ΟΜΗΡΟΣ


ΧΩΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ

(ΚΛΗΡΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ)

Η δομή των ομηρικών κρατών, αν και μετασχηματιζόταν προοδευτικά, από τη βιοτεχνική ανάπτυξη και την εμπορική επέκταση, δέν παύει να στηρίζεται πάνω στα παλιά και σταθερά θεμέλια της αγροτικής παραγωγής.
Η πατροπαράδοτη ισορροπία της απειλείται από τον γρήγορο πλουτισμό των μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών, που κατέχουν τήν πολιτική εξουσία και συνεχίζουν να συνενώνουν μέσα στα πλαίσια της αλληλέγγυας ευθύνης των γενών, τα μέλη της κληρονομικής αριστοκρατίας. Η ίδια απειλή διαγράφεται από την αριθμητική αύξηση, που δεν συμβαδίζει πάντα με τη βελτίωση των υλικών όρων ζωής, των λαϊκών μαζών, πού αποτελούνται από ετερογενή στοιχεία: ελεύθερους τεχνίτες, εργάτες γης, ενοικιαστές γαιών, για να μήν αναφέρουμε τους υπηρέτες και τους δούλους.
Η ισορροπία, όμως, εξασφαλίζεται, ακόμη, από την ύπαρξη μιας σημαντικής τάξεως ελευθέρων ανθρώπων, υλικά και ηθικά αυτόνομων, η οποία αντλεί δικαιολογημένα απ’ αυτό το γεγονός μια υπερηφάνεια. Η οικονομική της ανεξαρτησία στηρίζεται στην κατοχή της γης. Η τάξη αυτή είναι η αγροτιά. Το κοινωνικό της κύρος επικυρώνεται με τη συμμετοχή της στις συνελεύσεις. Αποτελεί, δηλαδή, μια κατηγορία πολιτών. Το κύρος της εξασφαλίζεται από το δικαίωμα ναι φέρει όπλα, από το γεγονός ότι μέσα από τις γραμμές της στρατολογούνται οι φάλαγγες του βαριού πεζικού, που συγκροτεί το βασικότερο τμήμα του στρατού. Αποτελεί, δηλαδή, ταυτόχρονα, και μια τάξη στρατιωτών.
Οι όροι της υπάρξεώς της και τό είδος της ζωής της, ποικίλλουν αισθητά, όπως θα δούμε στην πορεία, ανάλογα μέ τις περιοχές και τις πόλεις. Τις περισσότερες φορές ο αγροτικός χαρακτήρας παραμένει κυρίαρχος. Σε άλλες περιπτώσεις ο στρατιωτικός χαρακτήρας επικρατεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο ιδιοκτήτης απαξιοί ναι είναι καλλιεργητής. Τέτοια είναι η περίπτωση της Σπάρτης και των κρητικών πόλεων. Παντού, όμως, οι δεσμοί του πληθυσμού με τη γη, παραμένουν ισχυροί. Ζει από τη γη, η οποία του κατοχυρώνει επί πλέον τη θέση του στην πόλη.

Η ΚΑΤΟΧΗ ΕΝΟΣ ΚΛΗΡΟΥ
Η βάση της κοινωνικής καταστάσεως αυτής της τάξεως, είναι ουσιαστικά η κατοχή ενός κλήρου, ενός τμήματος γης που δίνεται σε κάθε οικογένεια και το οποίο της επιτρέπει να κρατάει την κοινωνική της σειρά, να αντιπροσωπεύεται στις συνελεύσεις των πολιτών, να συμμετέχει στις συλλογικές εισφορές της πόλεως, κανονικές θρησκευτικές εισφορές ή έκτακτες προσφορές, να παρέχει, τέλος, στον στρατό έναν εξοπλισμένο στρατιώτη.
Στην ομηρική ορολογία, η λέξη «κλήρος» φαίνεται, πράγματι, να προσδιορίζει έναν τύπο ιδιοκτησίας. Άκληρος είναι αυτός που μπορεί να έχει υπηρέτη, αλλά του οποίου η περιουσία δεν φτάνει την αξία ενός κλήρου. Μια πλούσια οικογένεια κατέχει πολυάριθμους κλήρους, είναι, δηλαδή, πολύκληρος. Αυτό σημαίνει ότι η πατρογονική κληρονομιά αυτής της αριστοκρατικής οικογένειας, έχει την αξία πολλών κλήρων. Ο Όμηρος μας πληροφορεί, ακόμη, ότι ο ηγεμόνας μπορεί να χορηγήσει κλήρους στους ανθρώπους της κυριαρχίας του, που ανήκουν στην κοινή ιδιοκτησία τις πόλεως. Έτσι έκαναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Σπάρτη, προς όφελος των «νεοδαμοδών», δηλαδή των ειλώτων, που αποκτούσαν δικαιώματα πολιτικά, χάρη στις στρατιωτικές τους αρετές.
Μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια αρκετά συγκεκριμένη ιδέα των βασικών χαρακτηριστικών του κλήρου.
Στην Σπάρτη καθορίζεται από τό νόμο. Ο είλωτες που τον καλλιεργούν πρέπει να δίνουν τον χρόνο στον ιδιοκτήτη ένα φόρο 82 μεδίμνων δημητριακών για τους δικούς του και για τη γυναίκα του, δηλαδή 60 εκτόλιτρα περίπου, στα οποία προστίθενται μερικές ποσότητες κρασιού, λαδιού και φρούτων. Αν δεχτούμε, ότι οι είλωτες φύλαγαν για τον εαυτό τους, τα δύο τρίτα της συγκομιδής, αυτοί οι αριθμοί αντιστοιχούν σέ μια επιφάνεια 30 εκταρίων ή λίγο περισσοτέρων.
Γνωρίζουμε, πως στην Αθήνα, για ν’ ανήκει κανείς στην τάξη των πολιτών, που υπηρετούσαν με έξοδά τους στο βαρύ πεζικό των οπλιτών, στην τάξη των «ζευγιτών», δηλαδή των ιδιοκτητών που διέθεταν τουλάχιστον ένα ζευγάρι βόδια, έπρεπε να έχει μια συγκομιδή από 200 έως 300 μεδίμνους δημητριακών. Πράγμα που αντιστοιχεί στην ίδια έκταση των τριάντα εκταρίων, δηλαδή 300 πλέθρων καλλιεργήσιμης γης και 40 ή 50 πλέθρων περίβολου μέ αμπέλια, λιβάδια κι ελαιώνες.
Στην ιστορική παράδοση, όπως αυτή εκφράζεται στον Όμηρο, ο κλήρος παρουσιάζεται, λοιπόν, σαν ένας τόπος ιδιοκτησίας, που καθορίζει μια κοινωνική τάξη.
Αυτός ο κλήρος, τουλάχιστον από άποψη αρχής, δεν κατέχεται από τον ιδιοκτήτη του, παρά μόνο για να του επιτρέπει ν’ ασκεί τα πολιτικά του δικαιώματα. Μένει, λοιπόν, τοποθετημένος κάτω από τήν εξουσία και τον έλεγχο των αρχών της πόλεως, των βασιλιάδων και των αρχόντων. Η υπόστασή του, καθορίζεται από το νόμο κι από το έθιμο.
Ο κλήρος παρέμενε στην αρχή αναπαλλοτρίωτος και αδιαίρετος. Στην Σπάρτη, μέχρι τόν 4ο αιώνα, αποτελεί ένα είδος κληροδοτήματος, επί τού οποίου έχει δικαιώματα ό πρωτότοκος γυιός και το οποίο επανέρχεται στο κράτος, αν αυτός αποκληρωθεί. Στις περισσότερες πόλεις, μας λέει ο Αριστοτέλης, οι αρχαίες νομοθεσίες απαγόρευαν την πώληση των οικογενειακών κλήρων. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα στην Λοκρίδα και στην Λευκάδα, αποικίες πού συνέχιζαν να τηρούν τους νομικούς κανόνες των Μητροπόλεών τους. Στην Κόρινθο και στην Θήβα, πληροφορεί ό Αριστοτέλης, ό νόμος καθόριζε ότι ό αριθμός των οικογενειών και των ιδιοκτησιών, έπρεπε να παραμείνει σταθερός.
Το αδιαίρετο του κλήρου ήταν στην αρχή ο κανόνας, δεδομένου ότι ό κλήρος μεταβιβαζόταν στον πρωτότοκο. Αυτή η υποχρέωση της μεταβιβάσεως σε άμεση γραμμή, φαίνεται πως ήταν τόσο αυστηρή, ώστε δημιούργησε την ανάγκη της πρώτης αρχαίας νομοθεσίας για την «επίκληρο» κόρη. Όταν ό κάτοχος ενός κλήρου πέθαινε και τύχαινε να μην έχει αρσενικά παιδιά, τότε η κόρη του γινόταν «επίκληρος», δηλαδή επιτηρητής του κλήρου. Σ’ αυτή την περίπτωση ήταν υποχρεωμένη να παντρευτεί τον πιο κοντινό θείο, από τη μεριά του πατέρα της, δηλαδή τον πιο ηλικιωμένο. Αλλά ο κλήρος του οποίου οι σύζυγοι είχαν την προσωρινή διαχείριση, ανήκε εκ των προτέρων στον γιο που θα γεννιόταν απ’ αυτόν τον γάμο. Μ’ ένα είδος μετά θάνατον υιοθετήσεως, ό εγγονός του εκλιπόντος γινόταν γυιός του και κληρονόμος του. Οι πλάγιοι συγγενείς αποκλείονταν έτσι από τη διαδοχή, όσον καιρό συνέχιζαν να υπάρχουν άμεσοι απόγονοι, έστω και μ’ αυτό τό τέχνασμα. Διατηρούσαν• μόνο ένα γενικής φύσεως δικαίωμα σ’ αυτή τη διαδοχή, στην περίπτωση που ο κλάδος του πρωτοτόκου θα έσβηνε πλήρως.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι ο πλάγιοι συγγενείς ευνοούσαν αυτό το ενδεχόμενο. Συνέβαινε συχνά ό γάμος μιας νέας κοπέλλας κι ενός ηλικιωμένου ανθρώπου να παραμένει στείρος, κυρίως όταν ο σύζυγος είχε ήδη ένα γυιό από τον πρώτο γάμο κι ό οποίος ήταν ενδεχόμενος κληρονόμος. Στις αρχές του 6ου αιώνος, ο Σόλων, για να σταματήσει αυτή τη σκανδαλώδη κατάχρηση, δημοσίευσε ένα νόμο, που απαιτούσε από τον σύζυγο της επίκληρης κόρης, να εκπληρώνει το συζυγικό του καθήκον τουλάχιστον τρεις φορές τον μήνα. Αν ο νόμιμος σύζυγος αποδεικνυόταν ανίκανος ή κακής θελήσεως, η επίκληρος κόρη είχε το δικαίωμα να κινήσει δίκη και να εκλέξει μέσα από την οικογένεια έναν πιο ικανό σύντροφο.
Τήν εποχή, άλλωστε, που ο Σόλων εξέδιδε αυτό το νόμο, θεσμός τής επικλήρου είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος της αρχικής του σημασίας και αξίας. Στις περισσότερες πόλεις, εκτός της Σπάρτης και των πόλεων της Κρήτης, η συνήθεια τής διανομής του κλήρου ανάμεσα στους αρσενικούς κληρονόμους, είχε προοδευτικά επιβληθεί, από την εποχή του Ομήρου. Φαίνεται, όμως, ότι η διανομή γινόταν για πολύ καιρό άνισα. Η κατανομή της πατρογονικής περιουσίας δέν άλλαζε στην πραγματικότητα σε τίποτα της υποχρεώσεις του πρωτότοκου, που κατείχε Θεωρητικά ολόκληρο τόν κλήρο υποχρεώσεις πολιτικές και στρατιωτικές, απέναντι στην πολιτική κοινότητα. Έπρεπε, λοιπόν, να είναι σε θέση τέτοια, ώστε να μπορεί να τις εκπληρώσει, στην ανάγκη με τη βοήθεια και τη συνδρομή των νεότερων αδελφών του.
Κάτι τέτοιο μπορούμε να συμπεράνουμε από τις φιλονικίες, που είχαν ξεσπάσει, ανάμεσα στον Ησίοδο και στον αδελφό του Πέρση, εξ αιτίας της πατρικής κληρονομιάς, του κλήρου δηλαδή πού είχαν διαμοιρασθεί. Ο Πέρσης ήταν, αναμφίβολα, ο πρωτότοκος, ο πολιτικός αρχηγός της οικογένειας. Σύχναζε συνέχεια στα δικαστήρια και στη συνέλευση του λαού, σε βάρος της εργασίας του, μας λέει ο Ησίοδος, που εκφράζει για τόν αδελφό του τρομερά παράπονα. Ο Πέρσης του έκανε αγωγή για πρώτη φορά, μπροστά στο δικαστήριο των ((βασιλέων)), για να πετύχει μια αναθεώρηση της διανομής, πράγμα που το κατόρθωσε. Με ποια δικαιολογία; Ο Ησίοδος δεν μας το λέει, παραπονούμενος για την απόφαση. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι επικαλέστηκε την ανεπάρκεια των εσόδων του, για την εκπλήρωση των πολιτικών του καθηκόντων. Μπορούμε ακόμη πιο εύκολα να υποθέσουμε, ότι την περίοδο που ό Ησίοδος γράφει το βιβλίο του «Έργα και ημέραι», ο αδελφός του ετοιμάζει μια δεύτερη μήνυση κι ο Ησίοδος του απαντάει λακωνικά: «Θα έκανες καλύτερα, αν σύχναζες λιγότερο στα δικαστήρια και στην Αγορά και εργαζόσουνα περισσότερο». Φαίνεται καθαρά, ακόμη, ότι η διεκδίκηση του Πέρση δεν θα ‘πρεπε να ‘ναι από νομική άποψη άσχημα θεμελιωμένη, γιατί ο Ησίοδος τον πιέζει να παραιτηθεί από την προσφυγή προς τους «δωροφάγους» δικαστές, που θα του στοίχιζε πολύ και του προτείνει να τακτοποιήσουν τις διαφορές τους οικογενειακά, με μια διαπραγμάτευση που θα εμπνέεται ((από τη δίκαιη κρίση του Δία)). Αν η εξήγησή μας είναι σωστή, το κείμενο του Ησίοδου αποτελεί ένα εξαιρετικά ζωντανό και πολύτιμο ντοκουμέντο, για την κατάσταση αυτών των κλήρων, την περίοδο που τελειώνει η ομηρική εποχή, τη στιγμή, δηλαδή, που η παλιά οικογενειακή συγκρότηση είναι έτοιμη να διαλυθεί.
Εξέλιξη φυσική και σχεδόν μοιραία, τουλάχιστον για τις πόλεις, στις οποίες δεν ίσχυε η αδιάλλακτη πολιτική και κοινωνική πειθαρχία -κατά το πρότυπο της Σπάρτης και των κρητικών πόλεων- έτσι που να μπορέσουν να διατηρηθούν στις θέσεις τους, τα πατροπαράδοτα πλαίσια της κοινωνίας.

Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ
Γιατί ήταν ένα πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα, ιδιόμορφα δύσκολο, η προστασία αυτών των κλήρων, που αποτελούσαν τη δύναμη και την υπερηφάνεια της στρατιωτικής και αγροτικής τάξεως των ελευθέρων πολιτών.
Όσο αυστηρός κι αν ήταν ο νόμος, όσο μεγάλη κι αν ήταν η δύναμη της παραδόσεως, ο πολλαπλασιασμός των γεννήσεων αποτελούσε μια φυσική διαλυτική δύναμη, που ήταν δύσκολο να αντιμετωπισθεί. Το πρόβλημα της διασώσεως του κλήρου, τοποθετείται μέσα στα ίδια πλαίσια που βρίσκεται και το πρόβλημα της ακεραιότητας της αρχοντικής κληρονομιάς. Μόνο που είναι πιο οξύ, εξ αιτίας της σχετικής στενότητας των κλήρων. Και τα δύο προβλήματα Θα προσπαθήσουν να τα λύσουν με τα ίδια μέσα.
Με τη μετανάστευση πρώτα. Οι δευτερότοκοι των αγροτικών και στρατιωτικών οικογενειών, ανίκανοι λόγω ελλείψεως οικονομικών δυνατοτήτων να παντρευτούν και να δημιουργήσουν οικογένεια, ξεκινούν για μέρη μακρινά, κάτω από την καθοδήγηση των δευτερότοκων των μεγάλων «βασιλικών» οικογενειών, για να ιδρύσουν αποικίες στις χώρες των βαρβάρων. Οι «παρθενίαι», που ξεκίνησαν από την Σπάρτη, στα τέλη του 8ου αιώνος, για να ιδρύσουν τον Τάραντα, κάτω από την ηγεσία ενός Ηρακλείδη, ίσως να μην ήταν — αντίθετα με όσα αναφέρει μια μεταγενέστερη παράδοση — τίποτα άλλο, από ένα πλήθος αγάμων αντρών και γυναικών, άπληστων για αποκατάσταση και ανυπόμονων για την ανάληψη οικογενειακών βαρών.
Μια άλλη μέθοδος είναι ο κατακτητικός πόλεμος. Μέθοδος απλά αποτελεσματική, γιατί καταστρέφει ένα τμήμα του αντρικού πληθυσμού και προμηθεύει, σε περίπτωση νίκης, επιπρόσθετες γαίες στους επιζώντας. Αυτός ήταν ό σκοπός του Μεσσηνιακού Πολέμου, που εξαπόλυσε η Σπάρτη γύρω στο 700, αν, φυσικά, πιστέψουμε την κυνική διακήρυξη, που αποδίδεται στον βασιλιά Πολύδωρο, τη στιγμή που άρχιζε την εκστρατεία: «Εμπρός, για να καταλάβουμε αυτή τη γη, που δεν είναι ακόμα μοιρασμένη σε κλήρους», μοιρασμένη ανάμεσα στους Σπαρτιάτες, εννοείται.
Μια λύση λιγότερο ενεργητική, αλλά το ίδιο αποτελεσματική, είναι ο περιορισμός των γεννήσεων. Είναι η λύση που προτείνει Ησίοδος, όταν συμβουλεύει τον ιδιοκτήτη να μην κάνει περισσότερους από έναν γυιό. Παρά τις συστάσεις, όμως, αυτές, πολλά αδέλφια ήταν υποχρεωμένα να ζουν από ένα και μόνο κλήρο. Στην Σπάρτη επικράτησε η συνήθεια να παίρνουν όλα τ’ αδέλφια μια και μόνη γυναίκα. Αυτός φαίνεται να ήταν ένας από τους λόγους, που οι γυναίκες έπαιζαν έναν τόσο σημαντικό ρόλο, σ’ αυτή την πόλη των πολεμιστών.
Οι απαιτήσεις και οι αντιξοότητες της ζωής οδηγούν, όμως, στο σπάσιμο των νομικών πλαισίων, μέσα στα οποία προσπαθούν να την φυλακίσουν και να την ακινητοποιήσουν. Πολλές οικογένειες φτάνουν στο απροχώρητο. Ο κλήρος γίνεται ανεπαρκής, για τη διατροφή όλων των μελών τους. Πρέπει τότε να χρεωθούν. Και όπως δεν μπορούν να πουλήσουν τη γη για να ξοφλήσουν τό χρέος τους, συγκατατίθενται στην παραχώρηση του εισοδήματός της. Ο κλήρος εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά δέν είναι πια παρά ένα κέλυφος άδειο. Στην εποχή που αναφερόμαστε τό κακό μόλις αρχίζει, αλλά ήδη είναι ορατό.
Θα βρούμε μια σχετική μνεία σ’ ένα χωρίο του «Έργα και ημέραι» του Ησίοδου, όπου περιγράφει τη διαδικασία αυτής της μεταφοράς:

Για ν’ αποκτήσεις τόν κλήρο του άλλου και για να μη χάσης τόν
δικό σου,
κάλεσε τους φίλους σου σ’ να συμπόσιο, απόκλεισε τούς εχθρούς σου
και κάλεσε, πριν απ’ όλους, τους γειτόνους σου τους πιο κοντινούς.

Τό συμπόσιο για τό οποίο μας μιλάει ό Ησίοδος, διεξάγεται μέσα στα πλαίσια μιας τελετουργίας και επακολουθεί μια θυσία. Οι θεοί παραστέκουν σαν μάρτυρες και σαν εγγυητές μιας πράξεως το ίδιο επίσημης με την πράξη της πωλήσεως ενός οικογενειακού κλήρου. Όσο για το ελληνικό ρήμα «ώνειν», που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει αυτή την ((απόκτηση)), η διπλή του έννοια, γιατί σημαίνει ταυτόχρονα αγοράζω και μισθώνω, έχει πλήρη εφαρμογή σ’ αυτή την ιδιόμορφη πράξη, που συνίσταται στο να γίνεται κανείς κύριος ενός κλήρου, πού θεωρητικά είναι αναπαλλοτρίωτος, χωρίς να γίνεται και πραγματικός ιδιοκτήτης.
Ή στροφή μόλις αρχίζει. Θα επιταχύνεται παράλληλα με τους οικονομικούς μετασχηματισμούς και την εξέλιξη του κινητού πλούτου. Στην Σπάρτη, όπου θα επιζήσει το παλιό νομικό καθεστώς, ο αριθμός των ((ίσων)), των ιδιοκτητών κλήρου, που θα είναι ικανοί να κρατούν την κοινωνική τους σειρά, συνεχώς θα ελαττώνεται. Το σύνολο των κλήρων δεν θα μεταβληθεί μέχρι τον 4ο αιώνα, αλλά οι κλήροι αυτοί θα είναι στην πραγματικότητα ιδιοποιημένοι από μια μειοψηφία. Στην Αθήνα, η γη θα «απελευθερωθεί» με τον Σόλωνα. Οι περισσότερες από τις άλλες πόλεις θα ακολουθήσουν το παράδειγμά της.
Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Στόν 8ο αιώνα και κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του 7ου, η τάξη των αγροτών και των στρατιωτών ιδιοκτητών, παραμένει ακόμη σταθερά εγκαταστημένη στην αρχέγονη κληρονομική της ιδιοκτησία. Παραμένει ένα από τα στηρίγματα της πατροπαράδοτης κοινωνικής ισορροπίας, ένα στήριγμα, όμως, πού αρχίζει να κλονίζεται.

Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ
Η διπλή ιδιότητα αυτής της τάξεως, ή αγροτική και η πολεμική, δεν μπορούσε να μην έχει τον αντίκτυπό της στην κατάσταση των κτημάτων που της είχαν παραχωρηθεί, για να είναι σε θέση να εκπληρώνει τα πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά και θρησκευτικά της καθήκοντα μέσα στην Κοινότητα. Ανάλογα με τους καιρούς και τις περιοχές, τα μέλη της θα γίνουν ή κατά βάση στρατιώτες ή κατά βάση καλλιεργητές.
Στις περισσότερες πόλεις, η έφεση προς την αγροτική εργασία παραμένει κυρίαρχη. Ο κληρούχος παραμένει ένας ιδιοκτήτης καλλιεργητής. Σ’ άλλες πόλεις, ιδιαίτερα στην Σπάρτη και στήν Κρήτη, η στρατιωτική ιδιότητα υπερισχύει ή μάλλον είναι σχεδόν κυρίαρχη: ό κληρούχος είναι ουσιαστικά στρατιώτης και αφήνει τους είλωτες να καλλιεργούν τα χωράφια, υπό όρους πού είναι καθορισμένοι από το εθιμικό δίκαιο. Κάτι χαρακτηριστικό, που αξίζει ναι σημειωθεί: οι δυο τρόποι ζωής συνυπάρχουν στην ίδια πόλη. Στην πόλη των Λακεδαιμονίων, σαν παράδειγμα, οι Σπαρτιάτες που είχαν κλήρο στην κοιλάδα του Ευρώτα, στην «κοινοτική γη» και στήν Μεσσηνία δέν είναι παρά στρατιώτες. Αλλά οι Περίοικοι, ιδιοκτήτες κλήρων έξω από την «κοινοτική γη», στην περιφέρεια, παραμένουν άμεσοι καλλιεργητές, ενώ ταυτόχρονα υποχρεούνται σέ στρατιωτική υπηρεσία στο θωρακισμένο πεζικό. Και στις δυο περιπτώσεις υπηρετούν με έξοδα τους, σαν οπλίτες, στόν λακεδαιμονικό στρατό.
Ο τρόπος της εκμεταλλεύσεως των σπαρτιατικών κλήρων, που οι κάτοχοί τους είναι βασικά στρατιώτες, μας είναι περισσότερο γνωστός. Οι κλήροι αυτοί έχουν διαμοιραστεί σ’ έναν αριθμό κτημάτων. Το κάθε κτήμα καλλιεργείται από μια οικογένεια ειλώτων, που είναι δεμένη σ’ αυτό και που το κατέχει κληρονομικά.
Οι όροι ζωής της στρατιωτικής τάξεως και η οργάνωση της αγροτικής καλλιέργειας, στις Κρητικές πόλεις, συγγενεύουν πολύ με τον σπαρτιατικό τύπο. Οι οικογενειακοί κλήροι των πολιτών καλλιεργούνται και κει από μια κατηγορία ανθρώπων, που είναι δεμένοι στη γη, τους κλαρώτες, που είναι αντίστοιχοι των ειλώτων της Λακωνίας.
Ο Αθήναιος, που έγραψε τόν τρίτο αιώνα μετά Χριστό, μας φύλαξε στο «Συμπόσιο των Σοφιστών» το κείμενο ενός παλιού Κρητικού τραγουδιού, που το τοποθετεί στο στόμα ενός μέλους αυτής της τάξεως των ιδιοκτητών στρατιωτών και που συνοψίζει θαυμάσια και με κάποια υπερηφάνεια τό πνεύμα πού κυριαρχεί σ’ αυτήν: «Τα πλούτη μου είναι ό εαυτός μου, τό δόρυ μου, τό ξίφος μου και η ωραία ασπίδα που προστατεύει τό σώμα μου. Μ’ αυτά καλλιεργώ, μ’ αυτά θερίζω κα μ’ αυτά μαζεύω τό γλυκό κρασί των αμπελιών».
Η ψυχολογία των ιδιοκτητών καλλιεργητών, που σχηματίζουν την ίδια κατηγορία πολιτών στις περισσότερες άλλες ελληνικές πόλεις, είναι εύκολο να καταλάβουμε, ότι πρέπει να είναι αρκετά διαφορετική. Γι’ αυτούς ό κλήρος δεν είναι μόνο ένα μέσο υπάρξεως, αλλά, όπως λέει κι ό Ησίοδος, γίνεται προοδευτικά ό βασικός σκοπός της ζωής τους, ενώ ο ρόλος του πολεμιστή για τόν οποίο ασφαλώς υπερηφανεύονται, περνάει στην κατηγορία της δευτερότερης απασχολήσεως.
Καλλιεργούν τη γη στην οποία, ζουν και τη φροντίζουν με τα ίδια τους τα χέρια, πράγμα που δέν κάνουν οι Σπαρτιάτες.
Στην ομηρική κοινωνία, δουλειά στα χωράφια είναι μια ευγενική απασχόληση. Όταν ο μνηστήρας Ευρύμαχος κατηγορεί τον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα, για την οκνηρία του και για το επάγγελμα του ζητιάνου που ασκεί, ό τελευταίος τού απαντάει προκλητικά:

« Άνοιξη να ‘ταν τώρα, Ευρύμαχε, να ‘χουν μακρύνει οι μέρες,
και συ κι εγώ να παραβγαίναμε σ’ όποια δουλειά – χορτάρι
να κόψουμε, κι εγώ καλόγυρτο δρεπάνι να κρατούσα,
και συ παρόμοιο να ‘χες, στη δουλειά γεμάτα να ριχτούμε,
ως που ν’ άρθει το σκότος, άφαγοι, το χόρτο να μη λείπει
και βόδια νάχαμε να οργώνουμε, τα πιο δυναμωμένα,
γεμάτα ορμή τρανά, που χόρτασαν μαζί βοσκολογώντας,
ίδια γερά και συνομήλικα, με ανάκαρα περίσσια,
και να ‘ταν τέσσερα τα στρέμματα, και μαλακό τό χώμα
στο αλέτρι ομπρός, ν’ ανοίγω θα ‘βλεπες την αυλακιά μια κι όξω».

Ακόμη κι ένας άρχοντας, όπως βλέπουμε, δεν περιφρονεί την υπόληψη ενός καλλιεργητή που δουλεύει τη γη.
Εν τούτοις, η αξιοποίηση μιας εκτάσεως τριάντα εκταρίων, έστω κι αν καλλιεργείται τον ένα χρόνο στους δύο, σύμφωνα με την τότε συνήθεια, απαιτεί μια συμπληρωματική εργατική δύναμη. Τα κείμενα μάς πληροφορούν, πράγματι, χωρίς όμως μεγάλη ακρίβεια, ότι στους πρώτους αιώνες της ελληνικής ιστορίας, υπήρχε μια τάξη εργατών γης, που ο Ησίοδος και ο Όμηρος τους ονομάζουν θήτες και οι οποίοι έπαιρναν ένα «μισθό». Η κατάστασή τους ορισμένες φορές δεν είναι χωρίς αναλογίες με την κατάσταση των ειλώτων της πάρτης ή των Κρητών κλαρώτων. Αλλά σ’ αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες θα επανέλθουμε.
Μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια ιδέα του τρόπου ζωής των ιδιοκτητών καλλιεργητών, από τη σκιαγραφία που χαράζει ο Όμηρος στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας του αγροκτήματος, όπου είχε αποτραβηχτεί ο γέρο-Λαέρτης.
Αυτό το αγρόκτημα, που βρισκόταν σε αρκετή απόσταση από την πόλη‚ εκτείνεται γύρω σ’ ένα «καλοκτισμένο» σπίτι, που σημαίνει ότι είχε κτισθεί με πέτρες. Στα πλάγια του σπιτιού υπάρχουν σταύλοι και αμαξοστάσια, στα οποία διαμένουν, τρώνε κα κοιμούνται οι υπηρέτες, ή, πιο σωστά, οι «οικέτες». Αυτοί οι κοινόχρηστοι χώροι, ασφαλώς θα περιέβαλλαν μια αυλή κλειστή, πού δεν μνημονεύεται όμως στο ομηρικό κείμενο, αλλά που αποτελεί το φυσικό συμπλήρωμα κάθε αγροτικής εγκαταστάσεως στην Ελλάδα, όπως κι αλλού. Τό κύριο κτίριο περιλαμβάνει μια μεγάλη αίθουσα, όπου βρίσκεται η εστία και της οποίας η στέγη διαθέτει στο κέντρο ένα φεγγίτη. Υπάρχει, επίσης, μια αίθουσα λουτρού, καθώς και δωμάτια, οι «θάλαμοι». Ξέρουμε ότι ό γέρο - Λαέρτης, που πενθεί για την απουσία του γιου του, αρνείται να κοιμηθεί στους θαλάμους και ξαπλώνει στη μεγάλη αίθουσα, πάνω στη στάχτη της εστίας, ανάμεσα στους υπηρέτες που καταφεύγουν εκεί τις χειμωνιάτικες νύχτες. Πλάι στο σπίτι υπάρχει ένας μεγάλος κήπος με φρούτα και λαχανικά, όπου ευδοκιμούν αμπέλια, συκιές, αχλαδιές, μηλιές και ελιές. Η έκτασή του πρέπει να ήταν μεγάλη, γιατί ο Οδυσσέας θυμίζει στον πατέρα του, ότι όταν ήταν παιδί, του υποσχέθηκε δέκα μηλιές, δεκατρείς αχλαδιές, σαράντα συκιές και πενήντα σειρές κλήματα. Ένας τοίχινος περίβολος περιβάλλει ολόκληρη την έκταση του κήπου.
Ο γέρο - Λαέρτης, βρίσκει ευχαρίστηση να καλλιεργεί μόνος του αυτόν τον κήπο. Ο Οδυσσέας τον βρίσκει να σκάβει στη ρίζα ενός δέντρου. Είναι ντυμένος χωριάτικα. Ο χιτώνας του είναι χοντροκαμωμένος, μπαλωμένος και μάλλον βρώμικος. Τα πόδια του είναι τυλιγμένα με ραμμένα δέρματα, που του χρησιμεύουν για γκέττες. Στα χέρια του φοράει γάντια για να προστατεύεται από τις τσαγκρουνιές. Ο γέρος, κουρασμένος από τον πόνο, δείχνει να παραμελεί σκόπιμα το ντύσιμό του, σ’ ένδειξη πένθους.
Σημειώνουμε, επίσης, ότι το κτήμα στο οποίο αποσύρθηκε ό Λαέρτης, δεν είναι ένας κλήρος, αλλά μια τιμητική Προσφορά. Η έκτασή του δεν είναι πολύ μεγάλη, έτσι που ο ιδιοκτήτης του μπορεί να το συντηρεί με την βοήθεια των υπηρετών του, μιας γριάς δούλας από την Σικελία, πού έχει την εσωτερική φροντίδα του σπιτιού, του γυιού της που είναι ήδη ηλικιωμένος και των μικρών παιδιών του τελευταίου.
Αρκεί να πλατύνουμε μέ τη φαντασία μας αυτή την εικόνα, για να αναπλάσουμε αρκετά πιστά τη ζωή του ιδιοκτήτη χωρικού στον ομηρικό κόσμο.
Μπορούμε, άλλωστε, να συμπληρώσουμε το διάγραμμα, μέ μερικά στοιχεία παρμένα από τόν Ησίοδο.
Για τον συγγραφέα του βιβλίου «Έργα και Ημέραι», ό ιδιοκτήτης είναι και οφείλει να είναι ένας εργαζόμενος. Σαν πολίτης δεν πρέπει ναι παραμελεί τα κτήματά του για ν’ απασχολείται με τις δημόσιες υποθέσεις, συχνάζοντας στα δικαστήρια κα στην αγορά, όπως κάνει ό Πέρσης, ό αδελφός του ποιητή. Ο ιδεώδης, σύμφωνα με τη γνώμη του Ησίοδου, Βοιωτός χωρικός, είναι το αντίθετο του ιδεώδη Σπαρτιάτη. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει ντροπή στην εργασία, ντροπή είναι τό να μήν εργάζεσαι. Οι Αθάνατοι αγαπούν τον εργατικό άνθρωπο.
Ο ιδιοκτήτης παίρνει, λοιπόν, προσωπικά μέρος στις αγροτικές εργασίες, περιτριγυρισμένος από τους υπηρέτες του και συνοδευόμενος από τη γυναίκα του, η οποία οφείλει σε περίπτωση ανάγκης να είναι σε θέση να οργώσει μόνη της με τα βόδια. Βρίσκεται στα πόδι από την αυγή, γιατί οι ώρες της αυγής αντιπροσωπεύουν το ένα τρίτο της ημερήσιας εργασίας.
Στη διάρκεια της καλής εποχής δέν αναπαύεται παρά μόνο τη μικρή περίοδο της μεγάλης καλοκαιριάτικης ζέστης, ύστερα από τον θερισμό. Τότε μπορεί να κάτσει στη σκιά ενός βράχου, κοντά σε μια πηγή, με μια φουσκωμένη γαλέττα, με γάλα κατσικίσιο, μ’ ένα κομμάτι κρέας αρνίσιο ή μοσχαρίσιο και με μπόλικο κρασί που θα τό αναμίξει με νερό της πηγής. Ύστερα από ένα καλό γεύμα, θα πιει τό κρασί του, ξαπλωμένος στη σκιά κα με το πρόσωπο στραμμένο προς την πνοή του ζέφυρου, που φέρνει τη δροσιά της θάλασσας. Αν είναι, όμως, επιχειρηματίας, θα εκλέξει αυτή την περίοδο για να κάνει ένα σύντομο θαλασσινό ταξίδι για κάποια εμπορική δουλειά, γιατί τότε η Θάλασσα είναι ήρεμη και οι άνεμοι ούριοι.
Στη διάρκεια των μηνών της ανοίξεως και του καλοκαιριού θα εργαστεί «γυμνός», δηλαδή φορώντας μόνα έναν κοντό χιτώνα. Στο τέλος του φθινοπώρου, θα είναι όμως φρόνιμο, να φορέσει έναν μακρύ χιτώνα κι ένα μάλλινο παλτό, κατασκευασμένο στο σπίτι. Θα εγκαταλείψει τα σανδάλια του και θα βάλει στα πόδια του γερά παπούτσια από δέρμα βοδιού και εφοδιασμένα με φόδρες. Όταν πιάσουν τα μεγάλα κρύα, θα σκεπάσει συμπληρωματικά τη ράχη του με μια γαρνιτούρα από κατσικίσια δέρματα, που τα ράβουν με έντερα βοδιών. Το κεφάλι του θα προστατευθεί από ένα μάλλινο σκούφο που θα τον καλύπτει μέχρι τ’ αυτιά. Στο σπίτι θα τό ρίξει στο φαγοπότι, χρησιμοποιώντας χωρίς τσιγκουνιά τα αποθέματά του, για ν’ αντιμετωπίσει το κρύο και τη μαλθακότητα που προκαλεί η αναγκαστική αργία.
Τα ζώα που χρειάζονται στη δουλειά, είναι τουλάχιστον ένα ζευγάρι βόδια νεαρής ηλικίας, αναγκαία για το όργωμα και μερικά μεταφορικά ζώα ή ζώα έλξεως, γαϊδούρια και μουλάρια, καθώς και ο απαραίτητος για τη φρούρηση σκύλος. Μόνο ένας δευτερότοκος, που δεν έχει παρά μόνο ένα μικρό μερίδιο στη διανομή, μπορεί να συγκατατεθεί σ’ ένα μόνο βόδι.
Τα εργαλεία κατασκευάζονται στο σπίτι. Χρειάζονται τουλάχιστον δυο άροτρα. Τό ένα είναι ξύλινο και αποτελείται από ένα ενιαίο κομμάτι, το άλλο είναι πιο ισχυρό και είναι κατασκευασμένο από διάφορα συναρμολογημένα κομμάτια: το τιμόνι, ό ζυγός (κυρτό κομμάτι ξύλου που συνδέει τό τιμόνι με την αλετροπόδα) η αλετροπόδα, στην οποία περνιέται τό σιδερένιο υνί και, τέλος, η λαβή του αρότρου την οποία πρέπει να πιέσει ο καλλιεργητής με τα δυο του χέρια, για να μπάσει και να κρατήσει το υνί μέσα στη γη. Υπάρχει, επίσης, στο σπίτι ένα γουδί με το γουδοχέρι του, για να σπάνε τους κόκκους, βαρειές, για να σπάνε τους σβώλους γης και τέλος - εργαλείο βασικό - ένα βαρύ αμάξι με κάγκελλα στα πλάγια, μονταρισμένο πάνω σε δυο ή τέσσερις συμπαγείς ρόδες και πάνω σ’ ένα ή δύο άξονες των επτά ποδών, δηλαδή ενός μήκους κατά τι μεγαλύτερου των δύο μέτρων.
Αυτή η απογραφή των εργαλείων γεωργικής παραγωγής δεν θα ήταν πλήρης, αν λησμονούσαμε να αναφέρουμε, ότι ο ιδιοκτήτης δεν είναι μόνο ένας γεωργός, αλλά και ένας κτηνοτρόφος.
Πιο συγκεκριμένα, διαθέτει πάντα μερικά κοπάδια βόδια, αγελάδες, κατσίκες, πρόβατα και χοίρους. Αυτά τα κοπάδια ζουν κα βόσκουν μακρυά από το κτήμα και τις καλλιεργήσιμες γαίες, στους βοσκότοπους, στα δάση, στα ακαλλιέργητα χωράφια, στα υψώματα και στα βουνά, που αποτελούν κοινή ιδιοκτησία της πόλεως. Εκεί κάθε ιδιοκτήτης έχει μερικές πρόχειρες εγκαταστάσεις: σταύλους εφοδιασμένους με άχυρο, που δεν είναι, παρά ένας περίβολος χωρίς στέγη, προορισμένους για τα μεγάλα ζώα, μαντριά για τα πρόβατα, καταφύγια για τις γουρούνες και τα γουρουνόπουλα. Τα ζώα μένουν εκεί όλο το χρόνο. Στη διάρκεια του μεγάλου χειμωνιάτικου κρύου, πρέπει να υποφέρουν πολύ. Ο Ησίοδος μας λέει, ότι αρκετά βόδια πεθαίνουν από τό κρύο.
Αυτά τα κοπάδια βρίσκονται κάτω από τη φύλαξη και τη φροντίδα μιας μικρής ομάδας υπηρετών, που ζουν μαζί τους όλο το χρόνο. Το επάγγελμα του βοσκού είναι, βασικά, απασχόληση δούλου, τό πολύ θήτη. Στα κτήματα, όμως, που λείπουν τα εργατικά χέρια, συμβαίνει να αναθέτουν αυτή τη δουλειά, στη διάρκεια της καλής εποχής, σ’ έναν από τους γυιούς του ιδιοκτήτη. Έτσι, ό νεαρός Ησίοδος, υποχρεώθηκε να φυλάξει ο ίδιός τα πρόβατα στις πλαγιές του Ελικώνα. Εκεί, μας εξομολογείται στις αρχές της Θεογονίας, αισθάνθηκε να ξυπνάει η ποιητική του κλίση, εμπνευσμένη από τις μούσες του Ελικώνα.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Χαρακτηρίσαμε τους πολίτες ιδιοκτήτες κλήρων, σαν τάξη χωρικών και επίσης σαν τάξη στρατιωτών. Τα δυο λειτουργήματα - γιατί είναι πραγματικά δημόσια λειτουργήματα - είναι στενά δεμένα μεταξύ τους.
Στις Ινδίες, όπου η κάστα των χωρικών αντιστοιχεί στην τάξη των χωρικών-στρατιωτών του ομηρικού κόσμου, οι θεοί των καλλιεργητών, οι Μαρού, είναι φύλακες του σώματος του Ίντρα. Τό ίδιο και ο καλλιεργητές σχηματίζουν τη φρουρά του βασιλιά στο μάχιμο σώμα.
Ο κάθε κλήρος, είναι υποχρεωμένος, λοιπόν, να δώσει έναν στρατιώτη στην πόλη, έναν οπλίτη, έναν πεζό με βαρύ οπλισμό, που αναλαμβάνει να εξοπλίσει με δικά του έξοδα. Αυτός ο οπλισμός αποτελείται από ένα θώρακα ή μάλλον από ένα υποχιτώνιο, που καλύπτει τό στήθος και την κοιλιά, κατασκευασμένο από επάλληλες μεταλλικές πλάκες, μια στρογγυλή ή ωοειδή ασπίδα, δυο μετάλλινες περικνημίδες που προστατεύουν τό μπροστινό τμήμα της γάμπας, ένα κράνος ή καλύπτρα από μέταλλο, ένα ακόντιο κι ένα ξίφος.
Αυτός που οφείλει να εκπληρώσει τη στρατιωτική υπηρεσία, είναι, φυσικά, ο αρχηγός της οικογένειας. Η ηλικία, όμως, ή μια φυσική αναπηρία, μπορεί να τον εμποδίζει να εκπληρώνει το στρατιωτικό του καθήκον. Σ’ αυτή την περίπτωση, πρέπει ν’ αντικατασταθεί από ένα μέλος της οικογένειας, από ένα γιο του, κατά πρώτο λόγο. Όταν ο γέρο Πρίαμος, την ώρα που σκοτεινιάζει, ξεκινάει για το στρατόπεδο των Αχαιών, για να ικετεύσει τον Αχιλλέα, συναντάει στο δρόμο του τον Ερμή, που έχει μεταμφιεσθεί σε στρατιώτη της ελληνικής στρατιάς, ό οποίος του παρουσιάζεται μ’ αυτά τα λόγια:

«Των Μυρμιδόνων φύτρα ό κύρης μου — Πολύκτορα τόν λένε —
έχει περίσσιο βιός, μα γέρασε πια τώρα σαν κι εσένα•
Κι γέννησε έξι γιους κι ολόστερνον εμένα, και τόν κλήρο
σαν ρίξαμε όλοι, εγώ είμαι πού έλαχε να έρθω με τα φουσάτα».

Όταν ένας άντρας στρατολογήσιμος και εύρωστος θέλει να ξεφύγει από την υποχρέωση της στρατιωτικής υπηρεσίας, υποχρεώνεται να πληρώσει βαρύ πρόστιμο ή μάλλον, πιο σωστά, μια σημαντική αποζημίωση.
Όταν προετοίμαζαν την εκστρατεία της Τροίας, ό Κορίνθιος Ευχήνωρ πληροφορήθηκε από τόν πατέρα του, ό οποίος ήταν μάντης, ότι αν έπαιρνε μέρος στην εκστρατεία αυτή, θα σκοτωνόταν. Τό κακό ήταν, ότι αν έμενε στην Κόρινθο, θα εύρισκε πάλι τον θάνατο, αλλά αυτή τη φορά από μια πολύ οδυνηρή αρρώστια. Σκληρό δίλημμα. Τελικά, για να ξεφύγει, όπως μας λέει ο Όμηρος, από τον κίνδυνο της αρρώστιας και ταυτόχρονα, αν και ήταν πλούσιος, από την υποχρέωση της πληρωμής προστίμου, δέχτηκε να φύγει για την Τροία. Ο Εχέπολος, από τη Σικυώνα, στάθηκε πιο τυχερός. Κατόρθωσε να εξαιρεθεί από τον Αγαμέμνονα, αλλά υποχρεώθηκε να του κάνει δώρο την πιο γρήγορη φοράδα του, ένα από τα πιο ωραία ζώα που υπήρχαν στους ελληνικούς σταύλους.
Η υποχρέωση της στρατιωτικής υπηρεσίας, επιβάλλει, όπως είναι φυσικό, μια ομαδική εκγύμναση.
Οι Έλληνες συγγραφείς μας πληροφορούν μ’ έναν εντυπωσιακό ενθουσιασμό, για την αυστηρότητα αυτής της εκπαιδεύσεως, έτσι όπως εφαρμοζόταν στην Σπάρτη, που στην κλασσική εποχή παρέμενε κατ’ εξαίρεση στρατιωτική πόλη. Οι εκτιμήσεις που χάνουν διαμορφώνουν ένα μεγάλο αριθμό χαρακτηριστικών, τόσο έκδηλα αρχαϊκών, ώστε πραγματικά να μας αποκαλύπτουν μια κατάσταση πολύ παλαιότερη.
Για να τις κατανοήσουμε, πρέπει να τις συγκρίνουμε μέ ορισμένες ιδιομορφίες των λεγόμενων πρωτόγονων κοινωνιών. Σ’ αυτές τις κοινωνίες, οι έφηβοι που καλούνται για εκγύμναση, σχηματίζουν μια ή πολλές «εταιρίες», όπου και οι ασκήσεις και διδασκαλία τηρούνται μυστικές. Αυτές οι εταιρίες διαθέτουν ένα σπίτι, στο οποίο γίνονται δεκτοί μόνο άντρες και στο οποίο περνούν ένα μέρος της ημέρας τους, διασκεδάζουν και κάνουν μερικά από τα γεύματά τους. Οι νέοι γίνονται δεκτοί σ’ αυτές τις εταιρίες, όταν περάσουν μια καθορισμένη ηλικία και αφού υποστούν μια σειρά μυήσεις, που συνιστούν μια κοινή εκπαίδευση καθώς και δοκιμασίες που είναι συχνά σκληρές και αποτρόπαιες.
Μπορούμε να παρακολουθήσουμε αρκετά καλά την πορεία αυτών των διαδοχικών μυήσεων μέσα στη σπαρτιατική στρατιωτική αγωγή.
Στην ηλικία των επτά ετών το παιδί αποσπάται από τη μητέρα του και εντάσσεται σ’ ένα τμήμα, σε μια ίλη. Δώδεκα ετών γίνεται παις και μέ αλληλοδιάδοχες προαγωγές φτάνει στα είκοσί του χρόνια να γίνει Είρην. Στη διάρκεια όλων αυτών των ετών, υποβάλλεται σε μια σκληρή σωματική και ηθική εκγύμναση. Η πνευματική του εκπαίδευση είναι απλή. Μαθαίνει μερικά ποιήματα και πολεμικά ή θρησκευτικά άσματα, πού αποτελούν την μουσική συνοδεία των ομαδικών χορών. Σε κάθε σκαλοπάτι της μυήσεως, του γίνεται ή αποκάλυψη των μυθικών και τελετουργικών παραδόσεων, που είναι κατάλληλες για την ηλικία του. Η φυσική και στρατιωτική εκγύμναση είναι σκληρή. Ξεσκούφωτος Και ξυπόλυτος, ντυμένος μ’ έναν κοντό χιτώνα, κοιμάται σ’ ένα καλαμένιο κρεβάτι. Καθημερινά κάνει πορείες υπό τόν ήχο ενός αυλού και επιδίδεται σέ αθλητικές ασκήσεις, πήδημα, δρόμο, δισκοβολία. Μαθαίνει, τέλος, τόν χειρισμό των όπλων. Ανάμεσα στις δοκιμασίες που συγκροτούν τις διαδοχικές του μυήσεις δυο έμειναν διάσημες: η μαστίγωση μπροστά στο βωμό της Ορθίας Αρτέμιδος και τελευταία, η «κρυπτεία», ύστερα από την οποία γίνεται Είρην.
Να, πως περιγράφει την κρυπτεία ό σχολιαστής των «Νόμων του Πλάτωνος» «Ο νέος απομακρυνόταν από την πόλη και στη διάρκεια αυτής της περιόδου είχε την υποχρέωση να παίρνει τα μέτρα του ώστε να μην τον δει ανθρώπινο μάτι. Περιπλανιόταν στα βουνά, χωρίς να μπορεί ούτε να κοιμηθεί καλά-καλά, από τον φόβο μήπως συλληφθεί. Δεν είχε κανέναν υπηρέτη και δεν κουβαλούσε μαζί του καμιά προμήθεια. Τους έστελναν έτσι γυμνούς, έναν-έναν ξεχωριστά, και τους υποχρέωναν να ζουν κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ένα χρόνο ολόκληρο. Γυρνούσαν στα βουνά και τρέφονταν από κλοπές που έκαναν, φροντίζοντας να μην τους δει ανθρώπινο μάτι. Όσοι γίνονταν αντιληπτοί τιμωρούνταν».
Ο Η. JΕΑΝΜΑΙRΕ, εξήγησε με απόλυτα ικανοποιητικό τρόπο αυτή τη δοκιμασία, που βρίσκουμε την αντίστοιχή της σε πολλές πρωτόγονες κοινωνίες. Πρόκειται για την αποφασιστική τελετή μυήσεως των νέων αντρών. Γιατί η μύηση είναι μια μυστηριακή απεικόνιση ενός θανάτου και μιας αναστάσεως. Στη διάρκεια της κρυπτείας, ό μαθητευόμενος είναι συμβολικά νεκρός για την κοινωνική ομάδα, πού την εγκατέλειψε γυμνός και με την οποία δεν διατηρεί κανένα δεσμό. Ζει σε συντροφιά τα πνεύματα, που παίρνουν μορφή ζώων, κενταύρων, σατύρων και σειληνών, τα οποία εδρεύουν στα όρη και στα δάση, διατηρώντας σχέσεις μέ τα πνεύματα των πεθαμένων προγόνων. Όταν ξαναεμφανίζεται είναι ένας άλλος άνθρωπος. Είναι ένας άντρας. Δέν αποκλείεται, όμως, αρχικά, ο «κρυπτός» να είχε την υποχρέωση πριν επιστρέψει να σκοτώσει έναν εχθρό. Αυτό τουλάχιστον υπαινίσσεται η παράδοση, η οποία αναφέρει, ότι αργότερα οι κρυπτοί πήραν από τους έφορους της Σπάρτης την εντολή να εξαφανίσουν τους είλωτες, που θεωρούνταν επικίνδυνοι. Ο μαθητευόμενος, έχοντας χύσει αίμα, ανανεωμένος πια, είναι έτοιμος να πάρει τη θέση του ανάμεσα στους πολεμιστές.
Κι αυτό κάνει μετά την επανεμφάνισή του. Στα είκοσι του χρόνια ζητάει, λοιπόν, να γίνει δεκτός σε ένα τραπέζι για να συμμετάσχει στα κοινά γεύματα, στα «φιδίτια». Αυτά τα γεύματα δίνονται σε τραπέζια όπου παρακάθονται ανά δεκαπέντε ομοτράπεζοι, που συνδέονται ανάμεσά τους μ’ ένα αίσθημα στενής αλληλεγγύης: στην εκστρατεία κοιμούνται κάτω από την ίδια σκηνή. Καθένας που συμμετέχει καταθέτει το μερτικό του, που αποτελείται από 73 λίτρες αλεύρι τον μήνα, 36 λίτρες κρασί, 3 χιλιόγραμμα τυρί, ενάμιση χιλιόγραμμο ξερά σύκα και δέκα οβολούς σε μετρητά για την αγορά κρέατος. Ο νεοπροηγμένος θα μείνει στο ίδιο τραπέζι, σαράντα ολόκληρα χρόνια, μέχρι να γίνει εξήντα χρονών. Μέχρι τα τριάντα θα παίρνει στο κοινό τραπέζι τα δύο του γεύματα και θα κοιμάται στο κοινό καταφύγιο. Αν παντρευτεί, δεν θα μπορεί να συναντάει τη γυναίκα του, παρά για λίγες στιγμές, τη νύχτα, ύστερα από Το βραδυνό φαγητό. Μόνο μετά τα τριάντα, θα είναι υποχρεωμένος να συμμετάσχει μόνο σ’ ένα κοινό γεύμα, το βραδυνό, ύστερα από το οποίο θα μπορεί να πάει να περάσει τη νύχτα σπίτι του. Άλλωστε μόνο αυτή τη στιγμή γίνεται πολίτης με πλήρη δικαιώματα. Συμμετέχει στη «συνέλευση» και παίρνει θέση ανάμεσα στους «ίσους».
Τό σπίτι του είναι απλός τύπος αγροτικού σπιτιού. Μοιάζει πολύ με τό σπίτι του γέρο - Λαέρτη, που έχουμε περιγράψει πιο πάνω. Γιατί η Σπάρτη δεν είναι μια πόλη, με την καθαρή έννοια της λέξεως, αλλά μια συσσώρευση κωμοπόλεων που θυμίζουν χωριό.
Στην Κρήτη, η αγωγή που παίρνει η τάξη των πολεμιστών και η ζωή που κάνει, μοιάζει πολύ μ’ αυτή της Σπάρτης. Ο μελλοντικός στρατιώτης αρχίζει τη σωματική του εκγύμναση και ύστερα την στρατιωτική, στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών. Δεκαοχτώ χρονών ενηλικιώνεται και γράφεται σε μια «εταιρία», ομάδα αντίστοιχη μ’ αυτή που συγκροτούν στη Σπάρτη οι ομοτράπεζοι. Παίρνει μέρος στα δημόσια γεύματα των αντρών με έξοδα της πόλεως.
Αυτός ο τρόπος ζωής, σε καμιά περίπτωση δεν είναι, όπως πίστεψαν οι συγγραφείς των μεταγενέστερων αιώνων, αποτέλεσμα μιας νομοθεσίας σχετικά πρόσφατης, τήν οποία οι Αρχαίοι απέδιδαν στόν Λυκούργο. Εμφανίζεται, αντίθετα, μάλλον σαν επιβίωση. Μπόρεσε να διατηρηθεί στη Σπάρτη Και στις κρητικές πόλεις χάρη στην οργάνωση της αγροτικής εκμεταλλεύσεως, που υπερίσχυσε, ίσως για λόγους στρατιωτικούς, σ’ αυτές τις πόλεις, οργάνωση που την είδαμε πιο πάνω, και η οποία είχε σαν αποτέλεσμα ν’ απελευθερώσει τους ιδιοκτήτες των κλήρων, από κάθε παραγωγική μέριμνα.
Αυτός ο τρόπος ζωής ρίχνει πλούσιο φως στα πίσω πλάνα των παραδόσεων της ελληνικής ζωής των χρόνων που μελετάμε. Αλλά μας υποχρεώνει, επίσης, να διερωτηθούμε, για το ποια θα είναι σε άλλα μέρη, από στρατιωτική άποψη, η εκπαίδευση και η ζωή αυτών των ιδιοκτητών χωρικών, τιτλούχων κλήρων, που τούς εκμεταλλεύονται προσωπικά οι ίδιοι, χωρίς να τους αφήνουν, όπως στ Σπάρτη και στην Κρήτη, στα χέρια μιας τάξεως μισοδουλοπάροικων, ειλώτων ή κλαρωτών, ειδικευμένων στην αγροτική καλλιέργεια.
Ο Όμηρος, πρέπει να τό ομολογήσουμε, δέν μας δίνει για τό θέμα αυτό πολλά στοιχεία. Ίσως, όμως, ένας θεσμός για τόν οποίο έχουμε πληροφορίες από μεταγενέστερα κείμενα, κα επομένως για ένα στάδιό του πιο εξελιγμένο, αλλά του οποίου οι ρίζες βρίσκονται ασφαλώς στο απόμακρο παρελθόν, να μας επιτρέπει να σχηματίσουμε μια ιδέα γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι σε παλαιότερες εποχές.
Πρόκειται για την «εφηβεία» της κλασσικής εποχής, της οποίας η οργάνωση στην Αθήνα μας είναι αρκετά καλά γνωστή και η κυώνα, στις Πλαταιές, στη Θήβα, ιδιαίτερα στις Θεσπιές και σε πολλές άλλες.
Ή εφηβεία είναι η στρατιωτική προετοιμασία, στην οποία υποχρεούνταν στην κλασσική εποχή οι μελλοντικοί πολίτες της Αθήνας. Τα παιδιά των πολιτών, όταν γίνονταν δεκαοχτώ ετών, στρατολογούνταν στους εφήβους για δυο χρόνια. Υποβάλλονταν σε γυμναστική εκπαίδευση υπό την καθοδήγηση των παιδοτριβών και σε στρατιωτική εκπαίδευση υπό τη διεύθυνση των διδασκάλων. Την ημέρα που έπαιρναν τα όπλα τους, έδιναν όρκο στο βωμό της Αγλαύρου, κόρης του Κέκροπα, που βρισκόταν στη βόρεια πλαγιά της Ακροπόλεως. Ορκίζονταν να μην ατιμάσουν αυτά τα ιερά όπλα, να μην εγκαταλείψουν τους συντρόφους τους στη μάχη, ν’ αγωνιστούν για τους θεούς και τις εστίες τους κι έβαζαν για μάρτυρες την Άγλαυρο, τον Ευρύλαο, τον Άρη, τη Θαλλώ, την Αυξώ και την Ηγεμόνη, που είναι όλες αρχαϊκές θεότητες, περισσότερο ή λιγότερο συνδεδεμένες με την υποχθόνια ζωή, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η τελετή είχε πολύ παλιά προέλευση. Την επόμενη χρονιά, φρουρούσαν διάφορα πόστα, που βρίσκονταν στα όρια της Αττικής και εκτελούσαν περιπολίες στις ορεινές περιοχές της συνοριακής ζώνης.
Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό μας φέρνει στο νου τη σπαρτιατική κρυπτεία, μια κρυπτεία, είναι αλήθεια, πολύ μεταμορφωμένη, ξεστρατισμένη, εξασθενημένη και κατά κάποιο τρόπο «λαϊκοποιημένη». Εν τούτοις, ο κλασσικός θεσμός, ίσως να μην ήταν παρά ένα κατάλοιπο μιας παλιάς εκπαιδευτικής διοργανώσεως, που πιθανόν να είχε αναλογίες μέ το σύστημα αγωγής, πού ο συντηρητισμός της Σπάρτης μας μεταβίβασε την παράδοση. Ορισμένες αποκαλυπτικές ενδείξεις στα κείμενα του Ομήρου μας κάνουν να το υποψιαστούμε μαθαίνουμε, πράγματι, απ’ αυτά, ότι ο κένταυρος Χείρων, υπήρξε στους έρημους τόπους του δασωμένου Πηλίου, ο δάσκαλος της ιατρικής του Αχιλλέα και του Ασκληπιού. Ο Χείρων, γνώστης των ιδιοτήτων των φαρμακευτικών φυτών και των μεθόδων κατασκευής τους, για να χρησιμοποιηθούν σέ σκοπούς ιατρικούς και μαγικούς, κάτοικος των δασών και των απάτητων βουνών, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός δασκάλου της μυήσεως, κατόχου των μυστικών και των θεϊκών θελήσεων, που αποκαλύπτονται στους μαθητευόμενους την περίοδο της εφηβείας, σέ μια περίοδο απομακρύνσεως και αποσπάσεώς τους από τόν κόσμο. Ο Αχιλλέας κι ο Ασκληπιός, εξορισμένοι σέ νεαρή ηλικία στις πλαγιές του Πηλίου, μέ συντροφιά τον κένταυρο Χείρωνα, μας κάνουν για μια ακόμη φορά να σκεφτούμε την κρυπτεία και σε συνέχεια την ηθική και σωματική εκπαίδευση, που έμοιαζε αρκετά με την εκπαίδευση που έπαιρναν οι νέοι Σπαρτιάτες.
Ίσως, επίσης, να πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι το επεισόδιο της Δολόνιας, στην 1Οη ραψωδία της Ιλιάδας - γραμμένο αρκετά αργά είναι αλήθεια - μπόρεσε να ερμηνευθεί, κι όχι χωρίς αληθοφάνεια, σαν μετασχηματισμένη και μεταμορφωμένη περιγραφή στον επικό και ποιητικό τρόπο, μιας από τις δοκιμασίες που συνόδευαν τη μύηση των νέων, που προορίζονταν ν’ ανέλθουν στην τάξη των πολεμιστών. Ο Όμηρος μάς αφηγείται στη ραψωδία αυτή, πώς ο Οδυσσέας και ο Διομήδης, ξεκινώντας τη νύχτα για αναγνωριστικές επιχειρήσεις συλλαμβάνουν και σκοτώνουν τον Δόλονα, πράκτορα των Τρώων, εισβάλλουν στο στρατόπεδο των κοιμισμένων Θρακών, τους σκοτώνουν κι αρπάζουν τ’ άλογα του βασιλιά, τόν οποίο σκοτώνουν επίσης. Έτσι και οι μεμυημένοι, μπορούσαν να μη γίνονται δεκτοί στο αξίωμα του πολεμιστή, αν προηγούμενα δεν είχαν σκοτώσει έναν εχθρό κι αν δεν είχαν αρπάξει μερικά λάφυρα.
Ο παραλληλισμός είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτος από το γεγονός, ότι οι πρωταγωνιστές της Δολόνιας, για να πραγματοποιήσουν τη νυχτερινή τους επιδρομή, είχαν μεταμφιεσθεί σε ζώα. Ο Οδυσσέας φορούσε μια καλύπτρα εφοδιασμένη με χαυλιόδοντες αγριόχοιρου, ό Διομήδης είχε φορέσει ένα δέρμα λιονταριού κι ό Δόλονας ένα γκρίζο δέρμα λύκου. Είναι γνωστό, όμως, ότι οι νεαροί μεμυημένοι ήταν εντεταγμένοι σε αδελφότητες, που έφερναν τα ονόματα ζώων και ότι οι τελετές της μυήσεως περιλάμβαναν μεταμφιέσεις σε ζώα. Η πιο προσφιλής ήταν η μεταμφίεση σε λύκο.
Απ’ αυτό, φαίνεται, πως μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα, ότι η εκπαίδευση των νέων της Σπάρτης στον 6ο και 5ο αιώνα, ήταν, αναμφίβολα, η ίδια με την εκπαίδευση των ελεύθερων νέων σ’ όλες τις πόλεις, μερικούς αιώνες νωρίτερα.
Μπορούμε, ακόμη, να διαγράψουμε κι άλλες ομοιότητες, να επιχειρήσουμε να βρούμε κι άλλες ενδείξεις. Τι νάναι άραγε αυτή η «λέσχη», αυτό τό σκεπασμένο κτίριο, πού είναι κτισμένο σέ
θέση, όπου συγκεντρώνονται οι άντρες και το οποίο συναντάται σ’ όλες τις πόλεις και σ’ όλες τις κωμοπόλεις της Ιθάκης και της Άσκρας; Αναμφίβολα, προ; τα μέσα του 7ου αιώνος, την περίοδο, δηλαδή, πού γράφει ο Ησίοδος ή ό δεύτερος Όμηρος, η «λέσχη» δεν είναι πια, σχεδόν, παρά ένας τόπος τυχαίων συναντήσεων, στον οποίο μπορούν να δεχτούν, ακόμη, κι ένα ζητιάνο. Αλλά μπορούμε άραγε, να την κατανοήσουμε, αν δέν ανατρέξουμε πολύ μακρυά στο παρελθόν, αν δεν φέρουμε μπροστά μας την εικόνα αστών των αντρικών σπιτιών, που ήταν τόποι συγκεντρώσεων, κοινών γευμάτων και κοινής εκπαιδεύσεως και που αποτελούσαν την πρωτοτυπία της ζωής των πολιτών - στρατιωτών στην Κρήτη και στη Λακωνία;
Και οδηγούμαστε έτσι στο συμπέρασμα, ότι η φροντίδα της γης, ο διασκορπισμός μιας αγροτιάς δεμένης στη γη, μπόρεσαν να σπάσουν στις περισσότερες πόλεις αρκετά νωρίς — αναμφίβολα από τους ομηρικούς χρόνους — την πρωτόγονη πανοπλία των αδελφοτήτων των νέων και των «εταιριών» των στρατιωτών, διασκορπίζοντας τις συντροφικές τους εστίες. Εν τούτοις, αυτή η παράδοση της κοινοτικής ζωής και της στρατιωτικής συντροφικότητας, αν και βρίσκεται στήν πορεία τής εξασθενήσεώς της, δέν έχει όμως σβήσει αρκετά, για να πάψει να χρωματίζει, να οδηγεί και να διαποτίζει με το ιδεώδες της τιμής και της υπερηφάνειας, τη ζωή αυτών των σκληροτράχηλων χωρικών, ο οποίοι γνωρίζουν ότι δέν μπορούν να κατέχουν πραγματικά τη γη τού κλήρου τους, παρά μόνο έφ’ όσον είναι ικανοί να την υπερασπίσουν με τό κράνος στο κεφάλι, την ασπίδα στο μπράτσο και τό ακόντιο στο χέρι, ύστερα από μια κατάλληλη εκγύμναση και μια πατροπαράδοτη μύηση, κάτω από την καθοδήγηση των ηλικιωμένων ανθρώπων.


ΠΗΓΗ: Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, Αιμίλιος Μιρώ, εκδ. Παπαδήμα.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com