ΟΜΗΡΟΣ

 

Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ

Το γεγονός ότι τα μυθολογικά κέντρα είναι πάντοτε ταυτόχρονα και κέντρα Μυκηναϊκού πολιτισμού και αντίστροφα ότι με τα μεγάλα κέντρα του Μυκηναϊκού πολιτισμού συνδέονται πάντοτε κύκλοι μύθων, αποδεικνύει ότι οι κύκλοι των ηρωικών μύθων στο περίγραμμά τους ανάγονται στους Μυκηναϊκούς χρόνους. Υπάρχουν δύο εξαιρέσεις Μυκηναϊκών τοποθεσιών με ασήμαντους ή καθόλου μύθους που να συνδέονται σ’ αυτές, η Μιδέα και ο Γλάς, αλλά υπάρχει μια εξήγηση στο γεγονός ότι αυτές οι τοποθεσίες εγκαταλείφθηκαν πολύ ενωρίς και ήταν ακατοίκητες κατά την διάρκεια των επομένων ετών, έτσι που ξεχάστηκαν. Πιο χαρακτηριστικό όμως είναι κάτι άλλο, δηλαδή ότι μερικές από τις πόλεις που ήταν πλούσιες και σημαντικές κατά την Μυκηναϊκή εποχή, ήταν τελείως ασήμαντες στους μεταγενέστερους χρόνους, έτσι που είναι αδιανόητο να είχε συνδεθεί ένας τέτοιος πλούτο μύθων σ’ αυτές, σε μια νεώτερη εποχή. Αυτό αφορά συγκεκριμένα τις Μυκήνες και την Τίρυνθα. Η απόδειξη που δίνεται από την ταυτότητα των Μυκηναϊκών και μυθολογικών κέντρων επιβεβαιώνεται εντυπωσιακά από τη στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε μια πόλη με μεγάλη μυθολογική σημασία και στη σπουδαιότητα που έχει η ίδια για τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Η μυθολογική σημασία μιας Πόλης είναι, σαν να λέμε, στοιχείο της σημασίας της στον Μυκηναϊκό πολιτισμό — δηλαδή είναι μικρή, αν η πόλη ήταν μικρή, αυξανομένη ανάλογα με τα μυκηναϊκά ευρήματα σε διάφορες θέσεις και μεγάλη, αν πρόκειται για ένα μεγάλο κέντρο του Μυκηναϊκού πολιτισμού.
Αυτές είναι σι γενικές αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η άποψη ότι ο σχηματισμός των μυθολογικών κύκλων στις γενικές τους γραμμές έγινε κατά τη διάρκεια της Μυκηναϊκής εποχής. Εξέτασα τις μαρτυρίες σ’ ένα άλλο βιβλίο μου. Παρακολουθώντας τα μυκηναϊκά ερείπια και τους μύθους, προσπάθησα να δείξω ότι στοιχεία και συνθήκες σύμφωνα σε μερικούς μύθους πρέπει με περισσότερη ή λιγότερη πιθανότητα να αναφέρονται στην Μυκηναϊκή εποχή. Εδώ Θα εξετάσω τον Τρωικό κύκλο μύθων με σκοπό να διαπιστώσω εάν αυτός ο κύκλος, στο κύριο περίγραμμά του, ανάγεται στη Μυκηναϊκή εποχή. Αυτή η έρευνα παρουσιάζει ιδιόμορφες δυσκολίες γιατί ο τόπος του μύθου βρίσκεται έξω από την Ελλάδα και γιατί εξ αιτίας της μεγάλης του φήμης, προσκολληθήκαν σ’ αυτόν περισσότερο από κάθε άλλο μύθο, προσθήκες. Επί πλέον ωραιοποιήθηκε από τις ποιητικές επινοήσεις.
Εξέθεσα τους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να παραδεχτώ μια φαινομενικά λογική μέθοδο, όπως κάνουν μερικοί μελετητές, συζητώντας με αφετηρία την προέλευση ορισμένων ηρώων από τη μητέρα πατρίδα ότι οι ομηρικοί ποιητές οικοδόμησαν ένα σύνθετο και πολύπλοκο κύκλο πάνω σε σκόρπια και ασθενή μυθικά δεδομένα. Ο αποφασιστικός λόγος είναι οπωσδήποτε, η καλά θεμελιωμένη γνώμη ότι το κύριο περίγραμμα των μυθολογικών κύκλων παραδόθηκε από γενεά σε γενεά από τους παλαιότερους καιρούς και ότι ήταν το υλικό από το οποίο αντλήσαν οι ποιητές. Αν αυτές οι αρχές ληφθούν ως δεδομένες και γίνουν η αφετηρία μιας έρευνας στην ομηρική μυθολογία, φαίνεται ότι πρέπει να βασιστούμε κυρίως σε γενικές γραμμές και ουσιαστικές πιθανότητες για την ανάλυσή μας του Τρωικού κύκλου. Θα ασχοληθούμε με τις κύριες γραμμές και θα πρέπει γενικά ν’ αφήσουμε κατά μέρος τις λεπτομέρειες.



Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ 0ΜΗΡΟ

(ΟΙ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ)

Υπάρχει όμως ένα άλλο σημείο στο οποίο πρέπει να δοθεί προσοχή, η παράξενη στάση του Ομήρου προς τους μύθους. Είμαστε συνηθισμένοι να σκεπτόμαστε το περιεχόμενο των ομηρικών ποιημάτων σαν μύθους. Αυτό είναι αληθινό αλλά με μερικούς ουσιώδεις περιορισμούς. Η κύρια ιδέα της Ιλιάδας, ο θυμός του Αχιλλέα, δεν προβάλλεται ιδιαίτερα ανάμεσα στους μύθους. Η σημασία της έγκειται στην ψυχολογική πλευρά και δεν θεωρείται χωρίς λόγο ποιητική επινόηση. Αν ο Έκτωρ και ίσως και ο Πάτροκλος είναι δημιουργήματα του ποιητή ή αν ακόμα πρόσωπα τρίτης κατηγορίας, που μόλις αναφέρονται στους μύθους, έγιναν τα κύρια πρόσωπα του δράματος και αυτό τουλάχιστον μοιάζει να είναι βέβαιο, η πλοκή και το κύριο μέρος της Ιλιάδας έχουν πολύ λίγο να κάνουν με την παραδοσιακή μυθολογία. Είναι βέβαιο ότι μερικά μέρη των ποιημάτων, στα οποία φαίνεται να αισθανόμαστε τα κτυπήματα του σφυγμού του ποιητή και τα οποία είναι τα πιο ωραία, είναι ποιητικά πλάσματα π.χ. και της Ανδρομάχης και η επίσκεψη του Πριάμου στον Αχιλλέα. Ο ποιητής χρησιμοποιεί το παραδοσιακό μυθολογικό υλικό, αλλά μόνο σαν βάθος της διήγησής του. Δεν διηγείται, μύθους έτσι για να πει μια ιστορία, αλλά δημιουργεί κάτι νέο με βάση τους μύθους, αναμορφώνοντάς τους ελεύθερα και προσθέτοντας σ’ αυτούς την περιγραφή ανθρώπων με φλογερά πάθη και έντονες λύπες που ενεργούν και πάσχουν. Αυτός ψυχολογικός χαρακτήρας δεν είναι σύμφωνος με τους μύθους είναι ένα επίτευγμα του ποιητή και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του. Οι παραδοσιακοί μύθοι πρέπει να είχαν παλιώσει πριν γίνει δυνατό να χρησιμοποιηθούν τόσο ελεύθερα και να δοθεί σ’ αυτούς ένα τόσο διαφορετικό πνεύμα.
Η περίεργη στάση του Ομήρου προς τους μύθους παρουσιάζεται και σ’ ένα άλλο γεγονός που έχει προσεχτεί πολύ λίγο. Έχω πει ότι δεν διηγείται μύθους από ευχαρίστηση να πει ιστορίες, αν και γενικά πιστεύουμε ότι το περιεχόμενο της ποίησής του είναι μύθοι. Η παρατήρηση είναι πολύ ακριβής με την έννοια ότι ο ίδιος ο ποιητής δεν διηγείται μύθους αλλά πάντα τους βάζει στο στόμα των προσώπων του που αυτός παρουσιάζει. Θα φαινόταν ότι η επική ποίηση προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες για μυθολογικές παρεκβάσεις, αλλά η αναφορά σε μύθους τους οποίους ο ποιητής δίνει με δικά του λόγια είναι περιορισμένη σε μια απλή μνημόνευση γενεαλογικών σχέσεων. Σε όλη την Ιλιάδα υπάρχει μια μόνο μυθολογική παρέκβαση που λέγεται από τον ίδιο τον ποιητή, το χωρίο που αφορά την προέλευση των δύο Θεσσαλών ηρώων, του Μενεσθέα και του Εύδορου. Στην Οδύσσεια υπάρχουν φαινομενικά περισσότερες παρεκβάσεις, αλλά δύο από αυτές είναι τόσο στενά συνδεδεμένες με το θέμα, που δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως παρεκβάσεις, η ιστορία για το σημάδι του Οδυσσέα, μια πληγή από κυνήγι κάπρου, που έκανε την τροφό του να τον αναγνωρίσει και η ιστορία του τόξου, δώρο του Ιφίτου, με το οποίο πήρε εκδίκηση από τους μνηστήρες.
Παραμένει μια πραγματική μυθολογική παρέκβαση εκείνη που αναφέρεται στον μάντη Θεοκλύμενο και την οικογένειά του. Όλοι οι άλλοι μύθοι οι οποίοι δεν αναφέρονται ευθέως στην πλοκή των ποιημάτων, π.χ. οι μύθοι της επιστροφής των ηρώων και η τύχη τους μετά το γυρισμό τους παρουσιάζονται ως διηγήσεις προσώπων τα οποία εισάγει ο ποιητής. Παρουσιάζει ακόμα και τον ραψωδό Δημόδοκο να τραγουδάει την ερωτική ιστορία του Άρη και της Αφροδίτης.
Μιλώντας γενικά, οι μύθοι δεν λέγονται από αγάπη για διήγηση και για την ίδια τη χάρη τους, αν όμως ο ποιητής τους βάζει στο στόμα των προσώπων του, το κάνει με μια ειδική πρόθεση. Οι μύθοι λέγονται ως παραδείγματα, σαν προειδοποίηση ή προτροπή, σαν αποτροπή ή ενθάρρυνση. Και όταν ένας άνθρωπος προσεύχεται, παραθέτει κάποιο μύθο, ως λόγο για τον οποίο ο Θεός πρέπει να δεχτεί την παράκλησή του. Αν ο γέρο-Νέστορας αναφέρει τόσο συχνά τα νεανικά του κατορθώματα, αυτό δεν βοηθάει μόνο να δειχτεί ο χαρακτήρας του, αλλά σι ιστορίες έχουν και σκοπό να παροτρύνουν ή να προειδοποιήσουν τους συντρόφους του.
Βλέπουμε ότι ο Όμηρος διηγείται τους παραδοσιακούς μύθους όχι για την ίδια τους τη χάρη αλλά για την επίδρασή τους στη στάση των ανθρώπων. Δεν είναι τα γεγονότα, αλλά τα ψυχολογικά τους αποτελέσματα που τον ενδιαφέρουν. Μ’ αυτό συμφωνεί ένα άλλο γεγονός, συγκεκριμένα η μετατροπή των παλιών ακατέργαστων μύθων προς μια ανθρωπομορφική κατεύθυνση. Οι παλιοί μύθοι μιλούσαν για πραγματικές μάχες ανάμεσα στους θεούς. Γίνεται νύξη για τέτοιους αγώνες αλλά ο μεταγενέστερος ποιητής που διαλέγει μια μάχη θεών για θέμα του δεν τολμούσε ν’ αφήσει πραγματικά τους θεούς να έρθουν στα χέρια, παρά τις μεγαλόστομες προκλήσεις. Η παλαιόμορφη εμφάνιση του πέμπτου βιβλίου οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι σι θεοί αναμιγνύονται πιο ενεργά από οπουδήποτε αλλού και πληγώνονται μάλιστα από έναν ήρωα. Επιπλέον αυτό το βιβλίο είναι το πιο πλούσιο σε μυθολογικές αναφορές από οποιοδήποτε άλλο. Οι παλιοί μύθοι ήταν ακόμα πιο ελεύθεροι ως προς το σημείο αυτό. Αναφέρεται για παράδειγμα ότι ο Ίδας χρησιμοποίησε το τόξο του εναντίον του Απόλλωνα για να προστατεύει την αρραβωνιαστικιά του Μάρπησσα από τις προκλήσεις του θεού. Αυτός ο μύθος αναφέρεται μόνο περαστικά. Παντού αλλού ο Όμηρος παρουσιάζει πάντοτε την αναμέτρηση ενός θνητού τού με ένα θεό ως ένα αποτρεπτικό παράδειγμα. Οι θεοί δεν συναναστρέφονται με τους ανθρώπους, εκτός από μυθικούς λαούς όπως τους Αιθίοπες και τους Φαίακες. Ούτε οι άνθρωποι παίρνουν δώρα από τους θεούς, εκτός την πολύ ειδική περίπτωση των όπλων που ο Ήφαιστος έφτιαξε για τον Αχιλλέα. Παντού αλλού τα δώρα των θεώ είναι κειμήλια από τις περασμένες γενεές που δόθηκαν σε παλιότερους ήρωες και κληρονομήθηκαν από τους ομηρικούς ήρωες.
Ο ομηρικός ποιητής πλάτυνε το χάσμα ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεούς – σε παλιότερους μύθους ήταν σε πιο ίση μοίρα — ακριβώς όπως μαλάκωσε τα άγρια χαρακτηριστικά των παλιών μύθων. Γνωρίζει ότι οι ήρωές του δεν είναι τόσο ισχυροί όπως εκείνοι των παλιότερων καιρών και το επαναλαμβάνει αλλά είναι πιο άνθρωποι. Έκανε τους μύθους πιο ανθρώπινους και πιο ανθρωπομορφικούς και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο του επίτευγμα, η νέα και πρωτότυπη μορφή της ομηρικής ποίησης. Αν καμιά φορά ανατρέχει στα παλιά ακατέργαστα μοτίβα, αμέσως παίρνουν μορφή παρωδίας και αυτό οφείλεται όχι μόνο στην έλλειψη κατανόησης των παλιών μύθων, αλλά και στο γεγονός ότι είχε χαθεί κάθε εκτίμηση σ’ αυτούς ακριβώς για τους παραλογισμούς που είχαν. Συνεπώς αντιδρούσε γελοιοποιώντας τους.
Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά η μυθολογία ήταν πραγματικά έξω από την εποχή του Ομήρου. Τη χρησιμοποίησε γιατί την πήρε ως παράδοση αλλά την έστρεψε σε άλλους σκοπούς, όχι για τη διήγηση μυθικών ιστοριών. Η νέα όψη της ζωής φαίνεται στις παρομοιώσεις που ο Όμηρος αρέσκεται να εισάγει. Οι συγκρίσεις πολύ σπάνια παίρνονται από την μυθολογία και εφαρμόζονται μόνο στις γυναίκες. Από αρκετό καιρό τώρα σε μια σύντομη αλλά εντυπωσιακή εργασία ο Platt προσπάθησε να δείξει ότι ο Όμηρος σχεδίασε τους παραλληλισμούς του με ότι είχε πρόχειρο, αρχίζοντας με την παρατήρηση του Αριστάρχου ότι η χρήση της σάλπιγγας, ή του βραστού κρέατος, ή της ιππασίας, παρουσιάζεται σε παρομοιώσεις μόνο, ενώ διαφέρουν από τις ηρωικές συνήθειες. Από τότε έχει γίνει μια έντονη συζήτηση για τις παρομοιώσεις. Ο Winter σημείωσε τις ζωντανές και δυνατές περιγραφές της ζωής των ζώων σε μερικές παρομοιώσεις και βρήκε τα παράλληλά τους στα έργα της Μινωικής τέχνης που είναι αποτέλεσμα ενός παρόμοιου πνεύματος. Άλλες παρομοιώσεις είναι πιο ανιαρές και γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι μεταγενέστερες. Το συμπέρασμά του ήταν ότι οι παρομοιώσεις που αντιστοιχούν στην Μινωική τέχνη ανάγονται σ’ αυτή την εποχή. Διαφέρουν εντελώς, νομίζει, με την Γεωμετρική τέχνη για την οποία η φύση είναι ξένη. Ο Winter φαίνεται όμως, ότι δεν θεώρησε πειστικά τα ενδιαφέροντα επιχειρήματά του, γιατί τα απέσυρε από τις επόμενες εκδόσεις του.
Αναφέρθηκα πιο πάνω στη σύγκριση του Evans μερικών παρομοιώσεων με έργα της Μινωικής τέχνης, oι οποίες τείνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως ότι η υποκείμενη αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ της περιγραφής ενός λογοτεχνικού έργου και της παρουσίασης σε έργα τέχνης είναι αμφισβητήσιμη. Η περιγραφή ενός ποιητή μπορεί ακόμα και αν σαφώς αναφέρεται σε ένα έργο τέχνης, να μη εμπνέεται από αυτό αλλά να οφείλεται στη δική του οξεία και δυνατή παρατήρηση της φύσης και της ζωής. Στο δράμα για παράδειγμα, οι παραστατικές περιγραφές έχουν σκοπό να αντικαταστήσουν την έλλειψη στολίσματος της σκηνής. Αυτό είναι πολύ γνωστό στον Shakespeare και ίδια είναι βεβαίως η περίπτωση του Ελληνικού δράματος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απέτυχαν οι επανειλημμένες προσπάθειες να αποδειχτεί ότι η σκηνή κατά την εποχή των μεγάλων Ελλήνων δραματουργών ήταν διακοσμημένη έτσι ώστε να μιμείται την πραγματικότητα. Η διακόσμηση της σκηνής ήταν με βεβαιότητα περιορισμένη και εντελώς τυποποιημένη. Μπορώ ακόμα να σημειώσω το γεγονός ότι οι πρωτόγονοι λαοί δίνουν ζωντανές και παραστατικές περιγραφές στην πολύ πρωτόγονη ζωγραφική τους και τη γλυπτική τους τις οποίες όμως άλλοι δύσκολα θα αναγνώριζαν ότι παριστάνουν πραγματικά όντα ή αντικείμενα.
Το ζήτημα των παρομοιώσεων εξετάστηκε από τον Frankel με ένα διεξοδικό και σύμφωνα με τη γνώμη μου πειστικό τρόπο. Οι συγκρίσεις νομίζει, είναι παλιές και υπάρχουν τυπικές συγκρίσεις από τις οποίες αναπτύχθηκαν εκτεταμένες παρομοιώσεις. Δεν αποβλέπουν σε μια συγκεκριμένη περιγραφή αλλά στο να διεγείρουν ορισμένα συναισθήματα. Φαίνεται ότι ο ποιητής είχε έναν αριθμό έτοιμων εικόνων, τις οποίες χρησιμοποιεί, αλλά από την άλλη μεριά οι παραλλαγές είναι σχεδόν χωρίς τέλος. Ο Frankel υποστηρίζει τη γνώμη του Platt ότι ο κόσμος των παρομοιώσεων είναι πολύ διαφορετικός από τον αρχαΐζοντα κόσμο του Ομήρου και πολύ πιο σύγχρονος, αλλά σημειώνει το γεγονός ότι ο Platt αγνόησε τέτοιες παρομοιώσεις που οδηγούσαν προς άλλη κατεύθυνση. Συνεπώς ο Frankel αναγνωρίζει την αντιστοιχία μεταξύ ορισμένων παρομοιώσεων και Μινωικών έργων τέχνης, αλλά αποδίδει αυτή την ομοιότητα πολύ περισσότερο στη θέληση για ομοιότητα παρά σε πραγματική ομοιότητα. Πλησιάζει τη γνώμη που εξέφρασα πιο πάνω, αλλά παραδέχεται ότι αναμνήσεις αυτού του προηγούμενου πολιτισμού μπορεί ως ένα βαθμό να έχουν διατηρηθεί σε παρομοιώσεις. Αν υπάρχουν, δεν αποτελούν παρά τεμάχια γιατί στις παρομοιώσεις ο ποιητής αντλεί από τη ζωή, αφού η τυποποιημένη μορφή των επικών ποιημάτων εμπόδιζε να τα πάρει από αλλού. Στις παρομοιώσεις ενσωμάτωσε τα πιο σύγχρονα στοιχεία της ζωής και του πολιτισμού και άφησε ελεύθερη την οξεία του παρατήρηση της φύσης και της ζωής. Οι παρομοιώσεις τείνουν να αντικαταστήσουν τη μυθολογία που έγινε κάπως ξεπερασμένη και παλαιάς μόδας.
Το γεγονός ότι η βασιλεία του Δία στον Όλυμπο έχει πρότυπο τον τύπο του Μυκηναϊκού μεγάλου έχει μια επίδραση στη μυκηναϊκή χρονολόγηση των μύθων γιατί δείχνει ότι η οργάνωση του κράτους στη γη όσο και στους ουρανούς που παρουσιάζεται ως υπόβαθρο των ομηρικών ποιημάτων πηγάζει από τους Μυκηναϊκούς χρόνους. Τα τελευταία μας σχόλια φαίνεται να έχουν ελάχιστη σχέση με τη σύνδεση του Ομήρου με την Μυκηναϊκή εποχή, αλλά είναι ίσως, όχι χωρίς κάποιο ενδιαφέρον ως προς αυτό. Το γεγονός ότι ο Όμηρος δεν διηγείται μύθους για να πει μύθους χρησιμοποιεί τη μυθολογία για άλλους σκοπούς, περιβάλλοντάς την με ψυχολογικό ένδυμα, ωραιοποιώντας ελεύθερα την πλοκή με τις δικές του παρεμβάσεις και λέγοντας τους μύθους σαν παράδειγμα για προειδοποίηση ή παρότρυνση μόνο και ότι του αρέσει να μιλάει με παρομοιώσεις στις οποίες έχει τη δυνατότητα ελεύθερα να αναφέρεται σε συνθήκες του δικού του καιρού, αδέσμευτος από άκαμπτες επικές συμβατικότητες, αυτά τα γεγονότα δείχνουν ότι στον καιρό που συντεθήκαν τα ομηρικά ποιήματα, η μυθολογία από τη μια μεριά ήταν αυστηρά δεσμευμένη ως κύριο θέμα των ποιημάτων, αλλά από την άλλη ήταν κάπως έξω από την μόδα και ξεπερασμένη. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων μπορούσε να έχει προκύψει μόνο ύστερα από μια μακρά ανάπτυξη στην οποία οι μύθοι τραγουδιόνταν μέχρις ότου οι ποιητές κατά ένα τρόπο βαρέθηκαν να είναι αφηγητές και η έμπνευση μιας ποιητικής ιδιοφυίας στράφηκε προς μιαν άλλη κατεύθυνση. Αυτό συμφωνεί με το γεγονός ότι νύξεις στον Όμηρο αποδεικνύουν ότι οι μεγάλοι κύκλοι των μύθων είχαν ήδη σχηματιστεί στο κύριο περίγραμμά τους, αν και μπορεί να υπήρχαν
Πολλές παραλλαγές στις λεπτομέρειες. Συνεπώς η μυθολογία είναι πολύ πιο παλιά από τον Όμηρο.
Αυτές οι σκέψεις δεν λένε πόσο παλιά είναι η μυθολογία, αλλά μόνο ότι ήταν πολύ παλιά την εποχή που έγινε η σύνθεση των ομηρικών ποιημάτων. Αυτό ως ένα σημείο είναι μια επιβεβαίωση της άποψης ότι οι μύθοι και ειδικά οι μεγάλοι μυθολογικοί κύκλοι, προήλθαν από μια εποχή που είχε προ πολλού ξεπεραστεί, από εκείνη την εποχή που είχαν γίνει τα μεγάλα γεγονότα και στην οποία περίφημοι ήρωες έζησαν και πολέμησαν, την εποχή των μεγάλων περιπλανήσεων των Ελλήνων και του ισχυρού Μυκηναϊκού βασιλείου.


Πηγή: Μάρτιν Π. Νίλσσον, Όμηρος και Μυκήνες, εκδ. Δωδώνη.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com