δίνει μιάν ιδέα τού πόσο είναι εντελώς αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τις «υψηλότερες» από τις «ταπεινότερες» ιδέες για τούς θεούς στην Ιλιάδα, ή τις σοβαρές από τις φαιδρές. Οι άνθρωποι είναι αρκούντως σημαντικοί ώστε να αναστατώνουν τον Δία με τις διαμάχες τους• ταυτοχρόνως, είναι ανάξιοι να προκαλέσουν σοβαρά το ενδιαφέρον των θεών, οι οποίοι χρησιμοποιούν γι’ αυτούς τα ίδια λόγια πού χρησιμοποιούν οι υπερόπτες Μνηστήρες όταν έρχονται να ταράξουν το ηγεμονικό συμπόσιό τους οι ζητιάνοι με τούς καβγάδες τους. Και οι θεοί περνούν όσο απότομα μπορεί να φανταστεί κανείς από το μεγαλείο στη φαιδρότητα• καμία από τις δύο καταστάσεις δεν είναι πιο αληθινή ή πιο ζωτική από την άλλη, και καμία τους δεν είναι αληθινή χωρίς την άλλη. Ο Ράινχαρτ ήταν πού επινόησε τη φράση «μεγαλειώδης ελαφρότητα», «ein erhabener Unernst», για τούς θεούς τής Ιλιάδος, και είχε δίκιο.
Το υπόλοιπο τής Ιλιάδος δείχνει ότι οι μεγαλύτερες ταπεινώσεις και ατιμώσεις των θεών συνδέονται πολύ στενά και κατά κανόνα με τις μεγαλύτερες εξάρσεις τής δύναμης και τού μεγαλείου τους. Εν μέσω απρόοπτων σκηνών τής Ραψωδίας Ε τής Ιλιάδος, όπου ό θνητός Διομήδης επιτίθεται και πληγώνει δύο θεούς, ακούμε από τα χείλη τού Απόλλωνος την πλέον εντυπωσιακή δήλωση για το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ θεών και ανθρώπων: «Κατάλαβέ το, γιέ τού Τυδέα, και κάνε πίσω και μη θέλεις να (μεγαλο)πιάνεσαι ίσια κι’ όμοια με τούς θεούς• γιατί δεν είναι ποτέ όμοια ή γενιά των αθάνατων θεών και των ανθρώπων πού περπατούν στη γη χάμω». Πάλι ό Απόλλων είναι εκείνος πού αρνείται να πάρει μέρος στην αναξιοπρεπή μάχη των θεών στη Ραψωδία Φ, αποκρινόμενος στην πρόκληση τού Ποσειδώνος: «θεέ πού τραντάζεις τη γη, θα έλεγες (ότι) δεν είμαι στα καλά μου, αν εγώ πολεμήσω με σένα για χάρη των κακόμοιρων θνητών...». Η ίδια, και εδώ, ηρεμία και απόλυτη ανωτερότητα και αξιοπρέπεια εν μέσω των πλέον αναξιοπρεπών σκηνών• και οι εισαγωγικές γραμμές τής θεομαχίας είχαν διακριθεί από τον «Λογγίνο» για το μεγαλείο τους (Περί ύψους 9.6). Εν μέσω τού δελεασμού και τής εξαπάτησης τού Διός στη Ραψωδία Ξ, βρίσκουμε ωστόσο ότι ή ένωση μιάς πανούργας θεάς και ενός αφελούς θεού είναι επίσης ό Ιερός Γάμος πού αναζωογονεί τη φύση όλη• και όταν ξυπνά ό Ζεύς, αυτό πού ακολουθεί είναι μία επαναβεβαίωση τής ακατάβλητης εξουσίας του, ταυτόχρονα και ή πιο εκτενής και σαφής εξαγγελία όλου τού σχεδίου του για τον Τρωικό Πόλεμο και την τελική πτώση τής Τροίας. Όταν ό Ζεύς προσβάλλει το γιό του τον Άρη, λέγοντάς του ότι είναι ό πιο μισητός θεός στον Όλυμπο και ας είναι καλά ή συγγένεια, ειδάλλως θα βρισκόταν από καιρό πιο βαθιά κι από τα Τάρταρα (Ε.889-98), ή άμεση συνέπεια είναι να γιατρευτεί ό Άρης από το τραύμα του, να λουστεί και να φορέσει όμορφα ρούχα: «(και κάθισε πλάι στο Δία όλο καμάρι για τα μεγαλεία του)». Στην Οδύσσεια επίσης, το διασυρμό τού Άρη και τής Αφροδίτης, όταν ό Ήφαιστος τούς εκθέτει στην κοινή θέα και γίνονται ό περίγελος των άλλων θεών, ακολουθεί ή αναχώρηση τής Αφροδίτης για την Πάφο, όπου θα περιβληθεί όλο το μεγαλείο τής θεϊκότητάς της: (8.362) «...κι ή Αφροδίτη ή γελαστή τράβηξε για την Κύπρο, στην Πάφο, όπου έχει ναό βωμό πού μοσχοβολάει. Εκεί οι Χάριτες την έλουσαν και την άλειψαν με αιθέριο λάδι ευωδιαστό, τέτοιο πού πρέπει στους αθάνατους θεούς, και την έντυσαν με ρούχα όμορφα κι ήτανε θαύμα να τη βλέπεις».
Οι θεοί έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να ανακτήσουν τη θεϊκότητά τους, να δείξουν την υπεροχή τούς έναντι των ανθρώπων, και αν αποσυρθούν από το βασίλειο τού πόνου και τού πάθους στη δική τους μακαριότητα. Τώρα πού δεν έχουν πλέον σοβαρούς πολέμους στον ουρανό, ή θεϊκή τους ενέργεια θα μπορούσε να βρεθεί σε αμηχανία χωρίς το ενδιαφέρον πού ή ιστορία των ανθρώπων έχει γι’ αυτούς. Η στάση τους μπορεί να τούς κάνει να υποφέρουν, και ενίοτε παρακολουθούν ως θεατές μιάς τραγωδίας μάλλον παρά κωμωδίας, νιώθοντας οίκτο και λύπη, αν και όχι βεβαίως τρόμο• ή έγνοια τους όμως δεν μπορεί να συναγωνιστεί σε ένταση την έγνοια πού έχουν θνητοί θεατές όπως ό Πρίαμος ή ό Αχιλλεύς. Το θεϊκό κοινό παρακολουθεί τα ανθρώπινα δρώμενα εξίσου εκστατικά όσο και αφ’ υψηλού. Εκστατικά όταν αυτά γίνονται αντικείμενο φλογερού ενδιαφέροντος των θεών, και ταυτόχρονα ως τετριμμένα μέσα στη μεγαλειώδη ουράνια προοπτική.
Ίσως να φαίνεται πιο φυσικό να σκεφτούμε ότι όλα αυτά είναι θέμα λογοτεχνίας και όχι αληθινής θρησκείας• αλλά οι αρχαίοι θεωρούσαν τον Όμηρο έναν από εκείνους οι οποίοι διαμόρφωναν τη θεολογία τους. Μπορεί, λοιπόν, να είναι λιγότερο παράξενο απ’ όσο θα φαινόταν ίσως εκ πρώτης όψεως, να επισημανθεί ότι αυτή ή πλευρά τής Ιλιάδος θα μπορούσε να περιγραφεί με τα λόγια πού χρησιμοποίησε για τη δική του θρησκεία ένας τόσο φλογερός και θρησκευόμενος στοχαστής σαν τον Πασκάλ:
Είναι επικίνδυνο να αφήσεις έναν άνθρωπο να δει πολύ καθαρά πόσα πράγματα έχει κοινά με τα ζώα, χωρίς ταυτόχρονα να τον κάνεις να δει τη μεγαλοσύνη του. Είναι επίσης επικίνδυνο να τον αφήσεις να δει πολύ καθαρά τη μεγαλοσύνη του, χωρίς να αντιληφθεί την ποταπότητά του. Είναι ακόμη πιο επικίνδυνο να τον αφήσεις μέσα στην άγνοια και των δύο. Είναι όμως πολύ ωφέλιμο να επισύρεις την προσοχή του και στα δύο.
Τόσο ή ποταπότητα όσο και ή μεγαλοσύνη τού ανθρώπου είναι ζωτικά στοιχεία για την Ιλιάδα, και προβάλλονται με την ίδια δύναμη και έμφαση. Ο ποιητής θα μπορούσε να πει για το ποίημά του αυτό πού ό Πασκάλ λέει για το δικό του έργο: «Αν ό άνθρωπος καυχιέται, τον ταπεινώνω• αν αυτοταπεινώνεται, τον εκθειάζω». Ό Πασκάλ εννοεί ότι οι άνθρωποι είναι σαν ζώα εξαιτίας τού προπατορικού αμαρτήματος και τής Πτώσης, ό Όμηρος, ότι είναι σαν τα φύλλα εξαιτίας τής ασημαντότητάς τους και τής έλλειψης θεϊκότητας• πρόκειται για διαφορά πού θα ήταν επιπόλαιο να ελαχιστοποιηθεί. Πιστεύω όμως ότι ή σύγκριση βοηθά να δείξουμε ότι ή ιλιαδική παρουσίαση είναι συμβατή με μιάν αντίληψη τού κόσμου και τής ανθρώπινης ζωής πού είναι ταυτόχρονα τραγική και αληθινά θρησκευτική. Αν το ποίημα δεν βασιζόταν σε μιά τέτοια αντίληψη, τόσο οικουμενική όσο και σοβαρή, δύσκολα θα ήταν το μεγάλο και βαθυστόχαστο έργο πού είναι.
Το ότι οι θεοί, ό Ζεύς ιδίως, παρατηρούσαν τις ανθρώπινες πράξεις, ήταν μιά φυσιολογική και οικουμενική ιδέα. Το ότι τις θεωρούσαν ένα συγκινητικό αλλά και διασκευαστικό θέαμα, δεν ήταν• και οι θεοί έπρεπε να πληρώσουν κάποιο αντίτιμο για τα μεγάλα οφέλη πού το θέαμα αυτό πρόσφερε στο ποίημα από λογοτεχνικής πλευράς. Ήδη στον Όμηρο, είναι στιγμές πού τείνει να γίνει μομφή κατά των θεών το γεγονός ότι «περιεργάζονται» την αδικία ή τη συμφορά• αυτό όμως είναι μιά άλλη ιστορία. Απομένει να σκεφτούμε το είδος των αποτελεσμάτων πού κάνει δυνατά ή ομηρική σύλληψη. Ενίοτε δραματικά, ενίοτε μικρά και δυσδιάκριτα, έχουν μεγάλη σημασία για το ποίημα.
Συζητήσαμε ήδη την εισαγωγή τής Ραψωδίας Ν τής Ιλιάδος, με τον Δία να αποστρέφει τα λαμπερά του μάτια και να εγκαταλείπει τούς ανθρώπους στον ατελείωτο μόχθο και πόνο. Όμοια είναι ή αντίθεση, αν και πιο αποτελεσματική καθότι δεν τονίζεται, σε ένα χωρίο όπως αυτό, τής μεροληψίας τού Διός και τού Ποσειδώνος υπέρ των δύο άντιμαχομένων πλευρών: (Ν.345). «Οι δυό δυνατοί γιοί τού Κρόνου, με αντίθετη γνώμη καθένας, ετοίμαζαν φοβερούς πόνους στους γενναίους άντρες».
Στην ενδέκατη ραψωδία ό Ζεύς «βλέποντας ψηλά από την Ίδη έκαμε τη μάχη ισόπαλη, κ’ εκείνοι σκότωναν ό ένας τον άλλο» (Λ.336). Ο Απόλλων καταστρέφει το αχαϊκό τείχος όπως ένα παιδί καταστρέφει έναν πύργο στην άμμο: (Ο.365). «Έτσι και συ,... Φοίβε, γκρέμισες ό,τι με πολύ κόπο και (ιδρώτα) είχαν χτίσει οι Αργείοι...». Πάλι, ό Ζεύς κάθεται μόνος του αγνοώντας την εχθρότητα των άλλων θεών (Λ.82), «...έβλεπε κατά την πόλη των Τρώων και τα καράβια των Αχαιών και τη λάμψη τού χαλκού, κι’ αυτούς πού σκότωναν κι’ αυτούς πού σκοτώνονταν». Τέτοιες λεπτομέρειες φανερώνουν όλη την περιπλοκότητα τής ανθρώπινης και θεϊκής πράξης και δυστυχίας: τον τρομερό αντίκτυπο τής επέμβασης στα ανθρώπινα θεών με απροσμέτρητη υπεροχή. Για τούς ανθρώπους, δυστυχία, μόχθος και θάνατος, για τούς θεούς, γαλήνια ενατένιση και χωρίς κόπο δράση. Το είδαμε ξανά σε χωρία πού φανερώνουν τη διαφορά ανάμεσα σε έναν άνθρωπο πού είναι «θεόμορφος» και έναν αληθινό θεό.
Τα χωρία αυτά αντλούν τη δύναμή τους από την ύπαρξη τού θεϊκού κοινού. Οι θεοί περιεργάζονται, και κάτω από το αστραφτερό τους βλέμμα τα κατορθώματα και οι συμφορές των ανθρώπων φαίνονται κατά έναν τρόπο μοναδικό. Είμαστε ικανοί να μοιραστούμε τη δική τους σκοπιά και να δούμε την ανθρώπινη ζωή όπως τη βλέπουν αυτοί, με τη διπλή της όψη τής μεγαλοσύνης και τής μικρότητας. Και οι ίδιοι οι θεοί ούχ ήττον αποκτούν, μέσα από τον δικό τους ρόλο ως θεατές, τη δική τους σύνθετη φύση: μεγαλειώδεις ουράνιοι μάρτυρες και κριτές, και ταυτόχρονα τελείως ανθρώπινοι θεατές και οπαδοί. Η εξέλιξη τής αληθινής και απλής θρησκευτικής αντίληψης σε μιά σύνθετη λογοτεχνική επινόηση υπήρχε βαρυσήμαντη για τη μεταγενέστερη λογοτεχνία και τη θρησκεία τής αρχαιότητας.
Αυτή ή αντίληψη περί θεών ως κοινού, συνεχώς παρόντος, και εκ περιτροπής γαλήνια στοχαστικού και έντονα συναισθηματικού, αποδείχτηκε πολύ δύσκολο να διατηρηθεί. Εκτός Ιλιάδος, ό θεατής θεός, αν δεν παρεμβαίνει για να απονείμει δικαιοσύνη, τείνει, είτε να κατηγορηθεί ως ανήθικος, είτε να αποσυρθεί τελείως από τα ανθρώπινα σε μιάν επικούρεια απραξία. Ήδη στην Οδύσσεια μπορούμε να δούμε τούς θεούς να υποδεικνύουν τις δύο πιθανές κατευθύνσεις. Γενικά παρατηρούν την ανθρώπινη κακία και αρετή (ρ.487), κινούμενοι ανάμεσα στους ανθρώπους μεταμφιεσμένοι, κάτι πού συνιστά αναμφίβολα ηθική αντίληψη• ή πάλι, περιεργάζονται, σύμφωνα με το σκαμπρόζικο τραγούδι τού Δημοδόκου, μιάν ανήθικη σκηνή, και ξεκαρδίζονται στα γέλια (θ.321 κ. ε.), όταν ό Ερμής φτάνει στο σημείο να λέει ότι θα πλάγιαζε μετά χαράς με τη χρυσή την Αφροδίτη, «ακόμη κι αν κοιτάζατε όλοι οι θεοί και όλες οι θεές». Στην Ιλιάδα όμως αυτή ή επινόηση, σαν όλες τις άλλες πού εξετάσαμε, χρησιμοποιείται, με όλη της την περιπλοκή, για να φανερώσει και να υπογραμμίσει τη φύση και τη σημασία τής ανθρώπινης ζωής και τού θανάτου.


Υ.Γ. αντιγραφέα. Είναι επιβεβλημένο να αναφέρω πως το παραπάνω απόσπασμα όπως και όλο το βιβλίο του Griffin είναι γεμάτο με παραπομπές που κάποιες φορές φθάνουν και την μισή σελίδα!
΄

Πηγή: το όμορφο βιβλίο του Jasper Griffin, Ο Όμηρος για την ζωή και τον θάνατο με μετάφραση του Παντελή Ανδρικόπουλου, από τις εκδόσεις Εικοστού Πρώτου.








 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com