ΟΜΗΡΟΣ

 
Η ιατρική ορολογία στον Όμηρο*

Η ιατρική ορολογία του Ομήρου είναι αρκούντος πλουσία, το πλείστον δ’ αυτής μέρος διετηρήθη και εις την ιατρική του Ιπποκράτους και εις την μετέπειτα. Είναι δε απορίας άξιον, τίνι τρόπω κατώρθωσεν ο διάσημος μεν ραψωδός της αρχαιότητος, πλην όμως ουχί ιατρός, τοιαύτας ιατρικάς γνώσεις! Δείγματα της χαρακτηριστικής του ορολογίας έστωσαν τα ακόλουθα:

Αάω= μαίνωμαι, παραφρονώ.
Άβλητος= ο άτρωτος, ο απλήγωτος.
Αεικής νόσος= η αθεράπευτος, η απονείδιστος.
Ακήριος= ο άψυχος, ο νεκρός.
Ακιδνός= ο αδύνατος, ο ασθενής.
Ακέομαι= θεραπεύομαι.
Άκμηνος= ο νήστις, ο άγευστος.
Ακοή= το αυτό…
Αλαός= ο τυφλός.
Αλαωτύς= η τύφλωσις.
Αλγέω= άλγος.
Αλδαίνω= ενδυναμώνω.
Άλειφαρ= η αλοιφή.
Αλέξω= θεραπεύω, βοηθώ, αποφεύγω την νόσο.
Άλθομαι= θεραπεύομαι.
Αλλοφρονέω= αναισθητώ.
Αλοιφή= το αυτό…
Αλύω= γίνομαι αλλόφρων από τους πόνους.
Αμφιπνέω βίον= προφυλάτω την ζωή.
Αναίμων= ο αναιμικός.
Ανάπνευσις= αναπνοή.
Άναυδος= ‘αφωνος.
Αναψύχειν= δροσίζω, εδρόσισε την πληγή του Ε 795.
Ανήκεστος= αθεράπευτος, ανίατος.
Άνουσος= ο άνοσος, ο υγιής.
Ανούτατος= ο μη τραυματίας.
Απάλθομα= αποθεραπεύω.
Απαλοιάω= συντρίβω, κατασυνέτριψε τα όστεα Δ 522.
Απεμέω= (αίμα).
Άπνευστος= ο μη αναπνέων, ο άπνους, ο λιπόθυμος.
Απογυιόω= παραλύω.
Αποέργω= χωρίζω.
Αποπτύω= αποβάλλω πτύελα.
Απορριγέω= τρέμω από το ρίγος.
Αποτέμνω= το ίδιο.
Αποψύχω= λιποθυμώ, ξεψυχώ.
Αργιόδους= ο έχων λευκούς οδόντας.
Αρτίφρων= ο λογικός, ο εχέφρων.
Άσθμα= το ίδιο (δύσπνοια).
Ασκελής= ο κάτισχνος και κατάξερος.
Ασκηθής= ο αβλαβής, ο σώος ο υγιής.
Άτη= η βλάβη.
Άϋπνος= το ίδιο.
Αχλύς= η σκοτοδινία, το σκότος του θανάτου.
Άχολος= κατευναστικό φάρμακο.
Αχθομένην οδύνησι= αισθάνομαι άλγος.
Βαρύνω= βαρύνομαι γυΐα, αισθάνομαι βάρος στα μέλη, χέρια κλπ.
Βίος= η ζωή.
Βλάβεται= γόνατα τρέμουν, κλονούνται.
Βεβλημένος= ο τραυματισμένος.
Βροτόω= αιματώνω.
Βόσκο γαστέρα= γεμίζω την κοιλιά μου.
Γεύομαι= το ίδιο.
Γονή= γόνος, ο απόγονος.
Γυιόω= αδυνατίζω, παραλύω.
Διαμπερές= το ίδιο.
Διαφύσω= διαπερώ τα έντερα.
Εκάπυσσεν= λιποθύμισε.
Εκτάμνω μηρούς= αποσπώ από τους μηρούς (το βέλος).
Έμβρυον= το ίδιο.
Εμέω= αιμ’ εμέων.
Έλιπε ψυχή= η λιποθυμία.
Έλκος= το τραύμα, η πληγή.
Ένορχος= το ίδιο.
Εξάγνυμι= υπέστη κάταγμα.
Εξακεύομαι= θεραπεύω εντελώς.
Εξαλαόω= τυφλώνω.
Εξεμέω= …...
Επιπέλεται νούσος ή θάνατος= τον καταλαμβάνει νόσος ή θάνατος.
Επίληθος= (φάρμακο)
Επιμαίομαι= ψηλαφώ.
Επιπάσσω= (φάρμακο).
Εσθίω= ……..
Εσθλά φάρμακα= τα ωφέλιμα, τα σωτήρια.
Θλάω κοτύλην= «οστέα» …….
Θυμός= έντονη αντίδραση της ψυχής, η ζωή, η ψυχή κλπ.
Θυμοφθόρος= θυμφ. Φάρμακα, τα δηλητήρια.
Ιάομαι= …….
Ιδρόω= ιδρώς.
Καρχαλέος= ο ξηρός την γλώσσα και τον φάρυγγα.
Κατάγνυμι= προκάλεσε κάταγμα (αυχένα).
Κάμνω= κοπιώ.
Κατασήπομαι= σήπομαι σε όλο το σώμα.
Κηρ απινύσσειν= η δύσκολη αναπνοή, η αναισθησία.
Κολούει= κολοβώνει, ακρωτηριάζει.
Κυλλοποδίων= (κυλός) στραβοπόδης.
Κυφός= καμπούρης.
Κυκεών= τονωτικό ρόφημα με συγκεκριμένα υλικά.
Κώμα= βαθός ύπνος.
Λαθικηδής= ο προξενών λήθη του πόνου, ο παυσίπονος.
Λοιμός= η πανδημία, λοιμική νόσος.
Λυγρά έλκεα= τα ολέθρια και θανατηφόρα. Λυγρά φάρμακα και επιβλαβή.
Λυσιμελής (ύπνος)= ο παραλύων τα μέλη.
Λύοντο τα γυία= παρέλυσαν τα μέλη.
Μαίνομαι= παραφρονώ.
Μαρμαρυγή ποδών= οι τρομώδεις των ποδών κινήσεις.
Μάρπτω= προκαλώ, καταλαμβάνω.
Μογέω άλγεα= υποφέρω από πόνους.
Ναρκάω= ναρκούμαι, μουδιάζω, παραλύω.
Νηπεθές (φάρμακο)= το καταπαύον τον πόνο, την λύπη.
Νούσος= Α 10, ε 395, ο 408.
Οδμή= Ε 59, ι 210 κ.α
Οδύνη= …
Οδυνήφατον φάρμακον= το εξαλείφον την οδύνη.
Οιδέω= φουσκώνω.
Οιζύω= πάσχω.
Οράω= Ε 120, δ 833, η 448.
Ουτάζω= πλήττω, κτυπώ, τραυματίζω (ουταμένη πληγή).
Ουλή= το αυτό.
Ούλω= υγιαίνω.
Παραβλώψ= ο αλλοίθωρος.
Παραπνέω= αναπνέω δια μικράς αναπνοής, διακεκομένης.
Πάσχω= το αυτό.
Πέσσω= ωριμάζω, χωνεύω.
Πικρόν= οδμή, δυσοσμία (πικράς ωδίνας).
Πληγή= το αυτό.
Πνέω= αναπνέω, ζω, ασθμαίνω.
Πνοή= αναπνοή.
Πολυφάρμακος= Π 28, κ 276.
Πρήθω= (ξεφυσούσε αίμα από το στόμα) Π 350.
Πρηνής= Ε58, μ 396, π 310.
Πυρετός= το αυτό.
Ριγέω= ρίγος.
Σάος και σώος= υγιής, σαφροσύνη= υγιείς φρένες.
Σκότος= σκοτοδίνη.
Σμώδιξ= ο μώλωπας.
Τέμνω βέλος= το αφαιρώ.
Τόκος= ο τοκετός.
Τρέμον γυία= έτρεμαν τα μέλη Κ 390.
Τρόμος= Γ 34, θ 452, σ88.
Τυφλός= το αυτό.
Υπολύω= παραλύω τα μέλη από βαρύ τραύμα.
Υγιής= το αυτό.
Φάρμακον= το αυτό.
Φοξός= ο οξυκέφαλος.
Φρίσσω= ριγώ.
Φυσίζοος= ζωοποιός, ζωογόνος.
Φύσις φαρμάκου= ….
Φωνή= …
Φίλον άϊον= εξέπνεα ή αισθανόμουν την καρδιά μου.
Χλωροί= χλωμοί.
Χωλεύω= χωλένω, ο χωλός.
Ωδίς-ος= ο πόνος του τοκετού.
Ωτειλή (ουτάω)= η πληγή, το τραύμα.


ΑΝΑΤΟΜΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ

Αγκοίνη= ο αγκώνας.
Αγκών= μέση αγκώνα.
Αγοστόν= το κοίλο της παλάμης.
Αιδοία= το αυτό.
Αίμα= το αυτό.
Άκνηστις= η σπονδυλική στήλη.
Άκρην χείρα= το αυτό.
Ανθερεών= το πηγούνι.
Αργιόδους= ο έχων λευκά δόντια.
Αστράγαλος= ο σπόνδυλος.
Ασφάραγος= ο λάρυγγας, η τραχεία αρτηρία.
Αυχενίους τένοντας= το αυτό.
Αυχήν= το αυτό.
Βλέφαρον= το αυτό.
Βουβών= το αυτό.
Βραχίων= το αυτό.
Βρεχμός= το βρέγμα.
Γαστήρ= η κοιλιά.
Γένειον και γένυς= η σιαγώνα.
Γενειάς= ο πώγων, το μούσι.
Γλήνη= ο βολβός του οφθαλμού.
Γλουτός= το αυτό.
Γλώσσα= το αυτό.
Γναθμοί= οι οδοντοστοιχίες, οι σιαγώνες.
Γόνη και γούνα= το αυτό.
Γυίον= το μέλος του σώματος, τα άκρα.
Δειρή= ο λαιμός.
Δέμας= η σωματική κατασκευή.
Δέρμα= το αυτό.
Δέρτον= το επίπλοο, και ο δημός.
Τα έγκατα= τα σπλάχνα, τα εντόσθια.
Εγκλεφαλος= το αυτό.
Είδος= η μορφή.
Εθειραί= οι τρίχες του γενιού του ανθρώπου.
Έντερον= το αυτό.
Επιγουνίς= η επιγονατίδα.
Επινεφρίδιον= το επάνω μέρος του νεφρού.
Επισκύνιον= το δέρμα των φρυδιών.
Επομφάλιον= το μέρος κοντά, γύρω στον οφθαλμό.
Εριαύχην= μακρύς τράχηλος.
Έρκος οδόντων= ο φραγμός των δοντιών.
Ευρυμέτωπος= το αυτό.
Ήπαρ= το αυτό.
Ήτορ= η πνοή αλλά ο πνεύμονας αλλά και η καρδιά ως κέντρο συναισθήματος.
Θέμεθλα στομάχοιο= η αρχή του οισοφάγου.
Θέναρ= το κοίλο του χεριού.
Θριξ= Ν 399. 431, θ 83.
Ιγνύη= Ν212.
Ινίον= Ε 73, ξ 495.
Ιξύς= η μέση.
Ίουλος= οι πρώτες τρίχες του γενιού.
Ίς= οι τένοντες, τα νεύρα.
Ισχίον= το αυτό.
Κάρα= το αυτό.
Κενεών= κοινώς τα λαγανά.
Κεφαλή= το αυτό.
Καρπός χειρός= το αυτό.
Κηρ= η καρδιά.
Κληίς= η κλείδα.
Κνήμη= το αυτό.
Κόμη= το αυτό.
Κόρση= ο κρόταφος.
Κοτύλη= μέρος της κεφαλής.
Κραδίη και καρδίη= Β 452 (το αυτό).
Κρανίον= το αυτό.
Κρόταφοι= το αυτό.
Κύστις= η ουροδόχος.
Κώληψ= η ιγνύα, η αγκύλη.
Λαιμός= το αυτό.
Λαπάρη= Γ 359, ξ 517.
Λαυκανίη= ο λαιμός.
Μαζός= ο μαστός.
Μάσταξ= το κοίλο του στόματος.
Μέλος του σώματος.
Μεταμάζιον= το μέρος μεταξύ των μαστών.
Μεταφρένον= Λ 447, π 791.
Μέτωπον= το αυτό.
Μήδεα= τα αιδοία.
Μηρός και μήρα= το αυτό.
Μυελός= το αυτό για τα οστά!!
Μυών= το αυτό.
Νείαιρα γαστήρ= Ε 539-616-465, ρ 519, π 465.
Νείατον ενθερεώνα= Ε 293.
Νεύρον= ο τένοντας,
Νώτα= Β 765-308.
Νηδύς= η κοιλιά.
Οδόντες= το αυτό.
Όμμα= ο οφθαλμός.
Ομφαλός= το αυτό.
Όνυξ το νύχι.
Οπωπή= η όραση.
Οράω= κοιτώ.
Όσσε= οι οφθαλμοί.
Οστέα= το αυτό.
Ους και ούατα= Λ 219, μ 45, η 334.
Οφθαλμός= το αυτό.
Όφρυς= το αυτό. όψις= το αυτό.
Παρειή= Δ 142, σ 172.
Πήχυς= Φ 166, ε 116.
Πίαρ= το πάχος, το λίπος.
Πλευραί= το αυτό.
Πνεύμων= το αυτό.
Πους= το αυτό (πόδι).
Πραπίδες= το διάφραγμα.
Πρόσωπον= το αυτό.
Πρότμησις= η μέση, ίσως και ο οφθαλμός.
Πτέρνη= το αυτό.
Ράχις= το αυτό.
Ρινός= το δέρμα.
Ρις= πυμάτη, το ριζιρρίνιον.
Σάρκες= το αυτό.
Σκέλος= το αυτό.
Σπλάγχνα= το αυτό.
Στέρνον= το αυτό.
Στήθος= το αυτό.
Στόμα= το αυτό.
Στόμαχος= ο οισοφάγος.
Σφονδύλιον= ο σπόνδυλος.
Σώμα= το αυτό.
Σφυρόν= Δ 518, Δ 147, ζ 117.
Ταρσός= Λ 388.
Τένων= το αυτό.
Τρίχας= το αυτό.
Υπερώη= το αυτό.
Υπώπια= το μέρος κάτω από τον οφθαλμό.
Φίλον ήτορ= τα φιλλοκάρδια.
Φάρυγξ= το αυτό.
Φλεψ= κάθε αιμοφόρο αγγείο.
Φρην= το διάφραγμα, οι φρένες.
Φυή= η φύσις.
Χειρ= το αυτό.
Χείλεα= το αυτό.
Χολάδες= τα εντόσθια, τα έντερα.
Χροιή= η επιδερμίδα, το σώμα.
Χρως= το σώμα.
Ώμοι= το αυτό.




* Μέρος από το καταπληκτικό άρθρο του Κ. Μητρόπουλου, ιατρού – ιστορικού, στο περιοδικό Πλάτων τευχ. 27/28 του 1962.
 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com