ΟΜΗΡΟΣ

 

ΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ

1. Γενική ιδέα για το «Σύμπαν»
Η γενική ιδέα των ομηρικών Ελλήνων για το «Σύμπαν», όπως μας δίνεται στα ομηρικά έπη. αποσπασματικά βέβαια και κάπως θολά και μπερδεμένα μέσα στους διάφορους μύθους, μπορεί να προσδιοριστεί σαν ένα σταθερό θολωτό οικοδόμημα, που το αποτελούσαν ο Ουρανός, η Γη, ο Άδης και τα Τάρταρα. Μέσα σ’ αυτό το Σύμπαν ζει, κινείται και παλεύει ο Κόσμος των θεών και των ανθρώπων. Αυτό το Σύμπαν, σαν ρίξανε τον Κρόνο που το κυβερνούσε, το μοιράστηκαν σαν κληρονομιά τους, με κλήρο, τα τρία παιδιά του, ο Δίας, ο Ποσειδώνας κι ο Άδης. Στον Δία έλαχε ο πλατύς ουρανός με τον αιθέρα και τα σύννεφα, στον Ποσειδώνα η σταχτιά θάλασσα και στον Άδη το μαύρο σκοτάδι. Η Γη έμεινε κοινή και για τους τρεις καινούργιους αφέντες, καθώς και ο Όλυμπος. Αυτά μας λέει ο Ποσειδώνας, αγανακτισμένος απ’ την αυταρχικότητα του αδελφού του, του Δία, όταν η Ίριδα του φέρνει τη διαταγή του, να πάψει να βοηθάει τους Αχαιούς και να γυρίσει πίσω στους θεούς ή στη θάλασσα:

«Ωχού, τα λόγια του όλο ξέπαρση, κι ας είν’ τρανός, που θέλει,
μια κι είμαστε ίσοι, ν’ αφεντεύει με μεβιάς, αθέλητά μου.
τρεις αδερφοί απ’ τον Κρόνο που ‘μαστε, παιδιά της Ρέας κι οι τρεις μας πρώτος ο Δίας, κι εγώ, και των νεκρών ο ρήγας, ο Άδης, τρίτος,
σε τρία τον κόσμο τον μοιράσαμε, καθένας το δικό του•
και κλήρο ως ρίξαμε, στη θάλασσα την αφρισμένη πέφτει,
να μένω εγώ για πάντα, κι έλαχε στον Άδη το σκοτάδι,
και πήρε ο Δίας τα ουράνια τ’ άσωστα με σύγνεφα κι αιθέρα•
όμως η Γη κι ο μέγας Όλυμπος είναι μαζί ολονώ μας».
(Ο 185-193, μετ. Καζαντζ.-Κακριδή)

Ο Δίας όμως αναφέρεται εδώ σαν πρώτος και μεγαλύτερος, σαν πρωτότοκος (Ο 204), αλλά κι ο πιο δυνατός απ’ όλους. Έτσι έγινε αυτός βασιλιάς των θεών και των θνητών ανθρώπων. που όλοι πρέπει να υπακούν στις διαταγές του. Αυτό το τελευταίο το θυμίζει η Ίριδα στον Ποσειδώνα, σαν αγανάκτησε με τη διαταγή που του έφερε απ’ τον Δία (Ο 2ΟΙ-20).
Η Γη λοιπόν κι ο Όλυμπος εξουσιάζονται ουσιαστικά από τον Δία. Αυτή φαίνεται να είναι η γενική αντίληψή τους για το Σύμπαν. Ας δούμε λοιπόν τα μέρη που κατά τις αντιλήψεις τους το αποτελούσαν.

2.ΗΓη
Αυτή λοιπόν η Γη, με τον τρανό Όλυμπο, που τον κατοικούν οι ουράνιοι θεοί, είναι το κέντρο σ’ αυτό το στερεό και θολωτό τους Σύμπαν. Βρίσκεται ακριβώς στη μέση του κι αποτελείται από ένα στρογγυλό και επίπεδο δίσκο, που τριγυρίζεται από παντού από ένα μεγάλο κυκλικό ποτάμι, τον Ωκεανό. Αυτό το μυθικό ποτάμι είναι ξεχωριστό από τις θάλασσες και διαγράφει τα σύνορα του γήινου κόσμου. Είναι τα πέρατα της Γης (Ξ 200-201). Αυτό το ποτάμι. ο Ωκεανός, δεν έχει ούτε πηγές ούτε εκβολές, είναι «αψόρροο», δηλ. κυκλορέματο. Το ρέμα του ξαναγυρίζει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, σε μιαν αδιάκοπη κι αιώνια ροή, τεράστιο, βροντοκυλώντας αφρισμένο (Σ 399-403. Υ 65).
Ο Ωκεανός είναι ο πρόγονος των θεών, το αρχικό δημιουργικό στοιχείο, που απ’ αυτό βαστούν τα πάντα (Ξ 201, 245). Αυτή φαίνεται να είναι η κοσμογονική αντίληψη των ομηρικών Ελλήνων, που τη δημιουργία φαίνεται να την αντιλαμβάνονται με την πιο απλή μορφή της σύλληψης και της γέννησης, αφού ο Ωκεανός γυναίκα είχε την Τηθή (Ξ 201, 302).
Απ’ τον Ωκεανό λοιπόν. «ός περ γένεσις πάντεσσι τέτυκται» (Ξ 246), γεννήθηκαν όχι μόνον οι θεοί, μα και όλα τ’ άλλα, οι θάλασσες και τα ποτάμια, οι πηγές και τα πηγάδια:

«…………………..ο Ωκεανός ο τρανοδύναμος, ο βαθιορεματάρης,
όθε αναβρύζει κάθε θάλασσα, κάθε ποτάμι, κάθε
πηγή και κάθε κεφαλόβρυσο, κάθε βαθύ πηγάδι».
(Φ 195-197 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Αυτή λοιπόν η Γη, με τις θάλασσες και τα ποτάμια της, τα ψηλόκορφα και δασωμένα βουνά της και τους πλατιούς κάμπους της, είναι το κέντρο του ομηρικού Σύμπαντος και του ομηρικού κόσμου. Αυτή θρέφει κάθε ζωντανή ύπαρξη. Σ’ αυτήν γεννιούνται και πεθαίνουν οι άνθρωποι. Η Γη, η πολυθρόφα, είναι προορισμένη για τον άνθρωπο, το πιο δυστυχισμένο πλάσμα, όπως, συμπονώντας τα δεινά του και τη θνητή του μοίρα, τον ονομάζει ο Δίας:

«Πλάσμα κανένα από τον άνθρωπο πιο δύστυχο δεν είναι
άλλο στη γης, απ’ όσα πάνω της σαλεύουν κι ανασαίνουν».
(Ρ 446-447 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Βέβαια δεν μας λέει ο Όμηρος στα έπη του, το πώς δημιουργήθηκαν αυτά τα ζωντανά πλάσματα, που πάνω στη γης «σαλεύουν κι ανασαίνουν», μα κι αυτά πρέπει να δημιουργήθηκαν απ’ τον Ωκεανό, αφού απ’ αυτόν γεννήθηκαν τα πάντα. Φαίνεται δε πως σαν πρώτη ύλη τους, θεωρούν το νερό και τη γη, μα τη δημιουργία τους την εννοούν με τη μορφή της σύλληψης και γέννησης που είπαμε. Έτσι η Πηνελόπη ρωτάει τον Οδυσσέα, τον άντρα της που της παρουσιάστηκε μεταμορφωμένος σε γερο-διακονιάρη:

«Πες μου και συ το γένος σου κι ο τόπος σου ποιος είναι
μήτε από δρυ γεννήθηκες παλιά, μήτε από πέτρα».
(Τ 162-163 μετ. Ζ. Σίδερη)

Η φράση αυτή της Πηνελόπης ήταν, ήδη στα έπη, μια λαϊκή παροιμία, που σήμαινε παραμύθια και φλυαρίες ή ερωτόλογα νεαρών ερωτευμένων, γιατί οι ομηρικοί Έλληνες δεν πιστεύανε πια τους παλιούς μύθους, πως ο άνθρωπος γεννήθηκε από δέντρα ή πέτρες. Έτσι στην Ιλιάδα (Χ 126) χρησιμοποιείται η παροιμία αυτή, «από δρυός ούδ’ από πέτρης», για να χαρακτηρίσει ο Έκτορας τις σκέψεις του (δηλ. να πετάξει τ’ άρματά του και να κάνει συμβιβαστικές προτάσεις στον Αχιλλέα που τον κυνηγάει), σαν λόγια τ’ ανέμου, φλυαρίες και γλυκοκουβέντες που λένε οι ερωτευμένοι. Όμως μια κάποια ιδέα πως ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από χώμα και νερό, δείχνεται έμμεσα και από την κατάρα και βρισιά του Μενέλαου στους καπετάνιους Αχαιούς, που δεν απάντησαν στην πρόσκληση, μα και πρόκληση, του Έκτορα να μονομαχήσει με κάποιον απ’ αυτούς:

«Νερό και χώμα αχ άμποτε όλοι σας να γίνετε, που τώρα
αθάρρευτοι, άτιμοι, κι αδόξαστοι μου κάθεστε ένας ένας».
(Η 99-100 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Και όταν ο Αχιλλέας ντρόπιαζε το νεκρό σώμα του Έκτορα, σέρνοντάς το, πίσω απ’ το άρμα του δεμένο, γύρω απ’ το μνήμα του Πάτροκλου, ο Απόλλωνας αγανακτισμένος μιλάει γι’ αυτό στους άλλους θεούς και το πτώμα του Έκτορα που ονομάζει «κωφήν γαίαν». Να οι σχετικοί στίχοι:

«Όμως αυτός το θείο τον Έχτορα, σαν πήρε τη ζωή του,
δεμένο πίσω απ’ το αμάξι του, στου ακράνη του το μνήμα
τον βωλοσούρνει- τέτοιο φέρσιμο δεν θα ‘βγει σε καλό του.
Μην πέσει στη δικιά μας όργητα, με όσην αντρειά κι αν έχει•
τι ό,τι ντροπιάζει αυτός μανιάζοντας ανέψυχο είναι χώμα».
(Ω 50-54 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Σ αυτή λοιπόν τη γη, που είναι το κέντρο του σύμπαντος, μα και το κέντρο της ζωής, και που κρατάει στη ζωή, θρέφοντάς τα, όλα τα ζωντανά πλάσματα και τον δυστυχισμένο τον άνθρωπο, σ’ αυτή στηρίζεται κι ο Ουρανός με τα πολλά του αστέρια, και σ’ αυτής της γης τα τρίσβαθα βρίσκεται ο Άδης, και πέρα και κάτω απ’ αυτήν, όσο απέχει ο ουρανός προς τα πάνω, βρίσκονται τα φοβερά Τάρταρα.

3.Ο Ουρανός
Πάνω απ’ τον στρογγυλό δίσκο της γης, σαν ένας τεράστιος θόλος,
αψιδώνεται ο Ουρανός. Στηρίζεται στη Γη με τις μυθικές ψηλές κολώνες, που τις κρατάει και τις φυλάει ο Άτλαντας, και είναι αυτές οι κολώνες που χωρίζουν τη Γη από τον Ουρανό (Α 53-54) και κρατάνε την ισορροπία του κόσμου.
Τον ουρανό τον νόμιζαν σαν κάτι στέριο, γι’ αυτό και στα έπη αναφέρεται σαν χάλκινος (Ρ 425), πολύχαλκος (Ε 504, Γ 2), μα και σιδερένιος (Ο 329, Ρ 565). Οι ομηρικοί Έλληνες, όπως μας τους δίνουν τα έπη, έχουν μια κάποια έννοια του διαστήματος, σαν έννοια απόστασης ή έκτασης, δεν έχουν όμως την έννοια του απείρου, όπως το εννοούμε σήμερα. Ο ουρανός βρίσκεται γι’ αυτούς ψηλά, πολύ ψηλά και μακριά πάνω απ’ τη γη, και είναι πλατύς και άφταστος. Όταν θέλουν να χαρακτηρίσουν κάτι για τη μεγάλη του έκταση και το υπερβολικό του ύψος, το παρομοιάζουν να φτάνει ως τον ουρανό. Το έλατο που φύτρωνε στην Ίδα και που σ’ αυτό κρύφτηκε ο Ύπνος, παραμονεύοντας να κοιμήσει το Δία, ήταν ψηλό πολύ και έφτανε από τα χαμηλά στρώματα ως τον ψηλό αιθέρα (Ξ 286-289). Στο νησί της Καλυψώς φύτρωναν ελάτια που έφταναν ψηλά ως τον ουρανό (Ε 239). Το κέντρο του ουράνιου θόλου ήταν το πιο ψηλό σημείο και το πιο μακρυνό σημείο απόστασης από τη γη. Η δόξα της ολόχρυσης ασπίδας του Νέστορα, όπως και η δόξα της αψεγάδιαστης Πηνελόπης, φτάνανε ως τα πλατιά ουράνια (Θ 192-193, Τ 108). Στις μάχες ανάμεσα στους Αχαιούς και τους Τρώες ο «ορυμαγδός» έφτανε ως τον χάλκινο ουρανό:

«Κι ως τούτοι εμάχουνταν κι ο σάλαγος ο σιδερένιος πάνω
στα χάλκινα τα ουράνια ανέβαινε μέσα απ’ τον άδειο αιθέρα»
(Ρ 424-425 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Αυτό το διάστημα, ανάμεσα γη και ουρανού το γεμίζει προς τα κάτω, προς τη γη, το πυκνό στρώμα του αέρα, ο «ηήρ» (Ξ 288) και πάνω απ’ αυτό και προς τον ουρανό, ο καθαρός και διάφανος «αιθήρ», το ελαφρό στρώμα του αέρα. Πέρα απ’ αυτό είναι ο πολύχαλκος ουρανός (Β 458, Π 364, Τ 351).
Σ’ αυτό το διάστημα, ανάμεσα ουρανό και γης, τρέχουν οι άνεμοι και τα σύννεφα. Μ’ αυτά ο φοβερός ο Δίας σκεπάζει τον ουρανό, φέρνει τις μπόρες και τις ατέλειωτες βροχές και ρίχνει τους κεραυνούς και τις αστραπές του (Π 364-365, Μ 25-26, Ε 303, Ψ 330 κ.ά.)
Μα ο ουρανός δεν είναι ένας γυμνός θόλος. Είναι κι αυτός γεμάτος ζωή και κίνηση, τη ζωή και την κίνηση των αστεριών που τον στολίζουν, γι’ αυτό και τον λένε «αστερόεντα», δηλ. γεμάτο αστέρια (Ζ 108, Ο 371, Ι 527 κ.ά.). Πάνω σ’ αυτόν τον ουράνιο θόλο κάνει τη διαδρομή του ο ήλιος, φέρνοντας το χαρούμενο και ζωογόνο φως του στους αθάνατους και τους θνητούς, διώχνοντας τα ζοφερά σκοτάδια. Ο ήλιος βγαίνει, για τους ομηρικούς Έλληνες, απ’ τον Ωκεανό ή τη λίμνη που βρίσκεται πλάι σ’ αυτόν, ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό, φτάνει στο κέντρο του και αρχίζει να κατεβαίνει, μέχρι που βυθίζεται πάλι στα νερά του Ωκεανού, σέρνοντας τη μαύρη νύχτα στην τροφοδότρα γη (Η 421-423, Θ 485-486, Γ 1-3, Τ 433-434). Ο ήλιος είναι που χρησίμεψε πρώτος για να καθορίζουν οι άνθρωποι εκείνοι τα σημεία του ορίζοντα και να προσδιορίζουν, κατά κάποιο τρόπο, τη θέση που βρίσκονται. Ο Οδυσσέας σαν βρέθηκε με τους συντρόφους του στην Αία, το νησί της Κίρκης, προσπαθεί να προσανατολιστεί και λέει στους συντρόφους του:

«Πού ‘ναι η αυγή δεν ξέρουμε, και πού ‘ναι το σκοτάδι,
και πού βουτάει κάτω απ’ τη γης ο φωτιστής ο Ήλιος
και πάλε πού σηκώνεται».
(Κ 190-192 μετ. Αργ. Εφταλιώτη)

Για τον τρόπο όμως που ο ήλιος, στο διάστημα της νύχτας, ξαναγύριζε στο σημείο της ανατολής, δεν φαίνεται να είχαν κάποια ξεκαθαρισμένη αντίληψη, το ίδιο και για την έκλειψη, που την ερμήνευαν σαν τρομερό σημάδι συμφοράς και θανάτου. Ο Θεοκλύμενος οραματίζεται μια έκλειψη του ήλιου σαν προμήνυμα του σκοτωμού των μνηστήρων:

«ίσκιους πλημμύρισε κι η αυλόπορτα, κι η αυλή πλημμύρισε ίσκιους,
που ξεκινούν στα μαύρα Τρίσκοτα να κατεβούν, κι ο γήλιος
από τα ουράνια εχάθη, κι άπλωσε βαριά κατάχνια ολούθε».
(Υ 355-357 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Οι γνώσεις τους λοιπόν για τ’ αστέρια ήταν λίγες. Οι παρατηρήσεις τους όμως δεν είναι άστοχες και τους είναι πολύτιμες και πρακτικά χρήσιμες. Το φεγγάρι και οι φάσεις του παρατηρήθηκαν πολύ σύντομα, όπως παρατηρήθηκαν και άλλα αστέρια και αστερισμοί και οι παρατηρήσεις τους αυτές χρησιμοποιήθηκαν πρακτικά στις γεωργικές τους δουλειές, στη ναυσιπλοΐα τους, στην καταμέτρηση του χρόνου και τη διάκριση των εποχών, τη διαίρεση της διάρκειας του χρόνου, της νύχτας και της μέρας, του μήνα και του έτους.
Έτσι ήξεραν την Άρκτο, τον αστερισμό που ονόμαζαν και Άμαξα, και είχαν παρατηρήσει πως κατεβαίνει στον Ωκεανό, δηλ. πως δεν έχει δύση (Ζ 489, Ε 274-275). Αυτή ήταν σημάδι για τα ταξίδια των ναυτικών. Η Καλυψώ συμβουλεύει τον Οδυσσέα, αρμενίζοντας να φροντίζει να έχει πάντα τον αστερισμό αυτό προς το αριστερό του χέρι (Ε 276). Τους ήταν γνωστές οι Υάδες και οι Πλειάδες (Σ 486), ο Βοώτης (Βοσκός), το λαμπρό αστέρι που αργεί να βασιλέψει (Ε 272), ο Ωρίωνας, καθώς και ο Σείριος, το λαμπερό τ’ αστέρι που το λένε και σκυλί του Ωρίωνα, που το είχαν κακό σημάδι γιατί εμφανιζόταν στην πιο ζεστή εποχή και έφερνε πυρετό στους δυστυχισμένους ανθρώπους (Χ 26-31).
Ο Ήφαιστος, στον πρώτο κύκλο της ασπίδας του Αχιλλέα, απεικόνισε τον ουρανό με τ’ άστρα, τη γη και τις θάλασσες, που τόσο όμορφα τα περιγράφει ο ποιητής, δίνοντας μια ζωντανή εικόνα του κόσμου όπως τον φαντάζονταν:

«Βάζει τη γης, βάζει τη θάλασσα, βάζει τα ουράνια απάνω,
βάζει τον ήλιο τον ακούραστο, τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
κι όλα τ’ αστέρια ως στεφανώνουνε τον ουρανό τρογύρα•
Το Αλετροπόδι, τα Βροχάστερα, την ώρια Πούλια βάζει
και το Χορευτόν Εφταπάρθενο, που τόνε λεν κι Αμάξι,
κι αυτού γυρνάει παραμονεύοντας το Αλετροπόδι πάντα,
και μόνον αυτός λουτρό δε χαίρεται στον Ωκεανό ποτέ του».
(Σ 483-489 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Με τις παρατηρήσεις λοιπόν του ήλιου προσδιόριζαν τα σημεία του ορίζοντα. Την Ανατολή, το σημείο που βγαίνει ο ήλιος την αυγή, την προσδιόριζαν με τη φράση «πρός ηώ τ’ ηέλιόν τε» (Μ 239), δηλ. Προς την αυγή και τον ήλιο. Τη Δύση, με το προς «ζόφον ηερόεντα» (Μ 240), δηλ. προς το μαύρο σκοτάδι. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Όμηρος αναφέρει μόνο αυτά τα δυο σημεία του ορίζοντα. Τον βοριά και τον νότο τα αναφέρει σαν προσωποποιημένες θεότητες, τους αέρηδες, και κυρίως τον Εύρο, τον Νότο, τον σφοδρό Ζέφυρο και τον Βοριά τον αιθερογέννητο (Ε 295-296).
Με την παρατήρηση των αστεριών και ιδιαίτερα του φεγγαριού καθόρισαν τον χρόνο. Βασικά, με τη φαινομενική κίνηση του ήλιου, προσδιόρισαν, σαν μονάδες μέτρησης του χρόνου χωριστές, την ημέρα και τη νύχτα. Από την ολοκλήρωση των φάσεων του φεγγαριού, καθόρισαν τον μήνα, σα μεγαλύτερη μονάδα μέτρηση ς του χρόνου, και από την επανάληψη των εποχών σε τακτά διαστήματα, το έτος.
Το «έτος» και το «ενιαυτός» είναι λέξεις που προσδιορίζουν στα έπη τη χρονιά με τις τέσσερις εποχές. Η λέξη «χρόνος» σήμαινε γενικά το χρονικό διάστημα, μικρό ή μεγάλο. Τον χρόνο τον αντιλαμβάνονταν με την έννοια της χρονικής διάρκειας των φαινομένων και των γεγονότων. Φαίνεται ότι, κατά τις αντιλήψεις τους, ο Δίας ήταν αυτός που όριζε τον χρόνο (Μ 399). Οι πληροφορίες που μας δίνουν τα έπη σχετικά με τον προσδιορισμό του χρόνου είναι κάπως αόριστες. Αντιλαμβάνονταν, όπως είπαμε, τον χρόνο σαν διάρκεια των καθέκαστα γεγονότων και, για ορισμένους ομηριστές, δεν φαίνεται να είχαν την έννοια του καθολικού χρόνου, γι’ αυτό και σύγχρονα γεγονότα πολλές φορές περιγράφονται στα έπη διαδοχικά, χωρίς να εξηγείται πάντοτε η πραγματική χρονική τους σχέση.
«Ενιαυτός» στα έπη είναι βασικά μια περίοδος χρόνου σχετικά μεγάλη. «‘Αλλ’ ότε δή έτος ήλθε περιπλομένων ενιαυτών» (Α 16), δηλ. όταν στο πέρασμα του χρόνου ήρθε ο καιρός. Αλλά «ενιαυτός» σημαίνει και το έτος, όπως σχεδόν και σήμερα. Ο Τηλέμαχος μπορεί να περιμένει ακόμα έναν «ενιαυτόν», δηλ. ακόμα ένα έτος (Α 288). Εννέα χρόνια είχαν ήδη περάσει από τότε που οι Αχαιοί αποβιβάστηκαν στην Τροία (Β 134). Στα έπη χρησιμοποιείται και το «έτος» για τον προσδιορισμό μιας χρονιάς με τις εποχές της (Α 691, Ω 765, Β 89, Η 261, Τ 222).
Φαίνεται ότι την κάθε χρονιά την διάκριναν και τότε σε τέσσερις εποχές, αν και υποστηρίζεται πως αρχικά διάκριναν μόνο δύο εποχές, τον χειμώνα και το καλοκαίρι, αργότερα δε στις διακρίσεις αυτές προστέθηκαν η άνοιξη και πιο αργότερα το φθινόπωρο. Οι εποχές στα έπη ονομάζονται «ώραι» (Β 107, Κ 469, Λ 295, Ξ 294) και καθεμιά διατυπώνεται με το «ώρη» και τον ειδικότερο προσδιορισμό της εποχής του έτους. Έτσι τον ερχομό της άνοιξης, τον αναφέρουν με το «έαρος επιγίγνεται ώρη» (Ζ 148) ή και με το «ώρη έν ειαρινή» (Β 471, Π 643, Σ 367). Το καλοκαίρι το ονομάζουν «θέρος» ή «έν θέρει» (Χ 151. Μ 76). «Χείμα» (Ξ 407) είναι ο κρύος χειμωνιάτικος καιρός. Στο ευτυχισμένο νησί του Αλκίνοου, τη Σχερία:

«Καρπός δε χάνεται, μια που ‘δεσε. κι ουδέ τους απολείπει
χειμώνα καλοκαίρι, αδιάκοπα».
(Η 117-118. μετ. Καζ.-Κακρ.)

Το φθινόπωρο αναφέρεται στα ομηρικά έπη σαν εποχή της «οπώρας», που αρχίζει με την εμφάνιση του Σείριου (Χ 26-27) αργά, στο τέλος, του καλοκαιριού (Ε 5), όταν ο «οπωρινός Βορέης ξεραίνει γρήγορα ένα φρεσκοποτισμένο περιβόλι» (Φ 346-347). Ο γερο-Λαέρτης, θλιμμένος για τον Οδυσσέα, που τον θεωρεί χαμένο, έχει αποτραβηχτεί στο εξοχικό του:

«Σαν χειμωνιάζει, μέσα κλείνεται και πέφτει με τους δούλους
στη γης, στο τζάκι πλάι, παλιόρουχα φορώντας• και σα μπαίνει,
το καλοκαίρι ως το χινόπωρο το καρπερό, πλαγιάζει
όπου τυχόν βρεθεί στο χτήμα του, στων αμπελιών τους όχτους».
(Λ 190-193 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Εκτός από τις εποχές, το έτος το διάκριναν σε μήνες, σε ημέρες, και της ημέρας τα τμήματα σε ώρες, όπως θα λέγαμε σήμερα, μα όχι με τη σημερινή έννοια της ώρας του 24ώρου, αλλά με την έννοια του χρονικού σημείου της ημέρας κατά το οποίο συνέβαινε, συνήθως και κατά κανόνα, κάτι κατά τις τότε συνήθειές τους. Στα έτη δεν αναφέρονται ούτε ονόματα μηνών, ούτε ονόματα ημερών. Τον μήνα τον διάκριναν, σύμφωνα με τις φάσεις του φεγγαριού, σε πρώτο και σε δεύτερο μέρος. Το πρώτος μέρος το προσδιόριζαν με την έκφραση «μηνός ισταμένοιο», το δε δεύτερο με την έκφραση «μηνός φθίνοντος». Ο Οδυσσέας, ον ζητιάνος, λέει στον Εύμαιο πως ο αφέντης του θα φτάσει γρήγορα:

«όταν ο μήνας κλείσει αυτός κι όταν αρχίσει ο άλλος».
(Ξ 162 μετ. Ζ. Σίδερη)

Το μήνα πάλι τον διαιρούσαν σε ημέρες και νύχτες τόσες, όσες φαίνεται ότι διαρκούσε το φεγγάρι, χωρίς οι ημέρες να προσδιορίζονται ειδικότερα, με την έκφραση «μήνες τε καί ημέραι» (Ξ 293, Λ 294). Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του είχαν ένα ολόκληρο χρόνο στο νησί της Κίρκης, διηγείται δε πως κάποτε οι συντρόφοι του του αξίωσαν να φύγουν:

«Μα απά στο γύρισμα, σαν κύλησαν πάλι οι εποχές του χρόνου,
κι οι μήνες έτρεχαν και διάβαιναν μια μια οι περίσσιες μέρες,
όξω με φώναξαν και μου ‘λεγαν οι γκαρδιακοί συντρόφοι».
(Κ 409-411 μετ. Καζ-Κακρ.)

Τα διάφορα μέρη της ημέρας τα προσδιόριζαν, όπως πιο πάνω είπαμε, με τις συνηθισμένες τότε δουλειές ή συνήθειες, όπως λ.χ. τότε (δηλ. την ώρα που λέμε σήμερα), που ο δικαστής γυρνά στο σπίτι να δειπνήσει αφήνοντας την αγορά, αφού ξεδιάλυνε πολλές δίκες (Μ 439 κ.π.), δηλ. για το βραδινό φαΐ (δόρπον) ή την ώρα που ο λοτόμος ετοιμάζεται να φάει ψωμί μέσ’ στα φαράγγια του βουνού, αφού κουράστηκε να κόβει δέντρα (Λ 86 κ.π.), δηλ. γύρω στο μεσημέρι (δείπνον) ή όπως ο ξωμάχος κουρασμένος απ’ το αλέτρι, λαχταράει το δείπνο και χαίρεται βλέποντας να σβύνει το φως του ήλιου να πάει για το βραδινό του φαΐ (Ν 31 κ.π.). Η ώρα που λύνουν τα βόδια (βουλυντόδε) είναι η ώρα που ο ήλιος γέρνει προς τη δύση του (Π 779, Ι 58), το δειλινό που σχολάνε απ’ τη δουλειά.
Μα άσχετα με τις όμορφες αυτές και ποιητικές εκφράσεις προσδιορισμού του χρόνου της ημέρας, τα διάφορα τμήματα της ημέρας τα προσδιόριζαν με βάση την πορεία του ήλιου. «’Ηώς» το πρωινό, «δείλη» το δειλινό και «μέσον ήμαρ» το μεσημέρι. Ο Αχιλλέας λέει στον Λυκάονα πως:

«Θα φτάσει κάποια αυγή για σούρουπο, για μεσημέρι, σύντας
και τη δικιά μου μες στον πόλεμο ζωή θα πάρει κάποιος».
(Φ 111-112 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Το πρωινό προσδιορίζεται και με την εμφάνιση της αυγούλας της πουρνογέννητης και ροδοδάχτυλης (Β 1, Θ 1 κ.ά.). Το μεσημέρι, την ώρα που ο ήλιος ανέβηκε στη μέση τ’ ουρανού (Θ 68 κ.ά.). Το βράδυ, όταν ο ήλιος βασίλεψε και ήρθε το σκοτάδι (Α 475 κ.ά.).
Μέθοδο χρονολόγησης, ιδιαίτερα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν φαίνεται να είχαν άλλη από τη «γενεήν», τη γενιά, με την οποία προσδιόριζαν προγόνους και απογόνους (Ζ 145 κ.π., Η 128, Ο 141), καθώς και την ηλικία του ανθρώπου (Α 250, Β 707, Η 153 κ.ά.), χωρίς να έχουν μια σταθερή αφετηρία για τη μέτρηση του χρόνου και τη χρονική τοποθέτηση των διάφορων γεγονότων πριν και μετά απ’ αυτήν. Τη διάρκεια του χρόνου («αιών») την συνδύαζαν με την ανθρώπινη ζωή, έτσι που το «αιών» σημαίνει στα έπη τη διάρκεια της ζωής, τον βίο (Τ 27, Χ 4 58, Ε 160 κ.ά.). Την αιωνιότητα της ζωής την ένιωθαν σαν την ανανέωση της μιας γενεάς από την άλλη (Ζ 146 κ.π., Φ 463-466).
Ο ουρανός λοιπόν και τ’ αστέρια του είναι δεμένα με τη γη και τη ζωή του ομηρικού ανθρώπου. Εκεί μένουν οι θεοί του και από κει στέλνουν στον άνθρωπο τη βροχή που γονιμοποιεί τη γη την καρποφόρα, μα στέλνουν και τις θύελλες, τις πλημμύρες και τις συμφορές. Στον ουρανό ψηλά στρώνουν τα χέρια τους και προσεύχονται παρακαλώντας τους θεούς τους (Γ 318 κ.ά.) και με τ’ αστέρια ρυθμίζουν τη ζωή τους και τις δουλειές τους, το όργωμα, το σπάρσιμο, το θέρο, τ’ αλώνισμα και τον τρύγο. Μ’ αυτά κανόνιζαν τα θαλασσινά ταξίδια τους, τις γιορτές και τις χαρές τους. Ο ουρανός είναι που τους έστελνε τα σημάδια των θεών που καθόριζαν τη μοίρα τους.

4. Ο Άδης
Ο Ουρανός λοιπόν αποτελεί το πάνω, το πιο ψηλό σημείο του ομηρικού Σύμπαντος. Είναι ο ζωντανός κόσμος που τον φωτίζει ο ζωοδότης ήλιος. Αντίθετα, ο Άδης βρίσκεται στα σκοτεινά βάθια της γης, στο κάτω μέρος της, και είναι ο τόπος όπου κατοικούν οι σκιές των νεκρών, ένας σκοτεινός και μουχλιασμένος τόπος. Οι πύλες του βρίσκονται στο τέλειωμα της γης, στις όχθες του Ωκεανού του βαθυρέματου. Την τοποθεσία του την προσδιορίζει η Κίρκη, δίνοντας στον Οδυσσέα τις οδηγίες και τα σημάδια για να φτάσει εκεί:

«Μα σύντας πια με το καράβι σου τον Ωκεανό περάσεις,
στη χέρσα ακρογιαλιά το πάναγνο της Περσεφόνης δάσος
θα βρεις, γεμάτο λεύκες τρίψηλες κι ιτιές καρπορημάχτρες.
Και σαν αράξεις το καράβι σου στο βαθιορεματάρη
τον Ωκεανό, στον Άδη κίνησε να πας το μουχλιασμένο.
Χύνουνται εκεί ο Πυριφλεγέθοντας κι ο Κωκυτύς που βγαίνει
από τη Στύγα, στον Αχέροντα• τα δυο ποτάμια σμίγουν
λίγο πιο πάνω τα βροντόλαλα• στη μέση κι ένας βράχος».
(Κ 508-515 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Ο Οδυσσέας μας διηγείται πως η τοποθεσία αυτή βρισκόταν προς τη δύση, πέρα από τη χώρα των Κιμμέριων, που την σκέπαζαν σύννεφα και πηχτό σκοτάδι, γιατί ποτέ δεν την φώτιζε ο ήλιος, μήτε ανέτελλε κι ανέβαινε στον αστερόφωτο ουρανό, μήτε όταν γύριζε στη γης να βασιλέψει (Α 14-19).
Εκεί λοιπόν ήταν οι Πύλες του Άδη, με τις καλοκλεισμένες πόρτες, που τις φυλάει το φοβερό σκυλί του (Θ 367-368, Λ 623).
Από κει μπαίνει κανείς στο φοβερό βασίλειο του Άδη και της Περσεφόνης, που είναι η κατοικία των νεκρών, που τις ψυχές τους κουβαλάει εκεί ο ψυχοπομπός Ερμής, κρατώντας το χρυσό ραβδί του, μέσα από μουχλιασμένες στράτες, περνώντας τον Άσπρο Βράχο, τις πόρτες του Ήλιου και τη χώρα των ονείρων, για να φτάσουν στο ασφοδελό λιβάδι, όπου μένουν πια οι ψυχές, των πεθαμένων οι ίσκιοι (Ω 1-14). Εκεί είναι το αφώτιστο σκοτάδι, το Έρεβος, που τριγυρνάνε οι φοβερές Ερινύες, οι εκδικήτρες και τιμωροί (Ι 571 κ.π.).
Ο Άδης λοιπόν είναι στα τρίσβαθα της γης, τόπος του σκοταδιού, η κατοικία των ίσκιων των νεκρών και των υποχθόνιων θεών. Σ’ αυτούς οι άνθρωποι προσφέρουν θυσίες μόνο μαύρα ζωντανά (βόδια ή κριάρια κλπ.), που τα σφάζουν με το κεφάλι τους στραμμένο προς τη γης, καίγοντάς τα ολόκληρα ή θάβοντάς τα, ή πετώντας τα στη θάλασσα, αν είναι ξένοι από τον τόπο που γίνεται η θυσία (Κ 524-525, 572, Γ 103-104 κ.ά.). Ο Άδης λοιπόν είναι σφιχτοκλεισμένος βαθιά στη γη, φριχτός κι αραχλιασμένος τύπος, που τον αποστρέφονται και τον μισούν και οι άνθρωποι και οι ουράνιοι θεοί. Στη φοβερή μάχη που γίνεται στον κάμπο της Τροίας, και που παίρνουν μέρος και οι θεοί (Θεομαχία), γίνεται φοβερό κακό. Ο Δίας βροντάει από ψηλά, ο Ποσειδώνας τραντάζει τη γη και τα βουνά της. Τραντάζονται και σιούνται οι πρόποδες και πλαγιές της ‘Ιδας:

«Κι ο Άδης φοβήθη και πετάχτηκε με τρόμο απ’ το θρονί του,
ρήγας των νεκρών, χουγιάζοντας, τη γης ο Ποσειδώνας
ο κόσμος από πάνω του μην πάει στα δυο κι ανοίξει, και σε θνητούς φανεί κι αθάνατους το αρχοντικό του ξάφνου, που ως κι οι θεοί τ’ οχτρεύουνται. φριχτό κι αραχλιασμένο».
(Υ 61-65 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Τη σκοτεινή κατοικία του Άδη και το φοβερό μυστικό του θανάτου
δεν πρέπει να το μάθουν οι άνθρωποι.

5. Τα Τάρταρα είναι σκοτεινή άβυσσος κάτω από τη γη και αποτελούν τους αντίποδες του ουρανού. Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη προς τα πάνω, τόσο απέχουν απ’ αυτήν τα Τάρταρα προς τα κάτω. Είναι οι σκοτεινές φυλακές, όπου είναι φυλακισμένοι ο Κρόνος και οι Τιτάνες, που δεν χαίρονται το φως του Υπερίωνα ήλιου, ούτε τους ανέμους, μονάχα τους τριγυρίζει ο βαθύς Τάρταρος (Θ 477-481, Ξ 279, Ο 225). Σιδερένιες πόρτες με χάλκινο κατώφλι ασφαλίζουν τις φυλακές αυτές. Εκεί απειλεί ο Δίας να κλείσει όποιον θεό θα παράκουγε τις διαταγές του και θα έδινε βοήθεια στους Αχαιούς είτε στους Τρώες:

«Μα όποιον αλάργα απ’ τους επίλοιπους θα ιδώ να θέλει
να πάει μαθές να δώση βόηθηση στους Τρώες για στους Αργίτες,
θα του ‘ρθει αστροπελέκι κι άσκημα στον Όλυμπο θα γύρει
για θα τον ρίξω μες στα Τάρταρα τα μαύρα, αρπάζοντάς τον,
μακριά, στης γης τα ριζοκάτωφλα, στην πιο βαθιά κουφάλα,
με σιδερένιες πόρτες, χάλκινο κατώφλι. από τον Άδη,
τόσο πιο απόβαθα, όσο βρίσκεται πιο κάτω η γη απ’ τα ουράνια».
(Θ 10-16 μετ. Καζ.-Κακρ.)

Οι θεοί βέβαια είναι αθάνατοι, γι’ αυτό η τιμωρία των απείθαρχων είναι φυλάκιση στα Τάρταρα. Στην επιφάνεια λοιπόν της Γης ζουν οι άνθρωποι και στον Άδη οι ίσκιοι των νεκρών τους. Στον ουρανό ζουν οι ουράνιοι θεοί, οι αθάνατοι, και ο Τάρταρος είναι η φυλακή των θεών. Ο κάτω στα βάθια της γης Άδης είναι ο αραχλιασμένος τόπος που μένουν οι σκιές των νεκρών. Και πιο κάτω είναι ο Τάρταρος. Άδης και Τάρταρος είναι ο σκοτεινός κόσμος που δεν τον φωτίζει ο ήλιος. ‘Έτσι ολοκληρώνεται το ομηρικό Σύμπαν: Ο γεμάτος αστέρια θολωτός ουρανός. κάτω απ’ αυτόν το κέντρο του κόσμου, η Γη. Στα βάθη της ο Άδης και πιο κάτω απ’ τη Γη και τον Άδη, ο Τάρταρος.


Πηγή: Από το υπέροχο βιβλίο του Παν. Κωνσταντόπουλου, Ομηρικοί Έλληνες Α’ + Β τόμ. εκδ. Μέτρον 1998.





 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com