ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΟΣ


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΜΑΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

Η Μάνη έδωσε πολλά, δεν πήρε τίποτα, ούτε και ζήτησε
μέσα στη περηφάνια της.

Σ’ αυτά τα όρη (Μάνη) ήρθανε
οι παλαιοί Σπαρτιάτες και είναι αυτοί
που λέγονται τη σήμερον Μανιάτες.
Για να φυλάξουν την τιμή
και την ελευθερία
Έφτιαξαν πόλεις στα βουνά
και περισσά χωρία.

(Ποιητής Nηφάκος)





Εισαγωγή
Στις γενικές της γραμμές η ιστορία της Μάνης εντάσσεται στην ιστορία της Πελοποννήσου.

Υπάρχουν πολλές εκδοχές για το πότε και πως δόθηκε το όνομα Μάνη. Η μία λέει ότι προέρχεται από τη Λατινική λέξη Manus (χέρι) επειδή οι ναυτικοί που παρέπλεαν το ακρωτήρι Ταίναρο, έτσι καθώς αντίκριζαν το σχήμα της ξηράς, ονόμαζαν τη περιοχή Brazzo di Maina. Άλλη εκδοχή λέει πως οι ναυτικοί που περνούσαν από τη περιοχή, λόγω των ισχυρών ανέμων, έκαναν μάϊνα τα πανιά, ενώ μια άλλη λέει ότι οι Ρωμαίοι έλεγαν συχνά τη φράση In Manis, επειδή εδώ ήταν η πύλη του Άδη που έρχονταν οι ψυχές (Manes).

Η πιο σημαντική εκδοχή είναι εκείνη που παραπέμπει στο κτίσιμο του περίφημου κάστρου της Μαΐνης, που έχτισε ο Μαΐνης δηλαδή ο αρχιτέκτονας. Τέλος μία ακόμη εκδοχή που αναφέρθηκε τελευταία είναι ότι το όνομα προέρχεται από το πατέρα των Θεών «Μάνη». Ο Μάνης είναι ο πατέρας του Κρόνου και παππούς του Δία, για τον οποίο στην Θεογονία του Απολλόδωρου διαβάζουμε: «Μάνης το δεύτερο όνομα του Θεού Ουρανού»

Αρχικά το όνομα Μαΐνη1 αναφέρεται ιστορικά ως έδρα επισκόπου την εποχή του Λέοντα του Σοφού (886 - 912) και μόνο σ' ένα κάστρο, το κάστρο της Μαΐνης που έχτισε ο Βιλλαρδουΐνος το 1248 πάνω στο παλαιότερο και ομώνυμο, όπως αναφέρει το Χρονικό του Μορέως. Από αυτό ονομάστηκε Μάνη (γαλλικά le Magne),ολόκληρη η περιοχή, που έμεινε συμπαγής ελεύθερη, αυτόνομη και ανεξάρτητη καθ’ όλη την Τουρκοκρατία.

Συνέχισε και στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος μέχρι που με Αναγκαστικό Νόμο2 το βόρειο τμήμα της Δυτικής Μάνης (Έξω Μάνη), με τους άλλοτε Δήμους Αβίας, Καρδαμύλης και Λεύκτρου, αποσπάστηκε από την επαρχία Οιτύλου και προσαρτήθηκε στην επαρχία Καλαμών του Νομού Μεσσηνίας και είναι σήμερα η λεγόμενη Μεσσηνιακή Μάνη.

Αργότερα η λέξη Μάνη σήμαινε συχνά τον τόπο όπου έζησαν ελεύθεροι άνθρωποι κατά την περίοδο της δουλείας. Χαρακτηριστικά της μορφολογίας της Μάνης είναι το τραχύ, άνυδρο και άγονο έδαφος, το τραχύ κλίμα το χειμώνα και το θερμό το καλοκαίρι.

Απομονωμένη και δυσπρόσιτη καθώς είναι στην άκρη της Πελοποννήσου, πάντοτε ελεύθερη από κατακτητές και κλειστή στις ξένες επιδράσεις, κατοικημένη από την παλαιολιθική εποχή, όπως απέδειξαν τα πρόσφατα ευρήματα στο σπήλαιο Αλεπότρυπα, η Μάνη διατηρεί, όσο ελάχιστες περιοχές της χώρας, μια αδιάσπαστη συνέχεια από τους παλαιολιθικούς χρόνους ως την εποχή μας.

Η απομόνωσή της από το άλλο μέρος, η ιδιότυπη Γεωμορφολογία της και γενικότεροι ιστορικοί λόγοι είχαν ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ένας τοπικός πολιτισμός, έκφραση του οποίου αποτελούν, εκτός των άλλων, οι ισχυρές παραδόσεις, η παλιά κοινωνική οργάνωση και τα λαϊκά αρχιτεκτονικά έργα.

Σημειώσεις
1. Κατά τον Μιχάλη Μπατσινίλα η πιο απλή εκδοχή της προέλευσης του ονόματος της Μάνης, από το μάϊνα τα πανιά, ίσως είναι και η πιο σωστή. Γιατί και άλλα Βυζαντινά καστρία της Μάνης όπως το Τηγάνι και το Κολοκύθι, ακόμα και οι μετονομασίες του Μοριά (Πελοπόννησος) και του Πενταδάκτυλου (Ταΰγετος), ήσαν προσφιλής τακτική των πρώτων Ελλήνων Χριστιανών που δεν ήθελαν ούτε να ακούγονται τα αρχαία ονόματα και τους έδωσαν ταπεινά και ευτελή προσωνύμια.

2. Νόμος 1026/24/12/1937, Εφημερίδα της Κυβέρνησης, έτος 1938, τεύχος Α΄, αριθμός 8, (12 Ιαν.), σελ. 27. Ο Μεταξικός αναγκαστικός νόμος, έγινε οριστικά, λαβωματιά καρκινώδη στη γεωγραφική και πολιτιστική ενότητα της Μάνης, που την πληρώσανε και την πληρώνουμε όλοι μας οι Μανιάτες μέχρι σήμερα.


Ιστορικά στοιχεία

Η ανθρώπινη παρουσία στη Μάνη είναι πανάρχαια, αφού πρόσφατα βρέθηκαν λιθοποιημένοι ανθρώπινοι σκελετοί 300.000 περίπου ετών και ανθρώπινα εργαλεία 1.000.000 ετών και πλέον1.
Λέλεγες
Οι πρώτοι κάτοικοί της, κατά τον περιηγητή Παυσανία, (ΙΙΙ, 1. 1-3) ήσαν οι Λέλεγες, ενώ κατά τους Αχαϊκούς χρόνους ήταν χωρισμένη σε μικρά βασίλεια («πολίσματα»).
Αχαιοί
1650-1100 π.Χ. Οι Αχαιοί κατακτούν από τους Λέλεγες την περιοχή της Μάνης.
1150 π.Χ. Τρωικός πόλεμος. Οι πόλεις της Μάνης που ανήκαν στο βασίλειο του Μενελάου και αναφέρει για πρώτη φορά ο Όμηρος στην Β΄ Ραψωδία (581-585) της Ιλιάδας ήσαν: Οίτυλον, Μέσσην, και Λάας. Επίσης αναφέρει (Ιλιάδα Ι 149-152, 291-293), πόλεις της σημερινής έξω Μάνης (Μεσσηνιακής) όπως η Καρδαμύλη, η Ενόπη, και Ιρή, υπό την εξουσία του Αγαμέμνονα και είχαν ταχθεί μάλιστα για προίκα στον Αχιλλέα.
Δωριείς
1100-195 π.Χ. Οι Δωριείς κατακτούν από τους Αχαιούς την περιοχή της Μάνης και η ιστορία της, ταυτίζεται με την ιστορία της Σπάρτης2. Έχουν βρεθεί σε πολλές περιοχές επιγραφές και αρχαιολογικά δείγματα από τα χρόνια εκείνα. Θετικότερες πληροφορίες υπάρχουν για την Ιστορία του τόπου κατά τούς πρώτους προχριστιανικούς αιώνες.
Κοινό Λακεδαιμονίων
195-21 π.Χ. Το 195 π.Χ. ιδρύεται ο ιδιότυπος πολιτικός οργανισμός από 24 πόλεις με την ονομασία «Κοινόν των Λακεδαιμονίων». Όταν ο τύραννος της Σπάρτης Nάβης εξαναγκάζει τους αστούς της βασιλικούς-πολιτικούς και ιερατείο να καταφύγουν προς τη χερσόνησο του Tαινάρου για να γλιτώσουν.
Κοινό Ελευθερολακώνων
21π.Χ-300 μ.Χ. Στα ρωμαϊκά χρόνια (21μ.Χ.) ο αυτοκράτορας Αύγουστος αναμορφώνει το «Κοινόν» με το όνομα «Κοινόν των Λακεδαιμονίων», ομοσπονδία από 18 πόλεις, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια του Διοκλητιανού με το όνομα «Κοινόν των Ελευθερολακώνων» και έζησε ως τα μέσα του 300 μ.Χ. αι.
Πρώτη Βυζαντινή Περίοδος (330-1204)
7ος –8ος αιώνες. Οι Σλάβοι Μεληγκοί εγκαθίστανται στην περιοχή της Έξω Μάνης (Μεσσηνιακής) μέχρι το Βοίτυλο. Πολεμικές συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς μέχρι την υποταγή τους.
802-812μ.Χ. Ιδρύεται το «Θέμα του Μοριά» από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α΄. Το κάστρο της Μαΐνης υπάγεται σε αυτό.
886-911μ.Χ Στην έκθεση του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού μνημονεύεται για πρώτη φορά η επισκοπή Μαΐνης, ότι ήταν από τις αρχαιότερες του Μοριά και ανήκε στην Μητρόπολη Κορίνθου
948-952. Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος αναφέρει ότι οι κάτοικοι του κάστρου της Μαΐνης δεν κατάγονται από τους Σλάβους Μηληγγούς, αλλά από τους αρχαίους Έλληνες, επίσης ότι έχουνε ελιές.
968-998. Ο Όσιος Νίκων «ο Μετανοείται» εκχριστιανίζει τους κατοίκους και είναι σίγουρο ότι μέχρι το 1248 έχουν γίνει όλοι Χριστιανοί.
Φραγκοκρατία (1204-1262)
Μετά το 1204, χρονιά τής άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τούς Φράγκους. Ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον αποχτά η περιοχή κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας.
1250. Ο Γουλιέλμος Βιλλαρδουΐνος μετά το χτίσιμο του κάστρου του Μυζηθρά (Μυστρά), χτίζει καινούργιο κάστρο, πάνω στο παλιό Βυζαντινό κάστρο της Μαΐνης και ένα τρίτο στο Λεύκτρο περιοχή της Γηστέρνας (Έξω Μάνη – Μεσσηνιακή), με σκοπό να περισφίξει και να υποτάξει τους Μελληγγούς. Επί Φράγκων χτίστηκε το κάστρο του Πασσαβά μάλλον στα ερείπια της αρχαίας πόλης Λας.
1259. Όταν ο ηγεμόνας της, Γουλιέλμος Βιλλαρδουΐνος νικήθηκε στη Πελαγονία, τα τρία πελοποννησιακά κάστρα του Μιστρά, της Μαΐνης και της Μονεμβασιάς παραδόθηκαν στο νέο ηγεμόνα, τον αυτοκράτορα, Ιωάννη Παλαιολόγο, ενώ γρήγορα υπέκυψαν και τα υπόλοιπα κάστρα της Λακωνίας.
Η Φραγκική κατάκτηση της Πελοποννήσου φέρνει στα βουνά της Μάνης κι άλλους πρόσφυγες. Πολλοί από τους κατοίκους του Νυκλίου [Τεγέα –(Αμύκλιον -Νύκλι)] με την άλωση από τους Φράγκους το 1209 - είτε κατ’ άλλους μετά την καταστροφή, από ισχυρό σεισμό, το 1296- κατέφυγαν στην Μέσα Μάνη και εκεί αποτέλεσαν τις ισχυρές οικογένειες των “Νυκλιάνων“ ή “Μεγαλογεννητών". Στο Οίτυλο και στην υπόλοιπη Μάνη οι ισχυροί συνεχίζεται και αποκαλούνται «άρχοντες». Την ίδια επίσης εποχή αλλά και τα επόμενα χρόνια οι πειρατές έβρισκαν καταφύγιο στις ακτές της Μάνης.
Δεύτερη Βυζαντινή Περίοδος (1262-1453)
1400. Ο Δεσπότης του Μιστρά Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος(1383-1407). Έφερε και εγκατέστησε στα κάστρα ως φρουρές, πολλούς Αλβανούς και πολέμησε του εγχώριους τοπάρχες.
1415. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μανουήλ Παλαιολόγος έρχεται στο Οίτυλο για να εφαρμόσουν οι κάτοικοι όλης της Μάνης τους νόμους του «περί μασχαλισμού», και της «λύσις των φρουρίων». Τότε γκρεμίζονται όλα τα κάστρα της Μάνης.
1447 Από τον Κυριακό τον Αγκωνίτη μαθαίνουμε ότι στο Οίτυλο εδρεύει ο Διοικητής Οιτύλου και Μεθώνης (Δηλαδή της Μάνης και της σκλαβωμένης από τους Φράγκους Μεσσηνίας), Ιωάννης Παλαιολόγος.
Τουρκοκρατία (1453-1821)
1453 29 Μαΐου Η άλωση της Πόλης. Η μεγάλη όμως στιγμή τής δράσης ήρθε μετά το 1453, χρονιά της κατάληψης τής Κωνσταντινούπολης από τούς Τούρκους. Τότε ή Μάνη έγινε το επίκεντρο σημαντικών γεγονότων.
Το Μάιο του 1460 ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής κατέλαβε ολόκληρη τη Πελοπόννησο. Γνωρίζοντας τον ιδιότυπο χαρακτήρα των Μανιατών, δεν εκστράτευσε εναντίον τους, αλλά φρόντισε να προσεταιριστεί τον αρχηγό τους, Κροκόντιλο Κλαδά, επειδή προδιαγραφόταν η σύρραξη μεταξύ Τούρκων και Ενετών. Ο Κλαδάς απόκρουσε τις προσφορές του Τούρκου κατακτητή και συμμάχησε με τούς Ενετούς.

Πρώτος Τουρκοβενετικός πόλεμος (1463-1479)

Για δεκάξι χρόνια, από το 1463 μέχρι το 1479, οι Μανιάτες υπεράσπισαν τη γη τους και αποθάρρυναν τους Τούρκους να εγκαταστήσουν φρουρές στη περιοχή. Ο Τουρκοενετικός όμως πόλεμος, αν και σκληρός, έληξε άδοξα και οι Ενετοί εγκατέλειψαν στη τύχη τους, τους Μανιάτες. Ο Κροκόντιλος Κλαδάς δεν αναγνώρισε ποτέ τούς όρους της συνθήκης μεταξύ Τούρκων και Ενετών, απορρίπτοντας τη μια μετά την άλλη τις προσφορές των Τούρκων και άρχισε αγώνα εναντίον τους.
Σκληρές μάχες έγιναν και οι Μανιάτες πεισματικά απόκρουσαν όλες τις επιθέσεις των ασιατών κατακτητών. Όταν ξέσπασαν καινούργιες διαμάχες μεταξύ Τούρκων και Ενετών κατά τα χρόνια 1499-1502 και 1537-1540 δεν πήραν θέση, αλλά βρίσκονταν σε επιφυλακή.
Το 1571 με 1573 πήραν ενεργό μέρος υπέρ των, Ενετών με πρώτους τούς αδερφούς Μελισσηνούς, το Μητροπολίτη Μακάριο και το Δεσπότη Θεόδωρο.
Πρώτη οργανωμένη απόπειρα επανάστασης (1612)
Οι εξεγέρσεις τους ήταν συχνότερες κατά το 17ο αιώνα ενώ έγιναν και συνεννοήσεις του αρχηγού των Μανιατών Πέτρου Μέδικου με το δούκα του Νεβέρ, Κάρολο Β΄ Γονζάγο, πού ονειρευόταν την επανασύσταση του Βυζαντινού κράτους και είχε ανακηρύξει τον εαυτό του κληρονόμο των Παλαιολόγων. Τα σχέδια αυτά ματαιώθηκαν επειδή πρόδωσαν οι Βενετσιάνοι την κίνηση στους Τούρκους..
Σε καινούργιες περιπέτειες μπλέχτηκαν πάλι οι Μανιάτες την εποχή του Κρητικού ξεσηκωμού το 1648 με 1649 και πολέμησαν στο πλευρό των Ενετών με πειρατικά πλοία.
Οι Τούρκοι, για να μπορέσουν να υποτάξουν τη Μάνη, κολάκεψαν την αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα του Μανιάτη πειρατή Λιμπεράκη Γερακάρη, του μετέπειτα Μπέη της Μάνης, με τη βοήθεια του οποίου εγκατάστησαν στη Μάνη τρία φρούρια, του Κελεφά, της Ζαρνάτας και του Πόρτο Κάγιο.
Γρήγορα η δύναμη των μανιάτικων λιμανιών εξασθένησε και ο Γερακάρης ανέλαβε καθήκοντα γενικού αρχηγού. Μετά από λίγο όμως θυμήθηκε το μανιάτικο αίμα του, επιτέθηκε με τα πειρατικά του πλοία κατά των Τούρκων, αλλά τελικά πιάστηκε και φυλακίστηκε από τούς Ενετούς.
Αλλά το μεγάλο αυτό ρεύμα των φυγάδων δημιουργεί προβλήματα, γιατί το άγονο έδαφος της περιοχής δεν τους φτάνει για να ζήσουν κι αρχίζει ένας σκληρός αγώνας για «ζωτικό χώρο» ανάμεσα σε οικογένειες, σόγια και ολόκληρα χωριά, που κάποτε παίρνει τη μορφή αληθινού τοπικού πόλεμου.
Η βεντέτα μεταξύ των μεγαλύτερων οικογενειών της Μάνης θα αναταράσσει τη Μάνη για αιώνες (όπως των Μεδίκων - Γιατριάνων και των Στεφανόπουλων). Για μεγάλο διάστημα το μόνο που θα μπορούσε να τους ενώσει ήταν μια Τουρκική εισβολή. Πολλοί φεύγουν για να υπηρετήσουν μισθοφόροι του Δόγη κι άλλοι γίνονται πειρατές, αρκετοί από τους οποίους έχουν κίνητρα πατριωτικά στις ενέργειές τους (μανιάτικα πυρπολικά κατάστρεψαν μέρος του οθωμανικού στόλου στα Χανιά).
Από τις μεταναστεύσεις Μανιατών της περιόδου αυτής χαρακτηριστικότερες είναι δύο οικογενειών από το Οίτυλο των Γιατριάνων, που έφυγαν το 1670 και εγκαταστάθηκαν στο Λιβόρνο της Ιταλίας και των Στεφανόπουλων, που έφυγαν το 1675 και κατάληξαν στο Καργκέζε της Κορσικής, όπου διατήρησαν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά τους και είναι και σήμερα ακόμα γνωστοί ως «Έλληνες».
Το 1715, μετά την απομάκρυνση των Ενετών από την Πελοπόννησο, η Μάνη συνέχισε να είναι ελεύθερη. Οι Τούρκοι αποφάσισαν ν' αφήσουν τους Μανιάτες ανενόχλητους κάτω από τη διακυβέρνηση ενός Μπέη, κατά το πρότυπο περίπου της Μολδοβλαχίας. Οι κάτοικοί της όμως, ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν στην Υψηλή Πύλη 4.000 γρόσια το χρόνο, που σπάνια πλήρωναν.
Μετά το πείραμα όμως που έκαναν με τον πρώτο Μπέη της Μάνης, το δυναμικό, φιλόδοξο και αδίστακτο Λυμπεράκη Γερακάρη, που πολεμούσε άλλοτε για τους Τούρκους κι άλλοτε για τους Βενετούς, διέκοψαν για εκατό περίπου χρόνια την εφαρμογή του θεσμού, για να τον επαναφέρουν μετά τα Ορλοφικά.
Δεύτερη απόπειρα επανάστασης (1770)
Το 1770 και μετά πενήντα χρόνια ήσυχης ζωής, μπλέχτηκαν σε νέους αγώνες, παίρνοντας μέρος στα Ορλοφικά και μετά την αποτυχία τους υποχρεώθηκαν να πληρώσουν 15.000 γρόσια στο σουλτάνο.
Έτσι, από το 1776 ως το 1821 η Μάνη κυβερνήθηκε διαδοχικά από οκτώ μπέηδες: Τζανέτος Κουτήφαρης (1776-1779), Μιχαήλμπεης Τρουπάκης (1779-1782), Τζανέτμπεης Καπετανάκης Γρηγοράκης (1782-1798), Παναγιώτης Κουμουνδούρος (1798-1803), Αντώνμπεης Γρηγοράκης (1803-1810), Κωνσταντίνος Ζερβάκος ή Ζερβόμπεης (1810-1811), Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης (1811-1815), Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1815-1821), σημαντικότεροι από τους οποίους ήταν ο Τζανέτμπεης Γρηγοράκης και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.
Ο πρώτος σύνδεσε το όνομά του με την εξόντωση της τουρκικής φρουράς του Πασσαβά, την επέκταση της βορειοανατολικής Μάνης, το ξαναγέννημα της πόλης του Γυθείου, τις συναντήσεις με τους Έλληνες οπλαρχηγούς και το Λάμπρο Κατσώνη και με τις συνεννοήσεις που είχε, αρχικά με τους Ρώσους και μετά με το Ναπολέοντα για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης είναι συνδεμένος με την ηγεσία του απελευθερωτικού αγώνα του 1821.
Πριν από την επανάσταση του 1821 η περιοχή της Μάνης είχε γίνει καταφύγιο και ορμητήριο κλεφτών και οπλαρχηγών. Εκεί κατά καιρούς έδρασαν και βρήκαν καταφύγιο ο Ζαχαριάς, ο Χρυσοσπάθης, ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος, ο Κατσώνης κ.α.
Οι κάτοικοί της, γνωστοί για τη φιλοπόλεμη ιδιοσυγκρασία τους, πρωτοστάτησαν στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Η Φιλική Εταιρεία είχε στείλει στη περιοχή τον Περραιβό και το Χρυσοσπάθη, πού ανέλαβαν την οργάνωσή του.
Τρίτη και επιτυχημένη απόπειρα επανάστασης (17 Μαρτίου 1821)
Στις 17 Μαρτίου 1821, οκτώ ολόκληρες ημέρες πριν από την «επίσημη επέτειο», οι περίπου 12.000 Μανιάτες πολεμιστές κήρυξαν το πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ξεκινώντας από τον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Αρεόπολη.
Η σημαία των επαναστατών ήταν λευκή με γαλάζιο σταυρό στη μέση. Στην επάνω πλευρά έγγραφε : <<ΝΙΚΗ Η ΘΑΝΑΤΟΣ>> ΝΙΚΗ και όχι ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, γιατί η Μάνη ήταν πάντα Ελεύθερη, ενώ στη κάτω πλευρά είχε αναγραφεί το αρχαίο και ένδοξο: <<ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ>>.
Στις 22 Μαρτίου 1821 οι επαναστάτες συγκεντρώνονται στη Καρδαμύλη και μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες, ξεκινούν για τη Καλαμάτα.
Στις 23 Μαρτίου 1821, κατά τη κατάληψη της Καλαμάτας, οι περισσότεροι αγωνιστές ήταν Μανιάτες. Σε όλη τη διάρκεια του αγώνα η Μάνη πρόσφερε χρηματική και στρατιωτική βοήθεια, έδωσε αρχηγούς και περίφημους αγωνιστές, με επικεφαλής την οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων.
Ιστορική είναι η μάχη της Βέργας, όπου ο Ιμπραήμ ακούγοντας το νέο «Μολών Λαβέ», από τους Μανιάτες, χάνει τα 2/3 του στρατού του, ενώ τον κατατροπώνουν και οι γυναίκες του Δυρού που με δρεπάνια και ξύλα, τον πετούν στην θάλασσα, στη προσπάθειά του για απόβαση.
Οι μάχες αυτές και η μετέπειτα ξεχασμένη μάχη του Ιστορικού Πολυαράβου, του χωριού όπου τον Αύγουστο του 1826 κατατροπώθηκαν οι στρατιές του Ιμπραήμ, διατήρησαν και έσωσαν την Επανάσταση από σίγουρο ναυάγιο…
Με τις πρώτες προσπάθειες του Καποδίστρια και αργότερα του Όθωνα να ανασυντάξουν σε ενιαίο κράτος τις απελευθερωμένες περιοχές, οι Μανιάτες αντέδρασαν στη διοικητική και οικονομική αφομοίωσή τους με το υπόλοιπο Ελληνικό κράτος.
Βρέθηκαν αντίθετοι και αρνήθηκαν να υποταχτούν στην εξουσία της κυβέρνησης, αντιστάθηκαν και νίκησαν τους Βαυαρούς που είχαν σταλεί για να επιβάλουν τις θελήσεις της κυβέρνησης. Τελικά όμως επήλθε ένας συμβιβασμός και η Μάνη ειρήνευσε, ενώ σιγά – σιγά μετά το 1863, άρχισαν να προσαρμόζονται.
Άλλωστε και ο ισχύον διοικητικός διαχωρισμός μόνο τυχαίος δεν ήταν….
Η Ιστορία της Μάνης, πού τόσα πολλά έπαθε και πρόσφερε, αποτυπώθηκε στο τοπίο της με κάστρα, χωριά με κλειστά σπίτια-πύργους (τα Πυργόσπιτα), Χριστιανικές Εκκλησίες του 9ου,10ου και 11ου αιώνα, από τις αρχαιότερες στην Πελοπόννησο κ.α.
Χτισμένα σχεδόν όλα τα κτίσματα με πέτρα, τονίζουν τη λιτότητα και την αγριάδα του τοπίου.
Αυτές είναι οι χρυσές σελίδες της ιστορίας της Μάνης σε λίγες γραμμές.
Σημειώσεις
1. Θεόδωρος Πίτσιος, Παλαιοανθρωπολογικές έρευνες στο σπήλαιο Απήδημα Λακωνίας.
2. Στο Οίτυλο (επί Δωριέων) είναι το μοναδικό χωριό της Μάνης που βρέθηκε επιγραφή με πίνακα πολιτών και με Αρμοστή τον Ηρακλείδα. [Inscriptiones Graecae. Vol. 1295 s.240-242 1913 (Καταγραφή από Forster 1904, Prott, 1903, Kolbe 1905) και Α. Κουτσιλιέρη «Ιστορία της Μάνης» Αθήναι 1993 σελ. 70].



ΤΑ ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

Ασκληπιείο του Γυθεάτου Ασκληπιού

του Σταύρου Γ. Σταυρόπουλου στην εφημερίδα Αδούλωτη Μάνη

Μετά τη μοναδική προς τα βόρεια (Πελλάνα - Βελεμίνα) διαδρομή που έκανε ο Παυσανίας με αφετηρία τη Σπάρτη, παίρνει για μια ακόμα φορά μια κατεύθυνση προς νότον, χωρίς όμως, να επιστρέψει πια στη Σπάρτη. Αυτή τη φορά θα καταλήξει στο Γύθειο και θα τελειώσει την περιγραφή της Λακωνίας με τις δύο χερσονήσους πρώτα του Πάρνωνα και έπειτα του Ταυγέτου απ' όπου, προχωρώντας προς δυσμάς, θα μπει στη Μεσσηνία. Η συνέχεια της διήγησής του, μετά την περιγραφή της περιοχής της Βελεμίνα, με τα πιο πολλά νερά της Λακωνίας, χωρίς καμμία παράλειψη ή διακοπή είναι:

«Κατεβαίνοντας κανείς προς τη θάλασσα, στο δρόμο του Γυθείου συναντά την κώμη των Λακεδαιμονίων που λέγεται Κροκεαί και κοντά εκεί προς νότον ένα λατομείο όπου δεν υπάρχει βράχος συνεχής, αλλά βγαζουν λίθους σαν τις ποταμόπετρες (κροκεάτης λίθος) ...Μετά τις Κροκεές, λοξοδρομώντας κανείς δεξιά του κύριου δρόμου προς το Γύθειο, φτάνει στην πολίχνη Αίγίαι.

Λένε πως ο Όμηρος με το όνομα Αυγαιαί εννοεί αυτήν την πολίχνη... Το Γύθειο απέχει τριάντα στάδια από τις Αιγίες και είναι παραθαλάσσιο . Ανήκει ήδη στους ελευθερολάκωνες που ήταν άλλοτε υπήκοοι των Λακεδαιμονίων της Σπάρτης και τους ελευθέρωσε ο Αυτοκράτορας Αύγουστος(1). Οι Γυθεάτες ισχυρίζονται πως οικιστής της πόλεώς τους δεν υπήρξε κανένας άνθρωπος, αλλά ο Ηρακλής και ο Απόλλωνας ίδρυσαν από κοινού την πόλη μετά τη φιλονικία για την κατοχή του τρίποδα και αφού συμφιλιώθηκαν. Και υπάρχουν στην αγορά τους αγάλματα του Απόλλωνα και του Ηρακλή, και κοντά σ' αυτά, του Διονύσου.

Σ' άλλο μέρος υπάρχει ένας Απόλλωνας κάρνειος και ιερό του Άμμωνα, και ένα χάλκινο άγαλμα του Ασκληπιού σε ναό, ο οποίος δεν έχει στέγη , και μια πηγή του Θεού. Επίσης ένα ιερό της Δήμητρας άγιο και άγαλμα του Ποσειδώνος γαιαόχου... Προχωρώντας κανείς αριστερά του Γυθείου τριάντα περίπου στάδια, γράφει ο Παυσανίας, συναντά στη στεριά, αριστερά, τείχη της λεγόμενης Τρινάσου, η οποία ήταν κάποτε οχυρό μου φαίνεται και όχι πόλη. Το όνομα προήλθε, πιστεύω, από τα νησάκια που βρίσκονται σ' αυτό το μέρος, τρία τον αριθμό.

Προχωρώντας από την Τρίνασο ογδόντα περίπου στάδια, συναντά τα ερείπια του 'Ελους (όπου σήμερα η περιοχή του χωριού Βεζάνι). Τριάντα περίπου στάδια πιο πέρα, στην ακροθαλασσιά, είναι η πόλη Ακρίαι (στα νότια του χωριού Κοκκινιά ή Κοκκινιό, νοτιοανατολικά της Γλυκόβρυσης και νοτιοδυτικά των Μολάων). Από τη θάλασσα προς τα ενδότερα, σ' απόσταση εκατόν είκοσι σταδίων από τις Ακρίες, είναι οι Γερόνθρες (σημερινό Γεράκι) οι οποίες κατοικούνταν πριν έρθουν οι Ηρακλείδες στην Πελοπόννησο...»

Ο Παυσανίας ήδη από το 'Ελος διακόπτει την περιγραφή της χερσονήσου του Μαλέα για να περιηγηθεί την προς ανατολάς της Σπάρτης λακωνική ενδοχώρα και την ορεινή περιοχή στα βορειοανατολικά της χερσονήσου. Περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες τις Γερόνθρες και συνεχίζει: «Ο Μάριος (σημ. χωριό Μαρί) είναι μια άλλη πολίχνη των ελευθερολακώνων που απέχει από τις Γερόνθρες εκατό στάδια. Αυτού υπάρχει ένα ιερό αρχαίο κοινό για όλους τους Θεούς και γύρω στο ιερό άλσος με πηγές. Πηγές υπάρχουν και σ' ένα ιερό της Άρτεμης. Ο Μάριος έχει νερά αφθονώτερα από κάθε άλλο μέρος.

Πάνω από την πολίχνη αυτή υπάρχει η κώμη Γλυππία (ορθότερος τύπος Γλυμπία ή Γλυμπείς) στα ενδότερα κι αυτή. Το όνομα αυτό επέζησε, όπως έδειξε ο καταγόμενος από την ίδια περιοχή της Κυνουρίας αρχαιολόγος Κ.Α.Ρωμαίος, στο χωριό Αγ. Βασίλειος, στα βόρεια του Κοσμά και στα δυτικά του Λενιδίου. Ο Αγ. Βασίλειος είναι γνωστός από τους περίοικους ως Λύμπια. Προς μια άλλη κώμη, Σελινούντα, υπάρχει από τις Γερόνθρες δρόμος μήκους είκοσι σταδίων. Όλα αυτά βρίσκονται από τις Ακρίες προς τα άνω, προς την ενδοχώρα».

Ασκληπιείο Λας
«Δεξιά του Γυθείου βρίσκεται η Λας(2), σ' απόσταση δέκα σταδίων από τη θάλασσα και σαράντα από το Γύθειο. Η σημερινή πολίχνη, συνεχίζει ο Παυσανίας, είναι χτισμένη ανάμεσα στα βουνά 'Ιλιον, Ασία και Κνακάδιον, όπου είναι ναός του Καρνείου Απόλλωνα, πριν όμως η Λας βρισκόταν στην κορυφή του βουνού Ασία. Υπάρχουν ακόμη ερείπια της αρχαίας πόλης και μπροστά στα τείχη άγαλμα του Ηρακλή και ένα τρόπαιο από τους μακεδόνες που ήταν τμήμα του στρατού του Φιλίππου στη Λακωνική είχε αποσπασθεί από τους άλλους και λεηλατούσε τα παραθαλάσσια.

Ανάμεσα στα ερείπια υπάρχει ναός της Αθηνάς, της επονομαζομένης Ασίας που λένε πως τον ίδρυσαν ο Πολυδεύκης και ο Κάστορας: όταν επέστρεψαν σώοι από την Κολχίδα. Γιατι υπάρχει και στην Κολχίδα ιερό της Αθηνάς Ασίας. Ξέρω πως οι γιοί του Τυνδάρεω έλαβαν μέρος στην εκστρατεία του Ιάσονα, πως όμως οι κόλχοι τιμούν την Αθηνά Ασία το άκουσα από τους Λακεδαιμόνιους. Κοντά στη σημερινή πόλη υπάρχει μια κρήνη που λέγεται Γαλακώ για την απόχρωση του νερού της και κοντά στην κρήνη γυμναστήριο, όπου είναι στημένο ένα παλιό άγαλμα του Ερμή. Πάνω στο 'Ιλιον όρος υπάρχει ναός του Διονύσου, και στο ψηλότερο μέρος της κορυφής ναός του Ασκληπιού».

Παραπομπές:
1. Γι' αυτό είχε ανεγερθεί ο μεγάλος ναός για τη λατρεία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων (το λεγόμενο καισάρειον). Στο Γύθειο βρέθηκε και η σημαντικώτερη επιγραφή γενικά για τη λατρεία των αυτοκρατόρων στην Ελλάδα (περιοδ. Ελληνικά 1928, 17κ.π.). Αναφέρεται σ' αυτή πολυήμερη γιορτή με αγώνα Θυμελικό (άσματος), πομπή και Θυσία, στην οποία έπαιρνε μέρος και ένας ιερέας του Θεού Αυγούστου. Η γιορτή άρχιζε στο Θέατρο του Γυθείου, όπου πιστεύεται πως μεταφέρονταν τα αγάλματα των τιμώμενων. Μπροστά στα αγάλματα καίγονταν λιβανωτός και γίνονταν ο αγώνας του άσματος.

Άλλο μέρος της γιορτής ήταν μια πομπή από το ναό του Ασκληπιού προς το καισάρειον, όπου γίνονταν Θυσία ταύρου. Τα πρόσωπα αυτά τιμώνταν με τη γιορτή ως σωτήρες,ευεργέτες, ελευΘερωτές, Θεοί (βλ. NiIsson Gesch. d. gr. ReI. 00, 169, δημ. 2 και 369 κ.α.). Μερικά επιγράμματα επιτύμβιων στηλών αποτελούν ασθενείς απηχήσεις της σφύζουσαν ζωής στο Γύθειο κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους...

Μεταξύ των νομισμάτων που βρέθηκαν στο Γύθειο, μερικά φέρουν την επιγραφή ΓΥΘΕΑΤΩΝ, ένα απ' αυτά: Ασκληπιός Γυθεατών. Το φίδι ελίσσεται στο ραβδί που κρατάει ο Θεός στο αριστερό χέρι. 'Ισως αναπαριστά το χάλκινο άγαλμα του Ασκληπιού που είδε ο Παυσανίας στο Γύθειο (Νικ. Παπαχατζής).

2. Αρχαιοτάτη, ιστορική και πολυώνυμη η πόλη Λας, αναφέρεται από τον 'Ομηρο, το Θουκυδίδη, τον Στράβωνα και τον Ευστάθιο. φαίνεται πως βρισκόταν στους πρόποδες του ψηλού λόφου στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το μεσαιωνικό οχυρό του Πασσαβά, σ' απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων νοτιοδυτικά του Γυθείου, στο δρόμο προς την Αρεόπολη. Μέσα σε μια περιοχή με πλούσια ιστορία, πολλά Ασκληπιεία σε σχετικά κοντινές αποστάσεις μεταξύ τους, με ανώμαλη εδαφολογία και κλιματολογία, η πόλη Λας, είναι ανάγκη να προσδιορισθεί ακριβέστερα.

Ο σχολιαστής Νικ. Παπαχατζής μας παρέχει αναλυτικά πολλά στοιχεία, που κρίνουμε απαραίτητο να τα μεταφέρουμε, όπως ακριβώς τα παραδίνει: «Η τοπωνυμία αυτή, Λας, φαίνεται πως στην αρχαιότητα ήταν θηλυκού γένους: στον Θουκυδίδη η Λα, της Λας, τη Λα (8,91 και 92), στον 'Ομηρο η Λάα, την Λάαν (Β585), στον Στράβωνα η Λας, την Λαν (8,364). Η παρατήρηση του Ευσταθίου πως το όνομα της πόλης ήταν κάποτε και αρσενικού γένους αναφέρεται ίσως σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Οι κάτοικοι ονομάζονταν λαοί (σε νομίσματα Ρωμαϊκών χρόνων υπάρχει η επιγραφή "λαών" (βλ. την εικ. 418, αριθ. 7και Head - Σβορώνου 1,545).

Βέβαιο θεωρείται πως το όνομα προήλθε από το πετρώδες έδαφος του λόφου που χρησίμευε ως ακρόπολη (ο λάας, το λάος ή με συναίρεση ο λας έχει την ίδια ρίζα με τη λατινική λέξη Iapis, πέτρα). Η αρχαία πόλη βρισκόταν στους πρόποδες του ψηλού λόφου που στέφεται από το μεσαιωνικό οχυρό του Πασσαβά, σ' απόσταση 10 περίπου χιλιομέτρων νοτιοδυτικά του Γυθείου, στο δρόμο προς την Αρεόπολη. Το μεσαιωνικό κάστρο κατέχει την πιο επιβλητική θέση στο στενό πέρασμα προς τα ενδότερα της Μάνης. Στη δυτική παραλία της Μάνης, αντίκρυ στον Πασσαβά υπήρχε δεύτερο μεσαιωνικό φρούριο, το γνωστό ως κάστρο της Κελεφάς, κοντά στο Οίτυλο. Από το δεύτερο αυτό κάστρο μπορούσε να ελέγχεται ο δυτικός δρόμος της καθόδου προς τα νότια της χερσονήσου. Αν κανείς κατείχε με επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις και τα δύο κάστρα, μπορούσε να ελέγχει από ξηράς ολόκληρη τη Μάνη. Η σημασία των δύο θέσεων φαίνεται ήδη από τον 'Ομηρο, ο οποίος τις αναφέρει μαζί στον ίδιο στίχο: "οι τε Λάαν είχον, η δ Οίτυλον αμφενέμοντο" (Ιλ. Β 585). Στην ανατολική πλευρά μια εξόρμηση για την κατοχή της χερσονήσου μπορούσε να γίνει μόνο από το φρούριο του Πασσαβά που κατά μια άποψη πήρε το όνομά του από το γαλλικό πολεμικό σύνθημα της φραγκοκρατίας "passe avant". Το κάστρο είχε χτιστεί από τον γάλλο άρχοντα Του μοριά Jean de NeuiIIy στα 1254.

Η ακρόπολη της αρχαίας πολίχνης πρέπει να βρίσκονταν στη θέση του κάστρου του Πασσαβά. Η κάτω πόλη, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Παυσανία, βρισκόταν στους πρόποδες του λόγου που τότε είχε το όνομα Ασία, κλείνονταν όμως γύρω με άλλους δύο λόφους. Στη στενή αυτή κοιλάδα υπάρχει σήμερα μικρή αγροτική εγκατάσταση ονομαζόμενη Τουρκόβρυση, γιατί υπήρχε παλιά χτιστή βρύση, αριστερά του σημερινού δρόμου προς την Αρεόπολη (ίσως ήταν το σωζόμενο παραμορφωμένο ερείπιο κρητικής κατασκευής μέσα σ' ένα κτήμα, αριστερά του δρόμου). Η κρήνη αυτή ήταν ασφαλώς η αρχαία Γαλακώ, πολλές φορές ανακαινισμένη από τον καιρό του Παυσανία. Ένα πηγάδι με πλατύ στόμιο που έχει τελευταία, ανοίγει για την άδρευση του κτήματος, παρά το αριστερό κράσπεδο του δημόσιου δρόμου, στα ριζά του μεσαιωνικού κάστρου, έχει νερό με γαλακτώδη απόχρωση, όπως το νερό της κρήνης Γαλακούς. Από την αρχαία οχύρωση της ακρόπολης σώζεται ένα τμήμα του περιβόλου που έχει ενταχθεί στη μεσαιωνική οχύρωση ή έχει ξαναχτιστεί στα μεσαιωνικά χρόνια με αρχαίο υλικό. Στην εύφορη μικρή κοιλάδα των προπόδων του Πασσαβά έχουν βρεθεί κατά καιρούς μερικά αρχαία γλυπτά, μεταξύ των οποίων χάλκινο αγαλμάτιο Πανός (8SA 190687, 233). Υπάρχουν και όστρακα κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων που όμως είναι αβέβαια, αν και η Θέση είναι κατάλληλη για μυκηναϊκή εγκατάσταση (BSA 1961, 118) και αν η πόλη ήταν γνωστή στον Όμηρο και επιπλέον συνδέονταν με γεγονότα προϊστορικών χρόνων. Ο Στράβων σημειώνει πως το ομηρικό επίθετο λαττέρσαι οφείλεται στο ότι οι δύο ήρωες είχαν κυριέψει την Λαν: Την δε λαν οι Διόσκουροι ποτε εκ πολιορκίας ελείν ιστορούντοι, αφ' ου κάιλαπέρσαι προσηγορεύθησαν. Τα σαράντα δύο πελοπονησσιακά πλοία που κατά το Θουκυδίδη 9, 91 κ.λ.π. είχαν συγκεντρωθεί στα 411 π.χ. στη Λα, προκειμένου να κατευθυνθούν υπό τον Αγησανδρίδα κατά των Αθηναίων για να ελευθερώσουν την Εύβοια, μπορούμε να υποθέσουμε πως είχαν χρησιμοποιήσει ως αγκυροβόλιό τους το σημερινό λιμάνι Βαθύ. Η πόλη Λας δεν μπορούσε να διαθέτει ασφαλέστερο λιμάνι, αν και ο αμέσως προς νότον όρμος του Αγερανού (στις "Καμάρες") ανήκε ανέκαθεν στην πόλη Λα.



Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ ΚΛΑΔΑΣ

Ένας θρυλικός Ιππότης ξεκινά μιαν επανάσταση

Ήδη από το1460, με την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μυστρά, όλη η Πελοπόννησος βρισκόταν υπό Τουρκικό ζυγό, εκτός της Μάνης και των παράλιων Ενετικών φρουρίων Μεθώνης, Κορώνης, Πύλου, Ναυπλίου κ.α.

Οι Μανιάτες γνώριζαν, ότι αργά ή γρήγορα ο κατακτητής θα εστρέφετο εναντίον τους, γι’ αυτό είχαν φροντίσει όχι μόνο να εξοπλισθούν, αλλά και να οχυρώσουν όλες τις προσβάσεις που οδηγούσαν στην ενδοχώρα.

Ο Μωάμεθ, φερόμενος διπλωματικά, δεν επετέθη γιατί δεν επιθυμούσε να εξωθήσει τους Μανιάτες σε πιθανή συμμαχία με την Βενετία, με την οποία επίσης γνώριζε ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν σε σύγκρουση.

Μάλιστα προσπάθησε να προσεταιρισθεί «φιλικά» τον τότε αρχηγό των Μανιατών Κορκόδειλο Κλαδά, προσφέροντάς του για νομή και προσωπικό έσοδο την εύφορη πεδιάδα Έλους.

Ο Κορκόδειλος Κλαδάς με γνήσιο Λακωνικό σθένος και πνεύμα του απάντησε πως «δεν έχω ανάγκη υπόδουλης γης, αλλά ελεύθερης…».

Τελικά ο πόλεμος Τουρκίας-Βενετίας, εξερράγη το 1463. Ο αρχιστράτηγος των Ενετικών δυνάμεων στην Ελλάδα, έστειλε προκηρύξεις παντού και καλούσε τους Πελοποννησίους να επαναστατήσουν κατά του «κοινού εχθρού».

Οι Έλληνες υπάκουσαν και πρώτοι οι Μανιάτες υπό τον Κλαδά, ο οποίος κάλεσε σε γενική συνέλευση όλους τους οπλαρχηγούς της Μάνης στο Οίτυλο και όλοι τον εξουσιοδότησαν να ηγηθεί των πολεμικών ενεργειών παρά το πλευρό των Ενετών. Ακολούθησαν η Αρκαδία, η Σπάρτη, η Κόρινθος, η Πάτρα, το Άργος και η Μονεμβασιά.

Ο πρώτος χρόνος των επιχειρήσεων, έφερε νίκες και όλα τα φρούρια της Πελοποννήσου έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων και των Ενετών. Ο θάνατος όμως του Αρχηγού των Ενετών Βερθόλδου της Έσσης στην πολιορκία της Ακροκορίνθου και η αντικατάστασή του από τον άπειρο και ανίκανο Βαρβαρίγο, άλλαξε την πορεία του πολέμου.

Οι Ενετοί τελικά θα υπογράψουν μιαν επαίσχυντο συνθήκη με τους Τούρκους, θα κρατήσουν μεν για λογαριασμό τους τα παράλια φρούρια της Πελ/σου, αλλά και θα εγκαταλείψουν τους Μανιάτες στην μοίρα τους. Τον δε Κλαδά θα υποχρεωθούν να τον επικηρύξουν ζωντανό ή νεκρό για το κολοσσιαίο ποσό της εποχής εκείνης των 10.000 χρυσών δουκάτων.

Οργισμένοι οι Μανιάτες από την παρασπονδία των Ενετών, και υπό την ηγεσία πάντα του Κλαδά, απτόητοι και μανιασμένοι θα κηρύξουν πόλεμο και κατά της Βενετίας.

Ο Σουλτάνος φοβούμενος ότι η Δύση μπορούσε να συνασπισθεί εναντίον του, απεφάσισε να εισβάλει στην Μάνη με μια μεγάλη στρατιά προκειμένου να συντρίψει την ανταρσία των Μανιατών.

Ο Κορκόδειλος Κλαδάς θα διατάξει την εκκένωση του Οιτύλου και των άλλων πόλεων. Τα γυναικόπαιδα θα κρυφτούν σε απάτητα βουνά και ο ίδιος με τις δυνάμεις του, θα αποσυρθούν σε επίκαιρα σημεία περιμένοντας την Τουρκική στρατιά να εισβάλει στην έρημη Μάνη.

Οι Τούρκοι στο πέρασμά τους, έσπειραν φωτιά και καταστροφή. Ο Κλαδάς, αφού τους εγκλώβισε στο εσωτερικό της Μάνης, επετέθη και απέκλεισε κάθε δίοδο διαφυγής. Η ήττα των Τούρκων υπήρξε συντριπτική.

Ακολούθησε και δεύτερη εκστρατεία των Τούρκων αργότερα, χωρίς να σταματήσουν και στο ενδιάμεσο οι μάχες φθοράς των αντιπάλων. Τελικά ο Κλαδάς, αφού θα διασκορπίσει στα όρη εν ασφαλεία τους πολεμιστές του, θα αναχωρήσει μετά από αμέτρητες περιπέτειες από το Πόρτο-Κάγιο και θα καταφύγει στην Νεάπολη όπου ο βασιλιάς Φερδινάνδος, θα τον δεχτεί και θα τον φιλοξενήσει με ιδιαίτερες τιμές.

Αδυνατώντας όμως να παραμένει άπραγος και γεμάτος νοσταλγία, φεύγει για την Ήπειρο -τόπο καταγωγής των προγόνων του-και τίθεται στην πολεμική υπηρεσία του Γεώργιου Καστριώτη, γιου του Σκεντέρμπεη, συνεχίζοντας ασταμάτητα τους αγώνες του κατά των Τούρκων για τρία ολόκληρα χρόνια.

Θα επιστρέψει ξανά στην Μάνη, θα οργανώσει μια νέα δύναμη από 15.000 Μανιάτες και θα συνεχίσει τον αμείλικτο πόλεμο κατά των Τούρκων με αμέτρητες μάχες, έχοντας στο πλευρό του αυτή την φορά και τους μετανοημένους Ενετούς, που είχαν αντιληφθεί ότι δεν μπορούσαν να εμπιστεύονται τους Τούρκους.

Ο Κορκόδειλος Κλαδάς, θα επιστρέψει και πάλι στην Ήπειρο και με μια μικρή ομάδα επαναστατών θα επιτεθεί κατά της Χειμμάρας. Εκεί θα πέσει ηρωικά αντιμετωπίζοντας υπέρτερες δυνάμεις και θα περάσει στην αθανασία σαν ο Θρυλικός Ιππότης των αγώνων της Μάνης, αλλά και ο ηγέτης της πρώτης μεγάλης επανάστασης των Ελλήνων ενάντια στον κατακτητή, που δεν θα σταματήσουν μέχρι τον 20ο αιώνα.

Από άρθρο του Κων/νου Α. Καρακάση στο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ Τ. 11 Δεκέμβριος 1998.



Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΩΝ

Μια αποτυχημένη απόπειρα μετοικεσίας

Οι δύο μεγάλες οικογένειες, Μέδικοι και Στεφανόπουλοι, θα ηγεμονεύσουν την Μάνη για αιώνες και σε συνεργασία με την Βενετία, θα επιχειρήσουν για άλλη μια φορά να απελευθερώσουν την Πελοπόννησο από τον Τουρκικό ζυγό.

Η Βενετία θα στείλει τον Φρανσίσκο Μοροζίνη με στόλο στην Καλαμάτα και οι Μανιάτες θα τον συνδράμουν με χερσαίες δυνάμεις στην κοινή πολιορκία της πόλης, η οποία δεν θα αργήσει να παραδοθεί. Μετά απ' αυτή την επιτυχία οι Μανιάτες ζήτησαν από τον Μοροζίνη να προχωρήσουν μαζί στις επόμενες πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά επειδή η πολιορκία της Κρήτης από τους Τούρκους είχε φέρει σε δεινή θέση τους εκεί Ενετούς, ο Μοροζίνης εγκατέλειψε τους Μανιάτες αβοήθητους και μόνους για άλλη μια φορά.

Απογοητευμένοι και πικραμένοι οι Μανιάτες και μπροστά στις αναμενόμενες συνέπειες που θα υφίσταντο εκ μέρους της Τουρκίας, απεφάσισαν με πρωτοβουλία των δύο μεγάλων οικογενειών, να έρθουν σε επαφή με την δειναστεύουσα οικογένεια των Μεδίκων της Φλωρεντίας, προκειμένου να μεταναστεύσουν στην Τοσκάνη (1663).

Πράγματι μια αντιπροσωπεία με επικεφαλής ένα μέλος της κάθε οικογένειας, μετέβη στην Φλωρεντία και συναντήθηκε με τον Δούκα Φερδινάνδο Μέδικο, ο οποίος τους δέχτηκε με εξαιρετική εύνοια και μάλιστα ενέκρινε το αίτημα των Μανιατών να εγκατασταθούν στην περιοχή της Τοσκάνης.

Συνετάχθη μάλιστα και σχετικό Πρωτόκολλο, το κείμενο του οποίου διεσώθη μέχρι τις ημέρες μας. Αλλά η συμφωνία αυτή, δεν πραγματοποιήθηκε εκείνη την χρονιά, αλλά αργότερα και χωριστά για τις δύο οικογένειες, εξ αιτίας του αδελφοκτόνου πολέμου (σημ. βλέπε Λιμπεράκη Γερακάρη) που ξέσπασε ανάμεσα στους Μεδίκους και τους Στεφανόπουλους.

Τελικά οι μεν Μέδικοι μετανάστευσαν στην Φλωρεντία (Τοσκάνη) το 1670-71 οι δε Στεφανόπουλοι το 1674-75 στην περιοχή της Γένοβας πρώτα και στην συνέχεια στην Κορσική.

Η τελική μετοικεσία και η παρακμή

Μετά από όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα, με την συνεχή παρακολούθηση πλέον των Τούρκων, την εξάντληση της Μάνης σε έμψυχο υλικό, αλλά και μπροστά στο δίλημμα να υποταχθούν στους ακόμα πιο σκληρούς όρους που έθεταν οι Τούρκοι, απεφασίσθη τελεσίδικα αυτή την φορά, ο εκπατρισμός των δύο μεγάλων οικογενειών.

Πρώτοι έφυγαν οι Μέδικοι για την Τοσκάνη και μετά οι Στεφανόπουλοι για την περιοχή της Γένουας και στην συνέχεια στην Κορσική. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 3.000 άνθρωποι -μέλη και συγγενείς των δύο οικογενειών- εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη και διασώζονται οι περιγραφές των τελευταίων τραγικών στιγμών της αναχώρησής των.

Τόσο οι Μέδικοι όσο και οι Στεφανόπουλοι, θα βρεθούν σύντομα στον κλοιό της Καθολικής εκκλησίας, θα προσηλυτιστούν και σιγά σιγά, μακριά από την αγαπημένη τους γη, θα αφομοιωθούν και θα χάσουν τις μνήμες που τους έδεναν με τα πάτρια εδάφη.

Όλες αυτές οι ψυχές θα σβηστούν από τους χάρτες της Μάνης που θα τους θρηνεί σαν παντοτινά χαμένους, αν και φαίνεται ότι οι Στεφανόπουλοι της Κορσικής «άντεξαν» περισσότερο στην πίεση της αφομοίωσής τους.

Πολλές γενιές αργότερα, η Δούκισσα Λάουρα Σαιν-Μαρτέν Περμόν ντ' Αμπραντές, (1784 - 1838) κόρη του Γάλλου Περόν και της Ελληνίδας Πανώριας Κομνηνού και μετέπειτα συζύγου του Στρατάρχη του Ναπολέοντος Ζυνό, έγραψε στα απομνημονεύματά της και προσπάθησε μέσω αυτών να αποδείξει με Ιστορικούς ισχυρισμούς, ότι ο Ναπολέων Βοναπάρτης ήταν Ελληνικής καταγωγής, προερχόμενος μάλιστα από τους καταφυγόντες από την Μάνη στην Κορσική πρόσφυγες Κομνηνούς.

Υποτίθεται ότι το όνομα Βοναπάρτης προερχόταν από την Οικογένεια του Καλόμερου Κομνηνού που στα Ιταλικά είχε γίνει Buonaparte = Βοναπάρτης.

Γεγονός πάντως είναι ότι το 1808 ο Ναπολέων σχεδίαζε να επιτεθεί κατά της Τουρκίας, και έστειλε στην Μάνη «τους δύο αδελφούς Δήμο και Νικολό Στεφανόπουλους Κορσικανούς εμπίστους του εξ Οιτύλου καταγομένους, με επιστολήν και ειδικήν εντολήν προς τον Τζανήμπεην ίνα συνεννοηθώσι και λάβωσι παρ' αυτού, αναγκαίας πληροφορίας περί της πολεμικής καταστάσεως και πιθανής συνεργασίας των Μανιατών...».

Ο Τζανήμπεης τους δέχτηκε με εξαιρετική φιλοξενία και τους παρέδωσε ένα άγαλμα της Ελευθερίας το οποίο αγαπούσαν ιδιαίτερα οι Μανιάτες, για να το παραδώσουν στον Ναπολέοντα, μαζί με τα αισθήματα φιλίας των Μανιατών. Το άγαλμα αυτό βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου, σαν ανάμνηση αυτής της επαφής με τον Ναπολέοντα.

Ίσως τελικά οι Στεφανόπουλοι, ζώντας στα άγρια τοπία της Κορσικής να κρατούσαν πιο ισχυρή την μνήμη της μακρινής πατρίδας και τελικά στην κονίστρα της Ιστορίας, είχαν κερδίσει τους Μεδίκους, χαρίζοντας στον Κόσμο έναν Ναπολέοντα που με την μεγαλοφυΐα του δεν θα μπορούσε παρά να έχει στο αίμα του κάτι Ελληνικό.

Αυλαία

Δεν είναι δυνατόν φίλε αναγνώστη να σε κουράσω άλλο. Η συνοδοιπορία μου μαζί σου, στην ατραπό της Μανιάτικης Ιστορίας θα είναι το ίδιο κακοτράχαλη και κουραστική και η ανάσα μας θα κόβεται σε κάθε γωνιά αυτής της αιματοβαμμένης γης, έτσι που κάποιος από τους δύο μας θ' αποκάμει.....

Πάνω από τα κιτρινισμένα φύλλα του παρελθόντος, καταγράφεται η απίστευτη πορεία και το δράμα αυτής της γης, που για 400 χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής της Ευρώπης.

Σουλτάνοι και Μ. Βεζυράδες, Δούκες, πρίγκιπες και Δόγηδες, η Αικατερίνη η Μεγάλη, ο Ορλώφ , ο Κατσαντώνης, ο Μοροζίνης και ο Ναπολέοντας, ο Ιμπραήμ και ο Κατσώνης, οι Κολοκοτρωναίοι και οι Μαυρομιχαλαίοι, είναι λίγα από τα ονόματα που έπαιξαν το καθένα τους, τον δικό του ρόλο στην τεράστια σκηνή όπου επαίζετο σε συνέχειες η τραγωδία της Μάνης.

Η Εθνική συνείδηση της Μάνης δεν θα πάψει να αγωνίζεται για την Ελευθερία, όχι μόνο για τη γη των πατέρων της, αλλά για όλη την Ελλάδα. Στις 17 Μαρτίου 1821 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης θα συνάξει όλους τους οπλαρχηγούς της Μάνης, στην εκκλησία των Ταξιαρχών στην Αρεόπολη και στην πλατεία αυτή, θα υψώσει τη σημαία της Επανάστασης 8 ημέρες πριν από την Αγία Λαύρα.

Οι αγώνες των Μανιατών για την ανεξαρτησία και οι αμέτρητες θυσίες είναι γνωστές. Αλλά και μετά, δεν θα βάλουν το σπαθί στο θηκάρι του. Μανιάτες εθελοντές θα πολεμήσουν στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης και της Μακεδονίας και μέχρι τα πρόσφατα γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη Ιστορία η Μάνη ήταν παρούσα. Στο διάβα των αιώνων, ο απόηχος των Θερμοπυλών, θα ηχεί σαν η παντοτινή φωνή της.....

Ώ ξειν αγγέλειν τοις Λακεδαιμονίοις...Νοερά στέλνω την ματιά μου στις καψαλιασμένες σάρκες της και ένας κόμπος στέκεται στον λαιμό μου.

Σε καιρούς χαλεπούς σαν τους σημερινούς, η λέξη ‘’παραμύθι’’ δεν μπορεί να καλύψει το καταστάλαγμα που μένει στην ψυχή σου, αν μπορέσεις ν' ακουμπίσεις έστω για λίγο, την πυρακτωμένη αυτή γη.

Να γιατί αυτό το οδοιπορικό δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, παρά μια επιτροχάδην αφή, πάνω σ' αυτό το σώμα που είναι γεμάτο ουλές και σημάδια.

Η ομορφιά της Μάνης, δεν βρίσκεται ούτε στα τοπία της, ούτε στους πύργους και τα γυμνά βουνά της. Η ομορφιά της Μάνης, είναι η Ιστορία της. Είναι η αδιάκοπη και αδάμαστη Ελληνική της φωνή.

Και όπως η Ποίηση δεν περιγράφεται έτσι και η Μάνη -το ξαναλέω- δεν περιγράφεται. Αλλά όσοι αγαπούν την ποίηση, τότε σίγουρα μπορούν ν' αγαπήσουν και την Μάνη. Γιατί από μόνη της, συνιστά την ομορφότερη επιτομή Ποίησης που έγραψε η Ελληνική ψυχή!

Κωνσταντίνος Καρακάσης έγραψεν Ναύπλιο - Οκτώβριος 1998

Υ.Γ . Χρωστώ θερμές ευχαριστίες στους φίλους που βοήθησαν σ' αυτή την γραφή. Ιδιαίτερα στους κ.κ. Δημ. Παναγιωταρέα, Σπύρο και Μιχάλη Μπατσινίλα.

Από άρθρο του Κων/νου Α. Καρακάση στο Ελληνικό Πανόραμα Τ. 11 Δεκέμβριος 1998.



ΜΕΔΙΚΟΙ – ΓΙΑΤΡΙΑΝΟΙ

Όπου ένας Μέδικος ξεκινά μια Ρομαντική ιστορία

Ο Βολταίρος έβλεπε την Ιστορία, κυρίως σαν «ένα σύνολον από εγκλήματα, ανοησίας και δυστυχήματα των ανθρώπων» κάτι για το οποίο συμφωνούσε και ο Γίββων, ο δε Γουϊλ Ντυράν σημειώνει, πως «αι αμαρτίαι του ανθρώπου, πιθανόν να είναι τα λείψανα της ανόδου του μάλλον, παρά τα στίγματα της πτώσεώς του...»

Ανατρέχοντας κανείς στην Ιστορία της Μάνης ιδιαίτερα της περιόδου που καλύπτει τον 17ο αιώνα -και όχι μόνο- βλέπει πόσο αληθινές είναι οι προαναφερθείσες σκέψεις. Θα μπορούσε να γράψει κανείς τουλάχιστον άλλη μια δωδεκάδα από παρόμοιους συλλογισμούς, αλλά δεν είναι ούτε χρήσιμο ούτε αναγκαίο.

Και αν στο οδοιπορικό μας αυτό ασχολούμαστε τόσο πολύ με την ιστορία της Μάνης, το κάνουμε, γιατί και αυτή η αρχιτεκτονική ιδιομορφία του τόπου, είναι απόλυτα ταυτισμένη με την κοινωνική και πολιτική της πορεία μέσα στο χρόνο, αλλά και με το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έδρασε.

Οι Μανιάτες δεν θα μπορούσαν να είναι αυτό που είναι, αν είχαν γεννηθεί στην αρχαία Ιωνία. Η Μάνη δεν έχει να σου προσφέρει την μαγεία των απέραντων δρυμών, ούτε ποτάμια ή γραφικές λίμνες, λειμώνες ή πεδιάδες γεμάτες πράσινο και χρώμα.

Η Μάνη είναι τραχειά, σκληρή και αποστεωμένη, σαν τους πρωτοχριστιανούς αναχωρητές της ερήμου, που ακόμα μας τρομάζουν όταν τους βλέπουμε σε παλαιϊκές τοιχογραφίες. Να γιατί έγραψα πιο πάνω πως η Μάνη δεν περιγράφεται ...

Και εδώ συμπληρώνω, πως η Μάνη δεν περιγράφεται χωρίς την Ιστορία της. Ίσως ίσως, εκεί να έγκειται και η γοητεία που ασκεί σήμερα μέσα από την προοπτική του Χρόνου. Ας ανέβουμε λοιπόν στην κορυφή ενός πύργου, ας ατενίσουμε τον γκρίζο και γυμνό ορίζοντα και μέσα από ένα φανταστικό χρονοσκόπιο, ας γυρίσουμε στο χθες…

Δεκαεννιά μόλις χρόνια μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, η Δύση αντελήφθη τον επερχόμενο κίνδυνο που διέτρεχε με τις ακόρεστες διαθέσεις του Μωάμεθ Β’ για νέες κατακτήσεις.

Έτσι το 1472 ο πάπας Σίξτος Δ’ θα οργανώσει μια συμμαχία με την Ενετική Δημοκρατία, τον Βασιλέα της Κύπρου, το Μ. Μάγιστρο των Ιπποτών της Ρόδου, του Βασιλέως της Νεαπόλεως Φερδινάνδου και αυτού ακόμα του Σάχη της Περσίας Ουσούμ-Χαράν, προκειμένου να επιτεθούν όλοι μαζί στον κοινό εχθρό.

Οι επικεφαλείς αυτής της συμμαχίας, συναντήθηκαν στο Ναύπλιο, προκειμένου να καταστρώσουν τα σχέδια του πολέμου ενάντια στους Τούρκους. Δυστυχώς όμως σύντομα ξέσπασαν διχογνωμίες και διχόνοιες ανάμεσά τους για το ποιος θα είναι Πρώτος και επικεφαλής της εκστρατείας, αλλά και για τον τρόπο διανομής των λαφύρων.

Η συμμαχία διαλύθηκε και οι αντιπρόσωποί της, έφυγαν για τις πατρίδες τους, τον Ιούνιο του 1472. Μαζί τους όμως και μπροστά στον Τουρκικό κίνδυνο, έφυγαν από το Ναύπλιο και πολλοί ευγενείς, Ιππότες και ευπατρίδες, αναζητώντας ασφαλέστερους τόπους να εγκατασταθούν.

Ένας εξ αυτών ήταν ο Πιέρρο Μέδικος, συγγενής εξ αίματος, με την ήδη διάσημη οικογένεια των Μεδίκων που κυβερνούσαν την Φλωρεντία.

(ΣΗΜ. Η άμεση αυτή σχέση με τους Μεδίκους της Φλωρεντίας του Πιέρρου Μέδικου δεν έχει γίνει ιστορικά αποδεκτή και υπάρχουν πολλοί που την αμφισβητούν. Στα χειρόγραφα της εποχής το όνομα του Πιέρρου Μέδικου αναφέρεται Pierro Medico που μπορεί απλά να αναφέρεται σε έναν Πιέρρο Ιατρό, πράγμα σύνηθες την εποχή εκείνη, το όνομα δηλ. ενός πολίτη να συνοδεύεται από την επαγγελματική του ιδιότητα).

Κατάφερε να διαφύγει σώος με πλοίο από το Άστρος Κυνουρίας και ν' αποβιβαστεί στα νότια της Μάνης (1475). Εκεί βρήκε φιλοξενία από τον Τοπάρχη Ταινάρου Κοντόσταυλο, ο οποίος εκτιμώντας την πολιτική και στρατιωτική του μόρφωση, αλλά και το γεγονός ότι ήταν συγγενής με την οικογένεια των Μ. Δουκών της Τοσκάνης πράγμα που του έδινε ιδιαίτερη αίγλη, τον προσέλαβε για Σύμβουλο και Γραμματέα του. Την πορεία του Πιέρρου ή Πέτρου Μεδίκου θα την παρακολουθήσουμε λίγο πιο κάτω.

-Με την κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1473) αμέτρητοι Έλληνες πρόσφυγες εγκαταλείπουν τα πάτρια εδάφη και σκορπίζονται στα τέσσερα σημεία της γης, προκειμένου ν' αποφύγουν την υποδούλωση στον Τούρκο κατακτητή.

Ένας απ' αυτούς ήταν ο Νικηφόρος Κομνηνός, γόνος της Αυτοκρατορικής οικογένειας , που μαζί με άλλους ευπατρίδες θα καταλήξουν στο Οίτυλο, όπου και θα εγκατασταθούν. Σε μια-δύο γενεές θα γίνουν η μία από τις δύο πιο ισχυρές οικογένειες της Μάνης με το όνομα Στεφανόπουλοι...

Έχουμε ήδη αναφερθεί και στην εγκατάσταση του Πιέρρου Μέδικου από το Ναύπλιο στην Μάνη, όπου και θα βρεθεί στην υπηρεσία του Τοπάρχη Ταινάρου, Κοντόσταυλου. Ο Πιέρρος Μέδικος, θα παντρευτεί την μοναχοκόρη του προστάτη του Ανθή ή Ανθούλα και έτσι θα γίνει ο γενάρχης της πολυπληθέστερης και ισχυρότερης οικογενείας της Μάνης -αυτής των Μεδίκων ή Γιατριάνων- μαζί με την προαναφερθείσα των Στεφανόπουλων.

Ο Πιέρρος Μέδικος, λόγω της ευγενούς καταγωγής του, της εξαιρετικής παιδείας αλλά και των άλλων χαρισμάτων του, έγινε τόσο δημοφιλής που οι κάτοικοι της Επαρχίας Ταινάρου, ζητούσαν την παραίτηση του πεθερού του και την ανάληψη της θέσεως του Τοπάρχου από τον γαμπρό του. Ο Κοντόσταυλος, τυφλωμένος από αντιζηλία και φθόνο, οργάνωσε και επέτυχε με δόλο, την δολοφονία του γαμπρού του Πιέρρου Μέδικου.

Έτσι άρχισε να ξετυλίγεται ένα ατέλειωτο νήμα αίματος, που έμελλε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να σφραγίσει και την Ιστορία της Μάνης...

Η Ανθή Μεδίκου, αν και εγκυμονούσα, θα εγκαταλείψει την πατρική στέγη μετά απ' αυτό το ανόσιο έγκλημα και θα φτάσει ανήμερα των Χριστουγέννων στο Οίτυλο, όπου θα εγκατασταθεί και θα γεννήσει ένα αγόρι, που σύμφωνα με τα έθιμα της Μάνης θα πάρει το όνομα του αδικοχαμένου πατέρα του και θα ονομαστεί Πέτρος Β’ Μέδικος.

Το παιδί αυτό, θα μεγαλώσει στο Οίτυλο κάτω από τις καλύτερες φροντίδες της μητέρας του, αλλά και με το μίσος για τον παππού και δολοφόνο του πατέρα του, για τον οποίο είχε ορκισθεί εκδίκηση. Θα παντρευτεί –άγνωστο το όνομα της συζύγου του- και θα αποκτήσει έξη γιους, που θα γίνουν και τα μεγάλα κλαριά του ισχυρού δένδρου των Μεδίκων στην Ελλάδα.

Στα έθιμα της Μάνης, αναφερθήκαμε στην συνήθεια που υπήρχε τότε, όταν μια οικογένεια είχε διαφορές με μιαν άλλη, κανένα μέλος της ή υποτακτικός δεν μπορούσε ούτε καν να περάσει μέσα από την περιοχή ή τα κτήματα του αντιπάλου της.

Έτσι όταν μια ηλικιωμένη υποτακτική του Κοντόσταυλου θέλησε να πάει στην Καλαμάτα, έκανε το λάθος να περάσει από το Οίτυλο, διασχίζοντας τις απέραντες εκτάσεις που ανήκαν ήδη στην οικογένεια των Μεδίκων, για να «κόψει δρόμο». Έγινε όμως αντιληπτή, συνελήφθη και επεστράφη άναυλα πίσω στο Ταίναρο.

Οργισμένος ο Κοντόσταυλος για την προσβολή που του έγινε, μάζεψε τα παλικάρια του, βάδισε κατά του Οιτύλου και στρατοπέδευσε στην θέση Τσίπα (παράλιο Οίτυλο).

Απ’ εκεί, έστειλε μήνυμα στον Πέτρο Μέδικο –και εγγονό του- πως για να λυθεί η προσβολή, έπρεπε να μονομαχήσουν οι δύο τους. Ο Πέτρος Μέδικος δέχτηκε και κανονίστηκαν οι λεπτομέρειες. Θα μονομαχούσαν την επομένη το πρωί δίπλα στην Εκκλησία της Παναγίας με όπλο το τόξο.

Ένας έμπιστος υποτακτικός της Ανθής ονόματι Μπαζίνας που υπεραγαπούσε τον Πέτρο, μόλις έμαθε τα νέα και φοβούμενος για την ζωή του Κυρίου του, πήρε την μοιραία απόφαση.

Κρύφτηκε στους θάμνους δίπλα από το σημείο της μονομαχίας και μόλις έφτασαν οι δύο μονομάχοι-αντίπαλοι με τους συνοδούς τους -ανάμεσά τους και η Ανθή Κοντόσταυλου Μεδίκου- πριν προλάβουν να κάνουν την παραμικρή κίνηση, ο Μπαζίνας με το δικό του τόξο, έστειλε τον Κοντόσταυλο στον....άλλο Κόσμο.

Ο Πέτρος Μέδικος, θέλησε να τιμωρήσει αυστηρά τον υποτακτικό του, αλλά η μητέρα του Ανθή του είπε πως ίσως ήταν θέλημα της Μοίρας να σκοτωθεί ο Κοντόσταυλος με δόλιο τρόπο και ο ίδιος, όπως με δόλο είχε δολοφονήσει τον άντρα της και πατέρα του.

Η Ανθή δεν αρκέστηκε να εξευμενίσει τον γιο της, αλλά ανήγγειλε πως κάνει τον Μπαζίνα ψυχογιό της, δηλ. τον υιοθετούσε από εκείνη την στιγμή και τον θεωρούσε σαν τον 7ο εγγονό της!

Η παράδοση λέει, πως για να είναι όμως και δίκαιη, καταράστηκε τον Μπαζίνα «να μην πληθαίνει το σπέρμα του πέραν του ενός» και μέχρι σήμερα, αν και έχουν περάσει 400 χρόνια από τότε, υπάρχει πάντα ένας με το επώνυμο Μπαζίνας, καταγόμενος από εκείνο τον έμπιστο και αφοσιωμένο ψυχογιό της Ανθής και του Πέτρου Β’ Μεδίκου.

Οι βασικοί κλάδοι του οικογενειακού δέντρου του Πέτρου Μέδικου, με την πάροδο των αιώνων, πήραν διάφορα παρεπίθετα, κυρίως από το μικρό όνομα ενός εκάστου, όπως τα παιδιά του Αποστόλου καλούνται Αποστολάκος, του Γιαννάκη Γιαννακάκος κ.ο.κ. Ιδού λοιπόν ένας πρόχειρος πίνακας από τις γενιές που προήλθαν από τον Πιέρρο Μέδικο της Μάνης και τα 6 εγγόνια του.

1. Μιχελής Μέδικος = Δεκούλοι – Πολυχρόνη - Παπαδόπουλοι.
2. Ιωάννης Ραζέλος Μέδικος = Αποστολάκος - Γιαννακάκος - Γιανναρέας - Ιατρόπουλος - Μιχαλέας - Μιχαλαρέας - Μπατσινίλας – Παναγιωταρέας - Σωτηράκος - Τσινέας - Σταυρέας - Πετράκος – Ραζέλος – Ρουμπέας – Πιερρακέας – Παπαδέας κ.ά. π.
3. Λουκάς Μέδικος = Βαρβεράκης – Δαγρέας – Μπαταλάρης – Παπαδέας – Σκουντζέας.
4. Σαλμπάνος Μέδικος = Μοτσόβολος κ.ά.π.
5. Κούρος Μέδικος = Μπαρέλος - Πιερουλίδης - Ανδρώνης - Ψαρέας - Πατρινέλης - Βοϊδάκος.
6. Γάϊος Μέδικος = Γατέας - Ζαρουλέας – Καράμπελλας -Στρατηγαρέας και Ράϊκος.



Μια ρομαντική ιστορία

ΝΙΚΛΟΙ ΚΑΙ ΜΕΔΙΚΟΙ
Η Ανθή Κοντόσταυλου - Μεδίκου, μετά την δολοφονία του συζύγου της, κατέφυγε ανήμερα των Χριστουγέννων στο Οίτυλο. Προκειμένου να κρατηθεί αδιατάρακτη η συνοχή της οικογένειας, τόσο η Ανθή όσο και ο γιος της Πέτρος Β’ Μέδικος, συνέταξαν μια διαθήκη, της οποίας τους όρους, ορκίστηκαν όλοι οι απόγονοί τους να τηρούν με ευλάβεια και πίστη «έως συντέλειας του αιώνος».

Οι όροι αυτοί συνοδεύονται και από ένα οικογενειακό μυστικό, το οποίο υποχρεούνται να γνωρίζουν μόνον οι Μέδικοι, να μην μαρτυρούν σε κανέναν μέχρι να πεθάνουν, μήπως και υποστούν την κατάρα των προγόνων τους στην ίδια τους την οικογένεια. Η διαθήκη αυτή λέει ανάμεσα στα άλλα:

............’’πάντες οι Μέδικοι, σας αφήνομεν εντολήν να εορτάζητε ομού άπαξ του έτους, κατά την ημέρα των Χριστουγέννων , καθ' ήν να εκκλησιάζεσθε άπαντες εις τον ναόν του Σωτήρος της οικογενείας των Κακασαγγιάνων με τους οποίους έχομεν έλθη εις συμφωνίαν δια τούτο, μέχρις ότου κτίσητε οικογενειακόν ιδικόν σας ναόν και μετά τον εκκλησιασμόν πάντες να μεταβαίνητε να χαιρετάτε το κατά το έτος εκείνο υποχρεωτικώς οφείλοντα να εορτάζη αδελφόν, αρχής γενομένης κατά ηλικίαν από του μεγαλυτέρου, να συντρώγητε, να συνδιασκεδάζητε καθ' όλην την ημέραν και περί το τέλος της εορτής να γίνηται η ανακοίνωσης του οικογενειακού μυστικού εις τους ενήλικους άρρενες Μεδίκους, αυτό δε να συνεχίσουν και οι απόγονοί σας δια μέσου των αιώνων , εφ' όσον υπάρχουν άρρενες Μέδικοι. Κατά την ημέραν εκείνην οφείλουν πάντες να προσέρχωνται εις την εορτήν, πάσα προστριβή, διαφορά, έχθρα, μίσος μεταξύ των μελών της οικογενείας των Μεδίκων οφείλει να λησμονήται."

Η διαθήκη αυτή, εκτελείται επακριβώς από τότε (1550) μέχρι σήμερα, με την διαφορά ότι λόγω του πλήθους των απογόνων της οικογενείας, λαμβάνουν μέρος εκ περιτροπής, μόνο πέντε μέλη από τους απογόνους κάθε αδελφού, το σύνολον35.

Η γιορτή γίνεται στο ναό των Ταξιαρχών που ανήκει στην οικογένεια των Μεδίκων, με επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των ψυχών των γεννητόρων και των άλλων προγόνων τους. Ακολουθεί η επίσκεψη στον εορτάζοντα αδελφό και το μεσημέρι κάθονται όλοι σε κοινό τραπέζι.

Γύρω στην δύση του ηλίου, ο πρεσβύτερος των εορταζόντων, καλεί τους ενήλικους Μεδίκους στην εκκλησία των Ταξιαρχών η οποία κλειδώνεται ερμητικά, τους δίνει τον ασπασμό της αγάπης και μετά με κάθε προφύλαξη και μυστικότητα, γίνεται η ανακοίνωση του μυστικού της οικογένειας, που κατά την παράδοση το έφερε ο πρώτος Πιέρρος Μέδικος από την Φλωρεντία - Ναύπλιο - Μάνη........

Από άρθρο του Κων/νου Α. Καρακάση στο Ελληνικό Πανόραμα Τ. 11 Δεκέμβριος 1998.



Οι Νίκλοι της Μάνης πρόγονοι της Αγγελικής Νίκλη-Σολωμού

Του Δικαίου Β. Βαγιακάκου (Από το περιοδικό ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, Τεύχος 46/47, σσ 72-81)

Περί της οικογενείας του εθνικού ποιητού Διονυσίου Σολωμού και περί του ιδίου του ποιητού πολλά έχουν γραφή μέχρι σήμερον. Περί της μητρός όμως αυτού -Αγγελικής Νίκλη ολιγόλογος είναι η αναφορά των μελετητών. Ουδεμία επίσης μνεία γίνεται περί της ομογένειας - της γενιάς - της Αγγελικής και των συνθηκών της παρουσίας της γενιάς εις την Ζάκυνθον.

Ο Ι. Πολυλάς 1 έγραψε: «Διονύσιος Σολωμός, υιός του Κόμ. Νικολάου Σολωμού και της Κυρίας Αγγελικής Νίκλη, γεννηθείς εις τη Ζάκυνθο, την 8 Απριλίου 1798».

Ο Κ. Καιροφύλας 2 επίσης αναφέρει: «Τις αρχές του 1798 γέννησε στη Ζάκυνθο ο Διονύσιος Σολωμός από πατέρα γέρο αριστοκράτη και μάννα νεώτατη και όμορφη κόρη του λαού. Ο ευτυχισμένος αυτός συνδυασμός αίματος δύο κοινωνικών τάξεων τόσον αντίθετων δεν είναι άσχετος με τη ζωή και το έργο του εθνικού ποιητού. Και το ευεργετικό αποτέλεσμα του παρουσιάζεται ολοφάνερο στην περίπτωση αυτή... Και ενώ ζούσε ακόμη η νόμιμη γυναίκα του ο Νικόλαος Σολωμός γνωρίστηκε με την Αγγελική Νίκλη μία πανώρια φτωχοπούλα, με την οποία απόχτησε δύο αγόρια, το Διονύσιο και το Δημήτρη».

Και ο Νικόλαος Τωμαδάκης 3 αναφέρει: «Του Νικολάου Σολωμού εξώγαμον τέκνον εκ της Αγγελικής Νίκλη ήτο ο Διονύσιος γεννηθείς την άνοιξιν του 1798 εις την Ζάκυνθον. Από την Αγγελικήν εγέννησε και τον Δημήτριον. Την λαΐκήν αυτήν κόρην η οποία ωμίλει και ετραγουδούσε την κοινήν Ελληνικήν γλώσσαν και ήτο αναθρεμμένη ως κόρη του λαού, έλαβε σύζυγον ο Νικόλαος Σολωμός μίαν ημέραν προ του θανάτου του και ούτως ενομιμοποίησε (κατά τα ισχύοντα τότε εν Επτανήσω) τα δύο φυσικά του τέκνα, τον Διονύσιον και τον Δημήτριον».

Το 1948, έπ’ ευκαιρία των 150 χρόνων από της γεννήσεως του εθνικού ποιητού εδημοσίευσα μελέτην 4, εις την οποίαν, επί τη βάσει εγγράφων του Αρχείου Ζακύνθου, γίνεται φανερόν ότι η οικογένεια της Αγγελικής Νίκλη ευρίσκεται εγκατεστημένη ήδη το 1554 από την Μάνην εις την Ζάκυνθον.

Επ’ ευκαιρία πάλιν του έτους Σολωμού — διακόσια χρόνια από της γεννήσεως του — μία νέα παρουσίασις του θέματος με ενδιαφέροντα νέα αρχειακά στοιχεία περί των Νίκλων της Μανής και της Ζακύνθου θα διαφώτιση ιστορικώς καλύτερον την καταγωγήν της Αγγελικής Νίκλη.

Α. Οι Νίκλοι της Μάνης
Η παλαιοτέρα μαρτυρία μέχρι σήμερον, καθ’ όσον γνωρίζω, του επωνύμου Νίκλος εις την Μάνην εκ γραπτών εκ Μάνης πηγών, ανάγεται εις το έτος 1582. Τότε, εις επιστολήν των Μανιατών 5 της 3 Αυγούστου 1582 προς τον παπαν Γρηγόριον Γ’, δια της οποίας ζητούν την βοήθειάν του εις τον αγώνα των εναντίον των Τούρκων, έχομεν τας υπογραφάς των αρχηγών οικογενειών — γενιών — της Μάνης, μεταξύ δε των αρχηγών αυτών υπογράφει και ο «κωστατης ο νηκλο».

Μετά ταύτα, εις υστερόγραφον με ημερομηνίαν 9 Οκτωβρίου 1612 ιδιοχείρου ιταλιστί γεγραμμένης επιστολής του επισκόπου Μαϊνης Νεοφύτου προς τον δούκα του Νεβέρ 6 υπογράφουν, επίσης ιταλιστί ο αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος μεθ΄ ενός ιερέως Ανδρέου Νίκλου (Andreia Niclo) και οι αρχηγοί Μανιατών Καλαπόθος, Κατελάνος και Πανταλέων Κοσμάς, Δημήτριος, Δαμιανός, Μιχαήλ, Νικήτας και Ιωάννης Κοντόσταβλοι και Γεώργιος, Νικόλαος και Τζιώγας (Giohas) Νίκλοι.

Βραδύτερον, εις άλλην επιστολήν των Μανιατών το 1619 πάλιν προς τον δούκα του Νεβέρ 7 υπογράφουν δέκα εννέα προεστοί εξ όλης της Μάνης «από τον κάβο τις Μανις εος την Καλαμάτα». Έκαστος τούτων υπογράφει «με τη γενεά του» ως αντιπρόσωπος «όλης της χώρας του — του χωρίου του — των χωρίων του — όλου του τόπου του». Μεταξύ των προεστών αυτών είναι και δυο Νίκλοι με το όνομα Δημήτριος: «Κ’ εγο Δημήτρης Νηκλος με τη γενεά μου προσκυνο την υψηλοτητα σου αφεντιά». «Και εγο Δυμυτρυς Νυκλος προσκυνό την υψηλοτη σου αφεντιά με τη γενεά μου ολυ και με τον τόπον».

Περί του επωνύμου Νίκλος πολλά 8 εγράφησαν με επικρατήσασαν την άποψιν ότι τούτο είναι το εθνικόν της μεσαιωνικής πόλεως της Τεγέας «Νίκλι», από την οποίαν, μετά την καταστροφήν της το 1296, μέρος των κατοίκων της κατέφυγεν εις την Μάνην. Η πόλις αναφέρεται υπό του Χρονικού του Μορέως, οι δε κάτοικοι της καλούνται Νικλιώτες 9.

Τοπωνύμιον Νίκλι μαρτυρείται και εις την Μάνην εξ εγγράφου του Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου του έτους 1591: «Γεώργος Νίκλος του ποτέ Νικολού από την Μάνην, κάτοικος εις τόπον λεγόμενον Νίκλι»10.

Το επώνυμον Νίκλος εξέλιπεν ενωρίς εις την Μάνην 11. Τούτο αντικατέστησαν τα επώνυμα των οικογενειών της πάτριας των Νίκλων, σχηματισθέντα είτε εκ παρωνυμίων είτε ως πατρωνυμικά. Ένα τοιούτον μαρτυρείται και από έγγραφον του Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου του 1816 12: «Η παρούσα ευγ(ενής) κ(υρί)α Κατίνα Νίκλο π(ο)τ(έ) σινιόρ Ευσταθίου λεγόμενος Μπράτης». Το Μπράτης είναι επών. οικογενείας της Κοίτας, λεγόμενον μέχρι των αρχών του αιώνος. Μαρτυρείται το 1727 ως κάτοικος της «πάνου χώρας της Κοίτας» εις το Ημερολόγιον του ιατρού Παπαδάκή 13 ως τραυματίας εις εμφύλιον πόλεμον του χωρίου τούτου: (έγιανε) «ο μπράτης στι γκατήνα μπαλοτή ά», «έγιανε η μπράτενα τουφεκηά στο νόμο». Η οικογ. ανήκει εις την πατριάν των Καουριάνων, οι οποίοι είναι Νικλιάνοι και σήμερον το Μπράτης επεκράτησε του Νίκλος και λέγεται Μπρατάκος.

Οι Νίκλοι της Μάνης πρόγονοι της Αγγελικής Νίκλη-Σολωμού
Εις την Μέσα Μάνην βάσις της κοινωνικής οργανώσεως ήτο η πατριά — η γενιά — με ιδικόν της αρχηγόν και πύργον ή πύργους. Χαρακτηριστική δε κατάληξις, δηλούσα τον ανήκοντα εις την γενιάν — το μέλος της γενιάς — είναι η κατάληξις -ιάνος (πληθ. -ιάνοι).

Αυτή προστιθεμένη εις το όνομα του γενάρχου απέδιδε το όνομα της γενιάς. Ούτω, μέλος της οικογενείας των Νίκλων εκαλείτο Νικλιάνος, όλοι δε ομού Νικλιάνοι 14.

Τον τύπον κατά γενικήν πληθ. των Νικλιανών αναφέρει και ο Ζώης 15 γράφων: «Νίκλου οικ. άπαντα εν Ζακύνθω το 1554... ή Νικλιανών οικ. εκ της εν Πελοπον. κατά το Χρονικόν του Μορέως οχυράς μεσαιωνικής πολίχνης Νίκλι ή Νύκλι της Μάνης». Κατά το Χρονικόν (στ. 2046) το εθνικόν του Νίκλι είναι Νικλιώτης. Πρόκειται προφανώς η γεν. Νικλιανών, όπου η ονομ. Νικλιάνος, το όνομα δηλ. του μέλους της γενιάς των Νικλιανών σημειώνεται και ως επώνυμον. Ο πληθ. του Νίκλος εις την Ζάκυνθον απαντά και υπό τον τύπον οι Νικλαίοι. Αφού εις τα ανωτέρω έγγραφα υπογράφουν ως προεστοί —αρχηγοί γενιών — οκτώ Νίκλοι, είναι βέβαιον ότι ούτοι εν τω συνόλω αντιπροσωπεύουν μεγάλην γενιάν, διαχωρισμένην εις επί μέρους αι οποίαι κατώκουν εις διαφόρους ανεξαρτήτους μεταξύ των περιοχάς εις την Μέσα Μάνην. Τούτο βεβαιώνεται από το περιεχόμενον του τετάρτου Υπομνήματος των Μανιατών το 1618 προς τον δούκα του Νεβέρ, το όποιον είναι στατιστική όλης της Μάνης με το όνομα 125 χωρίων αυτής και τον αριθμόν των οικογενειών εκάστου χωρίου. Εις αυτήν καταγράφονται ως χωρία κατοικούμενα υπό των Νίκλων μετά των οικογενειών των υπό τον τύπον Νικλιάνοι 16, τα: Bragia di Niclianoi 10 = Βάρδια των Νικλιανών οικογ. 10, Chita di Niclianoi 80 = Κοίτα των Νικλιανών οικογ. 80, Apano

Mulareon Nicliani 40 = Απάνω Μπουλαριοί των Νικλιανών οικογ. 40, Chalionna de Nicliani 15 = Καλονιοί των Νικλιανών οικογ. 15, Νόμια di Nicliani 30 = Νόμια των Νικλιανών οικογ. 30. Εξ αυτών γίνεται φανερόν ότι η έδρα της γενιάς των Νικλιανών είναι η Μέσα Μανή με κέντρον την Κοίταν, πέριξ δε και πλησίον αυτής είναι τα αναφερόμενα χωρία Καλονιοί, Νόμια, Επάνω Μπουλαριοί. Το χωρίον Βάρδια δεν υπάρχει σήμερον, ερείπια όμως αυτού σώζονται βορείως της Κοίτας εις μικράν απόστασιν και παρά το ρεύμα μικρού χειμάρρου, πλησίον της εκκλησίας Άγιος Γεώργιος, όπου σήμερον το τόπων. Βάρδια η.

Η ανωτέρω περιοχή των Νικλιανών εις την Μάνην βεβαιώνεται και από έγγραφα του προσεισμικού Αρχείου Ζακύνθου, τα οποία εδημοσίευσα. Ούτω, εις έγγραφον του έτους 1663 αναγράφεται: «Την σήμερον ο παρών κυρ Λίας Νίκλος Μανιάτης από χωρίο Πουλαριούς» και εις άλλο του έτους 1670: «Παρών σωματικώς ο κυρ Μιχάλης Νίκλος του ποτέ Λιά από τη Μάνη χωρίο Γίτα»17.

Εις την περιοχήν όπου κατώκουν οι Νίκλοι και μόνον εις αυτήν και όχι εις την άλλην Μάνην τρεις ήσαν τρόπον τινά αι τάξεις των κατοίκων: Οι Νικλιάνοι δηλ. οι ισχυροί, οι διαθέτοντες πολλούς ενόπλους, οι αποτελούντες, ως θα ελέγομεν, την στρατιωτικήν αριστοκρατίαν της περιοχής, οι Αχαμνόμεροι δηλ. οι αδύνατοι από στρατιωτικής ισχύος, αντίθετοι των Νικλιανών και ανεξάρτητοι και οι Φαμέγιοι αδύνατοι εις όπλα οικογένειαι, ανίσχυροι, προστατευόμενοι υπό των Νικλιανών και αποτελούντες το υπηρετικόν αυτών προσωπικόν, δια τούτο ελέγοντο και Ακκουμπισμένοι (στηριζόμενοι εις τους Ισχυρούς Νικλιάνους)18. Το όνομα Νίκλος διετηρήθη εις την Μάνην ως τοπωνύμιον καθώς μαρτυρείται το 1554: «Νίκλου οικογ. εκ χ. Νίκλου της Μάνης 1554»19. Διετηρήθη και μετά ταύτα, διότι το 1743 μαρτυρείται επισκοπή Νίκλου 20 και μέχρι προ τίνος εις το Κέντρον της Κοίτας υπήρχε τοπωνύμιον «Του Νίκλου ή γιελιά»21. Άπαντα όμως και εις τα μοιρολόγια, ως:

Κάθετου η Κοσονόνυφη
και την ετριγυρίζασι
το Σταυροπήγι κι ο Ζυγός
κι ο Νίκλος ο πολεμικός,
Λόγια και Κολοκυθιανοί,

Μαλεύρι με τον Τρυγονά.
Είναι διάφοροι περιοχαί της Μάνης 22.

Η περιοχή εις την οποίαν διέμεναν οι Νικλιάνοι ελέγετο το Νικλιάνικο ή τα Νικλιάνικα. Ήτο δε κυρίως το χωρίον Κοίτα. Εκ μοιρολογιών οι στίχοι:

Στην Κοίτα, στο Νικλιάνικο.
- Στην Κοίτα την πρωτεύουσα,
στη βέργα του Νικλιάνικου
-Δεν πάου στη Κοίτας τα στενά,
δεν πάου στα Νικλιάνικα.

Εις έγγραφον του 1804 του επισκόπου Μαίνης προς τον Αντώμπεην Γρηγοράκην 23 αναφέρεται «χωρίον Νικλιάνικα» από το όποιον κατήγετο ο κουρσάρος Μιχαήλ Γρηγορακόγγονας, κάτοικος του χωρίου Κοιτάς. Αλλά και εις αναφοράν των Μανιατών προς τον Καποδίστριαν του 1831 σημειώνεται ως διοικητική περιοχή «Τμήμα Νικλιάνικο, κωμόπολις Κοιτάς».
Ήσαν λοιπόν οι Νίκλοι μία των ισχυρών οικογενειών — γενιών — της Μάνης.

Β. Οι Νίκλοι της Ζακύνθου
Μετά την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως (1453) και του Μυστρά (1460) ή Μάνη παρέμεινε περιοχή ελευθέρα, όπου ήρχισεν η συγκρότησις στρατιωτικών σωμάτων από ησκημένους περί τα όπλα Μανιάτας, οι οποίοι είναι γνωστοί με το όνομα «Stratioti-Στρατιώται»24. Το κέντρον της οργανώσεως αυτής εκαλείτο «Luogotenenza di Strata di Maina -Στρατόπεδον των εν Μάνη Στρατιωτών»25. Τα σώματα αυτά είχον αρχηγούς των άνδρας προερχομένους εκ των ισχυρών οικογενειών της Μάνης και έκαμαν την πρώτην ένοπλον εναντίον των Τούρκων κίνησίν των το 1463 υπό τον Κροκόδειλον Κλαδάν 26 συγχρόνως με την έναρξιν του Βενετοτουρκικού πολέμου (1463-1479). Η Βενετία τότε εδέχετο τους Μανιάτας ως συμμάχους εις τους αγώνας της εναντίον των Τούρκων, διότι εγνώρισε την ανδρείαν των και την κατάρτισίν των εις την τέχνην του πολέμου.

Οτε δε το 1483 η Βενετία κατέλαβε την Ζάκυνθον από τους Τούρκους, επειδή αύτη είχε σχεδόν ερημωθή εκ των τουρκικών και πειρατικών επιδρομών και των συχνών επιδημιών, η Βενετική Γερουσία δι’ αποφάσεως της της 4ης Μαρτίου 1485 27 και άλλης της 10ης Σεπτεμβρίου 1492 28 προσεκάλει από τας κτήσεις της δια των διοικητών των φρουρίων Ναυπάκτου, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου κυρίως «Στρατιώτας» να εγκατασταθούν μετά των οικογενειών των εις την νήσον, θα εχορήγει δε εις αυτούς κτήματα και πάσαν συνδρομήν προς ευημερίαν. Ειδικώτερον εστράφη προς τους Μανιάτας Στρατιώτας, τους οποίους είχε γνωρίσει κατά τον πόλεμον αυτής εναντίον των Τούρκων. Τότε, πολλοί Μανιάται εξ αρχηγικών οικογενειών μετά στρατιωτικών σωμάτων εγκατεστάθησαν εις την Ζάκυνθον, κυρίως εις τον παράλιον χώρον, «εις τον Αιγιαλόν της πόλεως», όπως αναφέρεται εις τα έγγραφα, αλλά και εις τα πέριξ χωρία. Γνωστοί είναι οι βούλτσος, Γερακάρης, Δοξαράς, Κοντόσταβλος, Κουρούμαλος, Κουτήφαρης, Μελισσηνός, Μεσσαλάς, Νοβάκος, Σαμαριάρης, Σκιαδόπουλος, Στεφανόπουλος, Σωμερίτης, Φουκάς 29 κ.ά. Μεταξύ αυτών ήσαν και οι Νίκλοι. Πολλοί των Μανιατών αυτών διεκρίθησαν πολιτικώς και στρατιωτικώς, επλούτισαν ως έμποροι και ενεγράφησαν εις την Χρυσήν Βίβλον.

Μετά ταύτα, καθ’ όλην την περίοδον της Τουρκοκρατίας πολλοί Μανιάται, κουρασμένοι από τας συγκρούσεις με τους Τούρκους, φεύγοντες τας θηριώδεις επιδρομάς των, κετέφευγον ομαδικώς εις την Ζάκυνθον πλησίον των εκεί εγκατεστημένων συμπατριωτών των. Συχνή όμως ήτο η εμπορική επικοινωνία Μάνης και Ζακύνθου. Οι Μανιάται ηγόραζον κρασί και πυρομαχικά και μετέφεραν προς πώλησιν ζώα, τρόφημα και ορτύκια. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος μεταξύ πωλητού ορτυκιών από την Μάνην και δύο αγοραστών, τον οποίον παρουσιάζει ο Δ. Γουζέλης εις τον Χάσην 30:

Μαρής: Έχω εν’ ασκί για πούλημα με κάτι ορτύκια μέσα,
μα πράμα! όσοι τα είδανε, κατά πολλά τσ’ άρεσα.
Παπουτσής: Μανιάτικα είναι, αδελφέ;
Μαρής: Φαμόζα, ναι, άφ’ τη Μάνη.
Φημισμένα λοιπόν εις την ζακυνθινήν αγοράν ήσαν τα ορτύκια της Μάνης.

Οι Προβλεπταί συχνά αναφέρουν εις τον Δόγην την εγκατάστασιν Μανιατών εις την νήσον, εις μίαν δε έκθεσίν του της 30ης Αυγούστου 1670 ο Προβλεπτής Πιζάνι 31 γράφει: «κατέφυγαν εις την Ζάκυνθον 1500 Μανιάται και θα ήρχοντο περισσότεροι, αλλά τώρα δεν ημπορούν να εύρουν μπεργαντίνια, διότι ο πασάς απηγόρευσε την προσέγγισιν νησιωτικών πλοιαρίων». Ήτο δε τόσον το πλήθος των Μανιατών εις την συνοικίαν της Αναλήψεως, ώστε η περιοχή ήτο γνωστή με το όνομα τα Μανιάτικα»32.

Κατόπιν τούτου, ήτο πολύ φυσικόν το πλήθος των Μανιατών να ασκή επίδρασιν εις τον δημόσιον βίον και τα έθιμα των Ζακυνθίων, αλλά και εις την διάλεκτον της περιοχής εις την οποίαν κατώκουν. Ούτω, ο Προβλεπτής Marco Basadonna Revorsi 33 εις έκθεσίν του της 6ης Μαρτίου 1546 προς τον Δόγην γράφει ότι «έχει πολύ αυξηθή ο αριθμός των ξένων εις την πόλιν και τα περίχωρα, ιδίως των Κορωναίων και των Μανιατών, ώστε συνενούμενοι κατά τας εκλογάς, εκλέγουν κατ’ έτος τους κατά την γνώμην των άξιους, πράγμα το όποιον επιφέρει την αποτυχίαν των εντοπίων και την δημιουργίαν παραπόνων». Ό Μύλλερ 34 επίσης αναφέρει ότι «εις την ανάμειξιν του πληθυσμού απέδιδον οι Βενετοί διοικηταί και την δυσκολίαν της τηρήσεως της τάξεως εις την νήσον. Και μάλιστα οι φόνοι ήσαν συχνοί και οι εκ Μανής μετανάσται ετήρουν και προς τους Ζακυνθίους την συνήθειαν της εκδικήσεως του αίματος».

Ενεργός ήτο η συμμετοχή των Μανιατών εις την οργάνωσιν του Ρεμπελιού Των Ποπολάρων 1628 35. Εκ των τεσσάρων πληρεξουσίων τους οποίους εξέλεξαν οι επαναστάται ο ένας ήτο Μανιάτης, ο Αναστάσιος Ρούσος, εκ δε των 28 καθοδηγητών δια την ένοπλον εξέγερσιν 5 ήσαν Μανιάται, οι Αναστάσιος Ρούσος, Θεόφιλος και Δημήτριος Κουκουλομμάτης, Θεόδωρος Μελισσηνός και Μάρκος Βαρσαμάς, Αλλά και βραδύτερον, το 1788 εις άλλην επαναστατικήν ενέργειαν την οποίαν ωργάνωσαν «τα δεύτερα σπίτια», δηλαδή οι μικροακτήμονες ευγενείς, οι υποδεέστεροι των εχόντων «τα πρώτα σπίτια»36 δηλαδή των μεγαλοκτημόνων, αρχηγός ήτο ο Μανιάτης Βαρβίας.

Ενδιαφέρον είναι να σημειωθή ότι οι Μανιάται μετέφεραν εις την Ζάκυνθον και το μοιρολόγι. Κατά την εποχήν του Ρεμπελιού έζη εις την Ζάκυνθον μία Μανιάτισσα περίφημος μοιρολογίστρα, η Αγγέλικα Νίκλη — συνώνυμος της μητρός του εθνικού ποιητού —, την οποίαν είχον κάμει αγαπητήν εις όλον το νησί τα μοιρολόγια της, ελέγετο δε περί αυτής: «Κουφάρι άκλαφτο από την κυρ’ Αγγέλικα του Νίκλη, ήτανε σα να το θάβανε αδιάβαστο από τον παπά, σκάρωνε και κάτι ρίμνες σατιρικές που αφήνανε άκουσμα»37.

Επίδρασιν ήσκησεν επίσης και η διάλεκτος των Μανιατών επί της διαλέκτου της περιοχής της νήσου, όπου ούτοι κατώκουν, καθώς έχω παρατηρήσει εις σχετικός μελετάς μου 38. Ήτο λοιπόν έντονος η παρουσία των Μανιατών εις την Ζάκυνθον. Μεταξύ δε του πληθυσμού αυτών ήσαν και πολλοί Νίκλοι, οιοποίοι θα έφθανον εις την Ζάκυνθον και μετά την πρώτην εγκατάστασιν των Νίκλων Στρατιωτών.

Η παλαιοτέρα μαρτυρία μέχρι σήμερον, καθ’ όσον γνωρίζω, του έπων. Νίκλος εις την Ζάκυνθον είναι του έτους 1554, η οποία προέρχεται εκ του κωδικός του εν Ζακύνθω ναού της Αγίας Παρασκευής των Αθίγγανων, η οποία εβομβαρδίσθη υπό των Ιταλών 39. Την μαρτυρίαν αυτήν αναφέρει ο Λ. Ζώης, γράφων: «Νίκλου οικ. εκ χ. Νίκλους της Μανής, 1554, παρωνύμιον ταύτης Φινωμένου». Ο ίδιος 40 επαναλαμβάνει τα εξής: «Νίκλου οικ. άπαντα εν Ζακ. το 1554 — Νικόλαος, φαρμακοποιός 1595... Η οικ. αφίκετο εν Ζακ. μεσούντος του 16 αιώνος». Έτερος Νίκλος Γεώργιος μαρτυρείται εξ εγγράφου του 1591 του προσεισμικού Αρχείου Ζακύνθου: «Γεώργιος Νίκλος του ποτέ Νικολού από τη Μάνη, κάτοικος εις τόπον λεγόμενον Νίκλι» 41.

Μεγάλον αριθμόν Νίκλων της Ζακύνθου παρουσιάζουν τα 129 έγγραφα μεταξύ των ετών 1653-1824, τα όποια είναι αντίγραφα των εις το προσεισμικόν Αρχείον Ζακύνθου ευρισκομένων. Αυτά μου απέστειλεν ο αείμνηστος φίλος μου, διευθυντής του Αρχείου, Λεωνίδας Ζώης και τα οποία εδημοσίευσα μετά σχετικής εισαγωγής περί της γλώσσης αυτών και πλήθους ποικίλων σχολίων 42. Εκ τούτων και άλλα ονόματα Νίκλων είναι γνωστά εκ των ληξιαρχικών βιβλίων των ναών της Ζακύνθου, (Μητροπόλεως, Άγιων Αποστόλων, Αναλήψεως, Αγίου Ιωάννου των Λογοθετών, της Οδηγητρίας και του Άγιου Παντελεήμονος)43. Εις τα ανωτέρω έγγραφα τα ονόματα των Νίκλων υπερβαίνουν τα 180, εκτός δε των πολλών κοινών βαπτιστικών ονομάτων ανδρών και γυναικών, χριστιανικής αρχής των περισσοτέρων, μαρτυρούνται δια των εγγράφων και ονόματα ιδιάζοντα κοινά εις τους Νίκλους της Ζακύνθου και της Μάνης, ως τα ανδρών: Αγγελής, Βρετός, Δήμος, Δίκαιος, Λεούτσης, Παναγιώτης, Πιέρος, Σκάλκος, Τζαννέτος, γυναικών δε τα: Αγγέλω, Αντριάνα, Καλίτσα, Κυριακή, Λαμπρινή, Μαρούλλα, Σταμάτα, Σταματούλλα. Κοινόν όνομα με επίδοσιν εις την γενιάν των Νίκλων είναι το Δημήτριος.

Ο διπλούς τύπος Νίκλος-Νίκλης δεν μαρτυρείται από την Μάνην, όπου επικρατεί ο τύπος Νίκλος. Εις την Ζάκυνθον επικρατεί επίσης ο τύπος Νίκλος, μαρτυρείται όμως και ο τύπος Νίκλης δύο φοράς. Πρώτον ως επώνυμον μιας περίφημου Μανιάτισσας μοιρολογίστρας η οποία κατώκει εις την Ζάκυνθον περί το 1628 η κυρ’ Αγγελικά Νίκλη και δεύτερον ως επώνυμον της μητρός του εθνικού ποιητού Αγγελικής Νίκλη του Δημητρίου, η οποία απέθανε το 1859. Εις την Ζάκυνθον όμως έχομεν εξ εγγράφου του 1710 44 και εκ μαρτυρίας έπ’ αυτού του 1712 δια το αυτό πρόσωπον και τους δύο τύπους Νίκλος και Νίκλης: «1712 Φεβρ(ουαρίου) 25. Την σήμερον ο σ(ινιό)ρ Θοδωρής Νίκλος δίδει του παρόντος μ(ισσε)ρ Δημήτρη Πάτρα του π(ο)τ(έ) Αθανάση κάτοικος εις τον Άγιον Νικόλαον του Τσιλιβή εις τόσα μετρητά ριάλια εξ Νο 6, τα οποία υπόσχεται να τα επιστρέψη του άνωθεν Νίκλου εις κάθε του καλήν αναζήτησιν κατά την τερμινατζιόν Κόρναρα υπόσχοντας τα καλά του και σωματικώς εις μαρτυρίας Νικολέττος Κούμανης μαρτυρώ. [Επί του περιθωρίου]

1712 Σεπτ(εμβρίου) 28. Κυράτζα Καλομοίρα χήρα γυνή του άντικρυς σ(ινιό)ρ Θοδωρή Νίκλη, κάνοντας ως μάννα γοβενατρίτζε των παιδιών της, έλαβε τα ριάλια εξ γνωρίζοντας πληρωμένη ως άντικρυς εις μαρτυρίας Κωνσταντής Κοντόσταβλος μαρτυρώ».

Το ότι θα ελέγοντο και οι δύο τύποι Νίκλος και Νίκλης και εις την Μάνην με επικρατέστερον το πρώτον, νομίζω ότι πιστούται και εκ του ότι δια το αυτό μανιάτικον πρόσωπον έχομεν εις έγγραφον του 1653 δύο τύπους του ονόματος, εις -ος και εις -ης, ως: «1653 Μαγίου 29. Την σήμερον ενεφανίστησαν κατέμπροστε εμού νοταρίου και μαρτύρων υπογεγραμμένων παρόντες και σωματικοί από το ένα μέρος ο κυρ Μιχάλης Νίκλος του ποτέ Στρατή, εκ δε του ετέρου ο μ(ισσέ)ρ Πέτρος Κοντοστάβλης τα όποια μέρη εσυμφώνησαν ως κάτωθεν ήγουν ο άνωθες Νίκλος κράζεται πλερωμένος και ευχαριστημένος από τον αυτόν Κοντόσταβλο σ’ ό,τι επρεζεντάριζε...»45. Έχομεν επίσης δύο τύπους και εις άλλο εκ Μάνης επώνυμον, ως Κουρούμαλος και Κουρούμαλης. Η διπλοτυπία αυτή εις τα επώνυμα είναι εν χρήσει και εις την Ζάκυνθον, όπου έχομεν τα: Ανδρίκος-Ανδρικής, Βίτσος-Βίτσης, Γιακουμέλος-Γιακουμέλης 46 (εξ εγγράφου 1717), Κάλβος-Κάλβης, Κλάδος-Κλάδης, Λάζαρος-Λάζαρης, Μαρίνος-Μαρίνης, Πάγκαλος-Πάγκαλης, Σκούφος-Σκούφης κ.ά. Είναι συνήθης και εις τον άλλον ελληνικόν χώρον.

Εις τα έγγραφα, τα οποία εδημοσίευσα, φαίνεται ο τρόπος της διαβιώσεως των εγκατασταθέντων εις την Ζάκυνθον Νίκλων, αλλά και άλλων Μανιατών. Οι το πρώτον ως πρόσφυγες ερχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, εκινούντο προς εύρεσιν εργασίας η προς εκμάθησιν τέχνης. «Οι ευρισκόμενοι από χρόνους εις την Ζάκυνθον», οι αρχικώς δηλαδή εγκατασταθέντες, με την πάροδον του χρόνου, παρουσιάζονται ως μικροαστοί με κτηματικήν περιουσίαν, της οποίας την καλλιέργειαν αναθέτουν εις σέμπρους. Έχουν οικονομικήν ευχέρειαν να δανείζουν χωρίς τόκον, ενοικιάζουν εις άλλους οικίας ή πωλούν, είναι ιδιοκτήται πλοιαρίων κ.ά. Εκ των εγγράφων αναφέρομεν μερικάς σχετικάς ενδείξεις:

1663. Ο Ηλίας Νίκλος Μανιάτης από το χωρίο Πουλαριούς συμφωνεί με τον Τζιόρτζιο Μακρυνικόλα να του δουλεύη δια κοπέλλι της ρόγας (έμμισθος εργάτης) οποίοι θα έφθανον εις την Ζάκυνθον και μετά την πρώτην εγκατάστασιν των Νίκλων Στρατιωτών.

Η παλαιοτέρα μαρτυρία μέχρι σήμερον, καθ’ όσον γνωρίζω, του έπων. Νίκλος εις την Ζάκυνθον είναι του έτους 1554, η οποία προέρχεται εκ του κωδικός του εν Ζακύνθω ναού της Αγίας Παρασκευής των Αθίγγανων, η οποία εβομβαρδίσθη υπό των Ιταλών 39. Την μαρτυρίαν αυτήν αναφέρει ο Λ. Ζώης, γράφων: «Νίκλου οικ. εκ χ. Νίκλους της Μανής, 1554, παρωνύμιον ταύτης Φινωμένου». Ο ίδιος 40 επαναλαμβάνει τα εξής: «Νίκλου οικ. άπαντα εν Ζακ. το 1554 — Νικόλαος, φαρμακοποιός 1595... Η οικ. αφίκετο εν Ζακ. μεσούντος του 16 αιώνος». Έτερος Νίκλος Γεώργιος μαρτυρείται εξ εγγράφου του 1591 του προσεισμικού Αρχείου Ζακύνθου: «Γεώργιος Νίκλος του ποτέ Νικολού από τη Μάνη, κάτοικος εις τόπον λεγόμενον Νίκλι» 41.

Μεγάλον αριθμόν Νίκλων της Ζακύνθου παρουσιάζουν τα 129 έγγραφα μεταξύ των ετών 1653-1824, τα όποια είναι αντίγραφα των εις το προσεισμικόν Αρχείον Ζακύνθου ευρισκομένων. Αυτά μου απέστειλεν ο αείμνηστος φίλος μου, διευθυντής του Αρχείου, Λεωνίδας Ζώης και τα οποία εδημοσίευσα μετά σχετικής εισαγωγής περί της γλώσσης αυτών και πλήθους ποικίλων σχολίων 42. Εκ τούτων και άλλα ονόματα Νίκλων είναι γνωστά εκ των ληξιαρχικών βιβλίων των ναών της Ζακύνθου, (Μητροπόλεως, Άγιων Αποστόλων, Αναλήψεως, Αγίου Ιωάννου των Λογοθετών, της Οδηγητρίας και του Άγιου Παντελεήμονος)43. Εις τα ανωτέρω έγγραφα τα ονόματα των Νίκλων υπερβαίνουν τα 180, εκτός δε των πολλών κοινών βαπτιστικών ονομάτων ανδρών και γυναικών, χριστιανικής αρχής των περισσοτέρων, μαρτυρούνται δια των εγγράφων και ονόματα ιδιάζοντα κοινά εις τους Νίκλους της Ζακύνθου και της Μάνης, ως τα ανδρών: Αγγελής, Βρετός, Δήμος, Δίκαιος, Λεούτσης, Παναγιώτης, Πιέρος, Σκάλκος, Τζαννέτος, γυναικών δε τα: Αγγέλω, Αντριάνα, Καλίτσα, Κυριακή, Λαμπρινή, Μαρούλλα, Σταμάτα, Σταματούλλα. Κοινόν όνομα με επίδοσιν εις την γενιάν των Νίκλων είναι το Δημήτριος.

Ο διπλούς τύπος Νίκλος-Νίκλης δεν μαρτυρείται από την Μάνην, όπου επικρατεί ο τύπος Νίκλος. Εις την Ζάκυνθον επικρατεί επίσης ο τύπος Νίκλος, μαρτυρείται όμως και ο τύπος Νίκλης δύο φοράς. Πρώτον ως επώνυμον μιας περίφημου Μανιάτισσας μοιρολογίστρας η οποία κατώκει εις την Ζάκυνθον περί το 1628 η κυρ’ Αγγελικά Νίκλη και δεύτερον ως επώνυμον της μητρός του εθνικού ποιητού Αγγελικής Νίκλη του Δημητρίου, η οποία απέθανε το 1859. Εις την Ζάκυνθον όμως έχομεν εξ εγγράφου του 1710 44 και εκ μαρτυρίας έπ’ αυτού του 1712 δια το αυτό πρόσωπον και τους δύο τύπους Νίκλος και Νίκλης: «1712 Φεβρ(ουαρίου) 25. Την σήμερον ο σ(ινιό)ρ Θοδωρής Νίκλος δίδει του παρόντος μ(ισσε)ρ Δημήτρη Πάτρα του π(ο)τ(έ) Αθανάση κάτοικος εις τον Άγιον Νικόλαον του Τσιλιβή εις τόσα μετρητά ριάλια εξ Νο 6, τα οποία υπόσχεται να τα επιστρέψη του άνωθεν Νίκλου εις κάθε του καλήν αναζήτησιν κατά την τερμινατζιόν Κόρναρα υπόσχοντας τα καλά του και σωματικώς εις μαρτυρίας Νικολέττος Κούμανης μαρτυρώ. [Επί του περιθωρίου]

1712 Σεπτ(εμβρίου) 28. Κυράτζα Καλομοίρα χήρα γυνή του άντικρυς σ(ινιό)ρ Θοδωρή Νίκλη, κάνοντας ως μάννα γοβενατρίτζε των παιδιών της, έλαβε τα ριάλια εξ γνωρίζοντας πληρωμένη ως άντικρυς εις μαρτυρίας Κωνσταντής Κοντόσταβλος μαρτυρώ».

Το ότι θα ελέγοντο και οι δύο τύποι Νίκλος και Νίκλης και εις την Μάνην με επικρατέστερον το πρώτον, νομίζω ότι πιστούται και εκ του ότι δια το αυτό μανιάτικον πρόσωπον έχομεν εις έγγραφον του 1653 δύο τύπους του ονόματος, εις -ος και εις -ης, ως: «1653 Μαγίου 29. Την σήμερον ενεφανίστησαν κατέμπροστε εμού νοταρίου και μαρτύρων υπογεγραμμένων παρόντες και σωματικοί από το ένα μέρος ο κυρ Μιχάλης Νίκλος του ποτέ Στρατή, εκ δε του ετέρου ο μ(ισσέ)ρ Πέτρος Κοντοστάβλης τα όποια μέρη εσυμφώνησαν ως κάτωθεν ήγουν ο άνωθες Νίκλος κράζεται πλερωμένος και ευχαριστημένος από τον αυτόν Κοντόσταβλο σ’ ό,τι επρεζεντάριζε...»45. Έχομεν επίσης δύο τύπους και εις άλλο εκ Μάνης επώνυμον, ως Κουρούμαλος και Κουρούμαλης. Η διπλοτυπία αυτή εις τα επώνυμα είναι εν χρήσει και εις την Ζάκυνθον, όπου έχομεν τα: Ανδρίκος-Ανδρικής, Βίτσος-Βίτσης, Γιακουμέλος-Γιακουμέλης 46 (εξ εγγράφου 1717), Κάλβος-Κάλβης, Κλάδος-Κλάδης, Λάζαρος-Λάζαρης, Μαρίνος-Μαρίνης, Πάγκαλος-Πάγκαλης, Σκούφος-Σκούφης κ.ά. Είναι συνήθης και εις τον άλλον ελληνικόν χώρον.

Εις τα έγγραφα, τα οποία εδημοσίευσα, φαίνεται ο τρόπος της διαβιώσεως των εγκατασταθέντων εις την Ζάκυνθον Νίκλων, αλλά και άλλων Μανιατών. Οι το πρώτον ως πρόσφυγες ερχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, εκινούντο προς εύρεσιν εργασίας η προς εκμάθησιν τέχνης. «Οι ευρισκόμενοι από χρόνους εις την Ζάκυνθον», οι αρχικώς δηλαδή εγκατασταθέντες, με την πάροδον του χρόνου, παρουσιάζονται ως μικροαστοί με κτηματικήν περιουσίαν, της οποίας την καλλιέργειαν αναθέτουν εις σέμπρους. Έχουν οικονομικήν ευχέρειαν να δανείζουν χωρίς τόκον, ενοικιάζουν εις άλλους οικίας ή πωλούν, είναι ιδιοκτήται πλοιαρίων κ.ά. Εκ των εγγράφων αναφέρομεν μερικάς σχετικάς ενδείξεις:

1663. Ο Ηλίας Νίκλος Μανιάτης από το χωρίο Πουλαριούς συμφωνεί με τον Τζιόρτζιο Μακρυνικόλα να του δουλεύη δια κοπέλλι της ρόγας (έμμισθος εργάτης) χρόνον ένα.

1670. Ο Γιωργανάς Παπατωμάς «παίρνει δια την ψυχή του την κυρά Μαρούλα, θυγατέρα του Γληγόρη Νίκλου από τη Μάνη, να την έχη, θρέφη, δένη ποδένη κατά την τάξιν των κοπελλώνε και να τήνε παντρέψη ότες θέληση ο αυτός Παπατωμάς να της δίδη άντρα της κατά την αντετζιό της».

1671. Η Σταμάτα Νίκλου μπαίνει δια δουλεύτρα εις τον ευγενή Αναστάσιον Λογοθέτην.

1672. Ο Αντώνης Νίκλος συμφωνεί με τον Αντώνην Πεταλάν να τον δούλεψη δια κοπέλλι της ρόγας χρόνους δύο.

1673. Ο Μάρκος Νίκλος γίνεται δουλευτής του Ευγενίου Αβούρη.

1674. Ο Νικολός Νίκλος συμφωνεί με τον Νικολόν Μαυρίκη να τον δουλεύη δύο χρόνους καλά και εμπιστεμένα και να του δίνη κάθε χρόνον ριάλια δύο.

1680. Ο Προκόπης Νίκλος πηγαίνει εις το μαγαζί του Ραψομανίκη να τον δουλεύη εις την τέχνην του ράφτη.

1690. Ο Δήμος Νίκλος δίδει το παιδί του εις τον Δημήτριον Σαμόλην δια οκτώ χρόνους δια να μάθη την τέχνην της μαραγκοσύνης.

1670. Ο Μιχάλης Νίκλος πηγαίνει εις τον Μαρήν Κόνιαρην δια χρόνους πέντε δια να μάθη την τέχνην της κτιστοσύνης.

1728. Ο Νικόλαος Νίκλος δίδει το παιδί του εις τον Αντώνιον Μασάρην δια χρόνους οκτώ δια να μάθη την τέχνην της τσαγκαροσύνης.

1674. Ο Νικόλαος Νίκλος έδωσε του Τζαννέτου Κακολύρη ριάλια δεκαπέντε δανεικά χάριν φιλίας δίχως κανένα σημάδι.

1709. Τα αδέλφια Νικλαίοι δίδουν εις σεμπρίαν ένα κομμάτι χωράφι εις τον Γιώργο Φαρισαίο.

1715. Ο Προκοπής Νίκλος δίδει εις σεμπρίαν προς τους Γεωργάκη Μαθόπουλλον και Στάθην Σπετζέρην τα αμπέλια όλα με τα σπίτια και αγκιναρότοπον.

1723. Ο Προκοπής Νίκλος ενοικιάζει εις τον Ματιόν Μαρόπουλον ένα σπίτι χαμώγειον εις την κοντράδα της Αναλήψεως.

Εις αυτό το περιβάλλον έζησε και η ωραιότατη — η πανώρια —, ως παραδίδεται 47, Αγγελική Νίκλη και το 1796 ανέλαβεν οικειακήν εργασίαν εις τον πλούσιον ευγενή Νικόλαον Σολωμόν. Κατέληξεν όμως να συζήση μετ’ αυτού ένδεκα σχεδόν χρόνους και απέκτησε δύο τέκνα τον Διονύσιον, γεννηθέντα την 8ην Απριλίου 1798 και τον Δημήτριον το 1801.

Την 18 Σβρίου 1802 απέθανεν η σύζυγος του Σολωμού Μαρνέτα και την 27 Φεβρουαρίου ενυμφεύθη ούτος την Αγγελικήν Νίκλη και την επομένην απέθανεν. Όπως όμως αναγράφεται εις την κατά την 27 Φεβρουαρίου 1807 πράξιν στεφανώματος 48, ο Σολωμός «έκρινε δια έργον σωτηρίας της ψυχής του να στεφθή και να λαβή δια γυναίκα του νόμιμον και ευλογητικήν την Κυρίαν Αγγελικήν θυγάτηρ του Δημητρίου Νίκλη με την οποίαν συνέζησεν σχεδόν χρόνους ένδεκα και με αυτήν εγέννησε δύο υιούς». Ο πρώτος εβαπτίσθη την 8ην Ιουνίου 1798 από τον ανάδοχόν του Αντώνιον Καπνίσην και ωνομάσθη Διονύσιος. Η πράξις βαπτίσεως: «1798. Ιουνίου 8. Εβαπτίσθη παιδίον αρσενικόν φυσικόν του κυρίου Κόντε Νικολάου Σολωμού και ωνομάσθη παρά του αναδόχου αυτού Α. Καπνίση Διονύσιος. Ήτο και μηνών δύο»49.

Η Αγγελική Νίκλη απέθανε την 20ήν Ιουνίου 1859 ογδοηκοντούτις, ως σύζυγος του Εμμανουήλ Λεονταράκη, τον οποίον συνεζεύχθη μετά τον θάνατον του πρώην συζύγου της Νικολάου Σολωμού. Ο Λεονταράκης είχεν υπογράψει ως μάρτυς την πράξιν του γάμου της.

Ο Σολωμός εγεννήθη και εμεγάλωνεν εις μανιάτικον οικογενειακόν περιβάλλον. Από την μάνναν του ήκουε τα νανουρίσματα εις την μανιάτικην διάλεκτον, από αυτήν και από τον πάππον του Δημήτριον Νίκλην έμαθε το πρώτον λεξιλόγιον, το όποιον δεν θα ήτο ξένον της διαλέκτου της Μάνης. Και αυτός ο κηδεμών του Ν. Μεσσαλάς ήτο Μανιάτης από το Κουτήφαρι της Μάνης. Ο ίδιος ο Σολωμός αργότερα εις την «Πρωτοχρονιάν» αναφέρει: «το παιδί του Μεσσαλά» δια το όποιον ο Δε Βιάζης εις την έκδοσιν των ποιημάτων του Σολωμού προσθέτει τους στίχους: «πού ‘ναι κόντες απτή Μάνη // κ’ έχει χέρια για να κάνη»50. Μανιάτης ήτο και ο αναφερόμενος εις το αυτό ποίημα υποδικηγόρος και στιχοπλόκος Παναγιώτης Ταβουλάρης. Ακόμη νομίζω ότι δεν είναι άσχετα προς την γλώσσαν του ποιητού, όσα ο ίδιος λέγει εις τον Σοφολογιώτατον: «εγώ έλαβα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη και τον εκαταλάβαινα εξαίρετα» 51. Είναι όμως πολύ φυσικόν, αφού ενωρίς εις ηλικίαν εννέα ετών εστάλη δια σπουδάς εις την Ιταλίαν, να λησμονήση τα ολίγα ελληνικά της παιδικής του ηλικίας.

Ο Κ. Καιροφύλας 52, εξετάζων τον χαρακτήρα του ποιητού, γράφει ότι το αγνόν λαϊκόν αίμα της μητρός του, κόρης του λαού διακρίναμεν εις διαφόρους εκδηλώσεις του βίου του Σολωμού καθώς επίσης διακρίνομεν και την αριστοκρατικήν κληρονομικότητα, η οποία μετεδόθη εκ του πατρός του. Η αγάπη προς την ελευθερίαν, η απότομος ειλικρίνεια του, η γενναιοδωρία του δείχνουν την μητρικήν επίδρασιν, ενώ ο ατίθασος χαρακτήρ του, το πείσμα του, η καυστική ειρωνεία του, η εκλογή των φίλων, η λατρεία της φύσεως, η άψογος περιβολή του δείχνουν την αρχοντικήν επίδρασιν του γηραιού πατρός του. Μόνον τοιουτοτρόπως δύναται να κατανοηθή καλύτερον η ψυχολογία του Σολωμού, μίγματος δύο κοινωνικών τάξεων τόσον διαφορετικών και τόσον αρμονικώς εντούτοις αλληλοσυμπληρουμένων.

Εις αυτά είχα προσθέσει 53 ότι ο ατίθασος ακόμη χαρακτήρ του ποιητού οφείλεται εις την μητέρα του. Αυτή δε η ποιητική δύναμις και η καυστική ειρωνεία του ποιητού είναι, κατά την γνώμην μου, μάλλον κληρονομιά

μητρική. Είναι γνωστή η ικανότης των γυναικών — και των ανδρών ακόμη — της Μάνης εις την αυτοσχέδιον ποίησιν σατίρων και μοιρολογιών, τα οποία, πλην των άλλων, είναι αξιοθαύμαστα δια την δύναμιν της εκφράσεως και την καυστικότητα της ειρωνείας.

Σημειώσεις
1. Διονυσίου Σολωμού τα ευρισκόμενα, εν Κέρκυρα 1859, σ. γ’.
2. Η ζωή και το έργο του Σολωμού, εν Αθήναις, σσ. 9-10.
3. Ο Διονύσιος Σολωμός και η Ελληνική Επανάστασις, Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 12 (1957), 1-13. Του αυτού, Δ. Σολωμού, Άπαντα, Αθήναι, σ. 8.
4. Γενεαλογικά της Αγγελικής Νίκλη-Σολωμού, Αθήνα 52 (1948), 233-243.
5. Σπ. Λάμπρου, Νέος Ελληνομνήμων 2 (1905), 397-398. Α. Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική αυτοκρατορία (1453-1821), εν Αθήναις 1923, σσ. 43-44.
6. Xirvey Jules Berger (de) Memoire sur une tentative d’ insurrection dans la Magne de 1612 a 1619 au nom du duc de Nevers comme heritier des droits des Paleologues, Memoire de l’ Academie des Inscriptions et Belles-Lettres 15 (1841), 304-335. Μετάφρ. υπό Γ. Π. Καλλιγά, Μελέται Νομικοί, οικονομολογικοί, Αθήναι 1898, τ. Β, σσ. 628-653 και εις Πανελλήνιον 1853, αριθμ. 20, 21, 22. Buchon J.A., Nouvelles recherches historiques sur la principaute francaise de Moree et des hautes baronnies a la suite de la quatrieme croisade, τ. 1, Paris 1843, σ. 287. Α. Δασκαλάκη, ενθ’ ανωτ. σσ. 54. ΣΓ. /. Παπαδοπούλου, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ Καρόλου Γονζάγα για την απελευθέρωση των βαλκανικών λαών (1603-1625), Θεσσαλονίκη 1966, σ. 62. Ενταύθα αποκαθιστά την ορθήν ανάγνωσιν του χειρογράφου και αντί Andreia Nicolo (Ανδρέας Νικόλαος), όπως γράφουν όλοι οι προ αυτού, γράφει Andreia Niclo (Ανδρέας Νίκλος).
7. Buchon, ενθ’ ανωτ., σσ. 271-274, Π. Χιώτη, Ιστορικά απομνημονεύματα, τ. Γ, Κέρκυρα 1863, σσ. 152-154. Milkosich-Muller, Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana, Vindobonae 3 (1865), 270-272, Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήναι 1869, σσ. 205-207. Α. Δασκαλάκη, ενθ’ ανωτ., σσ. 67-69.
8. Σχετικήν βιβλιογραφίαν βλ. εις Δ. Μέξη, Η Μάνη και οι Μανιάτες, Αθήνα, 1977, σσ. 418-422.
9. Εκδ. Π. Καλονάρου. εν Αθήναις 1940, στίχ. 1715 (Νίκλι), 2046 (Νικλιώτες).
10. Δ. Βαγιακάκου, Συμβολή εις τα περί Νικλων της Μάνης, Αθηνά 53 (1949), 162.
11. Δεν αναφέρεται υπό του ιατρού Παπαδάκη εις το Ημερολόγιόν του, όπου γράφει τους υπ’ αυτού θεραπευθέντας τραυματίας κατά τους εμφυλίους πολέμους των οικογενειών της Μάνης μεταξύ των ετών 1716 έως 1767 και ιδίως εις την έδραν των Νίκλων-Νικλιάνων (χωρία Κοίτα, Καλονιοί, Νόμια, Μπουλαριοί).
12. Δ. Β. Βαγιακάκου, Μανιάται εις Ζάκυνθον, Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου (της Ακαδημίας Αθηνών), τεύχ. 6 (1955), 60.
13. Έκδοσις του Ημερολογίου εις Δ. Δημητράκου-Μεσίσκλη, Οι Νυκλιάνοι, Αθήναι, τ. Α (1949), σ. 211.
14. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Αθηνά 53 (1949), 167-179.
15. Λεξικόν Φιλολογικόν και Ιστορικόν Ζακύνθου, Αθήναι 1963, τ. Β, σ. 474.
16. Buchon, ενθ’ ανωτ., σσ. 283-284.
17. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου (της Ακαδημίας Αθηνών), τεύχ. 5 (1954), 41.
18. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Αθηνά 53 (1949), 164-165.
19. Λ. Ζώη, Λεξικόν Φιλολογικόν και Ιστορικόν Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1898, σ. 723.
20. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Αθηνά 53 (1949), 179-185.
21. Δ. Β. Βαγιακάκου, αυτόθι, σ. 187.
22. Δ. Β. Βαγιακάκου, αυτόθι, σσ. 185-186.
23. Δ. Β. Βαγιακάκου, αυτόθι, σσ. 173-174.
24. Περί αυτών βλ. Κ. Σάθα, Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει και αναγέννησις της Ελληνικής τακτικής, Περιοδ. Εστία, τ. 19 (2/6 1885), 20 (8/9 1885) Ανατύπωσις υπό Ν. Καραβιά, Αθήνα 1986, σσ. 289.
25. Κ. Σάθα, ενθ’ ανωτ., (έκδ. Καραβιά), σ. 264. Πρβ. Α. Δασκαλάκη, ενθ’ ανωτ., σ. 48, Αρχηγός αυτής ήτο ο Θεόδωρος Λιβέρης, ο επονομαζόμενος Λαγός.
26. Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, εν Αθήναις 1869, σσ. 36-43. Του αυτού, Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει..., σσ. 125-127.
27. Κ. Σάθα, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, τ. 5 (1883), 75-76.
28. Π. Χιώτου, ενθ’ ανωτ., σ. 58. Ν. Κατραμή, Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1880, σσ. 48-49. Κ. Καιροφύλα, Η Επτάνησος υπό τους Βενετούς, Αθήναι 1948, σ. 27. Του αυτού, Η Ζάκυνθος όπως την είδαν οι Περιηγηταί, Ημερ. Μεγάλης Ελλάδος, 1930, σ. 172. Λ. Χ. Ζώη, Στατιστική της νήσου Ζακύνθου, Μούσαι, Φύλλ. 101, σσ. 624-625. Του αυτού, Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήναι 1955, σσ. 115-118. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Έπετ. Αρχείου Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου (Ακαδημίας Αθηνών), τεύχ. 5 (1954), 3-5. Ντ. Κονόμου, Ζάκυνθος. Πολιτική Ιστορία, τόμ. 3, τευχ. Α, Αθήναι 1981, σσ. 36-37.
29. Περί αυτών βλ. Δ. Β. Βαγιακάκου, Μελισσηνοί και Κοντόσταβλοι εκ Μάνης εις Ζάκυνθον, Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου Ακαδημίας Αθηνών, τ. 3 (1951), 141-166. Του αυτού. Σχέσεις Ζακύνθου και Μάνης, Αιξωνή 3 (1953), 123-127. Μάνη και Ζάκυνθος, Πρακτικά 3ου Πανιονίου Συνεδρίου 1965, Αθήνα 1967, σσ. 16-34. Περί αυτών περισσότερα εις ανακοίνωσίν μου εις το 6ον Διεθνές Πανιόνιον Συνέδριον εις Ζάκυνθον 23-27 Σ/βρίου 1997. Και περί άλλων ακόμη εις μονογραφίαν ετοίμην προς έκδοσιν: «Μανιάται εις Ζάκυνθον». Ντ. Κονόμου, ενθ’ ανωτ., σ. 30.
30. Ζησίμου Χ. Συνοδινού, Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης, Κριτική έκδοση, Αθήνα 1997, σσ. 119-120 (Πράξις Α. Σκηνή 10).
31. Κ. Μέρτζιου, Η Μάνη εις τα Αρχεία της Βενετίας (1611-1674), Λακωνικαί Σπουδαί 1 (1972), 160.
32. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Αιξωνή 3 (1953), 126.
33. Το κείμενον βλ. εις Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. 6, σ. 275 (Relatio Virinobilis ser Marci Basadonna Reversi provisoris Jacinti a di e Marzo 1546).
34. William Miller, Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα (1204-1566). Μετάφρ. Άγγ. Φουριώτη, Αθήνα 1960, σ. 623.
35. Το χρονικόν του Ρεμπελιού εδημοσιεύθη το πρώτον υπό Π. Χιώτου, Ιστορικά Απομνημονεύματα, Κέρκυρα, τ. 3 (1863), 165-182. Κ. Σάθα, Ελληνικά ανέκδοτα, τ. 1 (1867), 157-193. Μαριάννα Μινώτου Γιαννόπουλου, Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων, Αθήνα 1933. Κ. Πορφυρή, Αγγέλου Σουμάκη, Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων, Αθήνα 1973. Ντ. Κονόμου. Ζακυνθινά Χρονικά (1485-1953), Αθήνα 1970, σσ. 27-59. Δίον. Ρώμα, Το ρεμπελιό των ποπολάρων, τ. Α-Β, Αθήναι 1979.
36. Η αντίστοιχος έκφρασις «πρώτα και δεύτερα σπίτια» εν χρήσει και εις την Μάνην προκειμένου να χαρακτηρισθούν αι ισχυραί οικογένειαι δια την ανάληψιν της καπετάνιος, βλ. Δ. Β. Βαγιακάκου, η Άρδουβιστα-Άνδρουβιστα-Μεγάλη Χώρα της Έξω Μάνης, Λακωνικαί Σπουδαί 13 (1996), 56.
37. Δίον. Ρώμα, Το ρεμπελιό των ποπολάρων, τ. Β, Αθήνα 1979, σ. 344.
38. Κοινά γλωσσικά φαινόμενα της διαλέκτου της Μάνης μετά της διαλέκτου της Ζακύνθου και των Κυθήρων, Λακωνικαί Σπουδαί 9 (1988), 133-188.
39. Λ. Ζώη, Λεξικόν..., Ζάκυνθος 1898, σ. 723.
40. Λ. Ζώη, Λεξικόν..., Αθήναι 1963, σ. 474.
41. Δ. Β. Βαγιακάκου, Συμβολή εις τα περί Νίκλων-Νικλιάνων της Μάνης, Αθήνα 53 (1949), 162.
42. Μανιάται είς Ζάκυνθον, Έπετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου (της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 5 (1954), 3-96. 6 (1955), 3-92.
43. Δ. Β. Βαγιακάκου, Γενεαλογικά της Αγγελικής Νίκλη-Σολωμού, Αθηνά 52 (1948), 234-236.
44. Δ. Β. Βαγιακάκου, Συμβολή,.., Αθήνα 53 (1949), 156-157.
45. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Επετ. Αρχ. Ιστορ. του Ελληνικού Δικαίου, τ. 5 (1954), 25.
46. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Επετ. Αρχ. Ιστορ. του Ελληνικού Δικαίου, τ. 6 (1955), 30-31. Δια τον διπλούν τύπον πλείονα βλ. Δ. Β. Βαγιακάκου, Συμβολή..., Αθήνα 53 (1949), 150-157.
47. Κ. Καιροφύλα, Η ζωή και το έργο του Σολωμού, εν Αθήναις, σ. 9. Φ. Μιχαλοπούλου, Διονύσιος Σολωμός 1798-1857, Αθήνα 1931, σ. 122.
48. Το κείμενον εις το Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.
49. Λ. Ζώη, Πανηγυρικόν τεύχος Δ. Σολωμού, 1902, σ. 52. Φ. Μιχαλοπούλου, ενθ’ ανωτ.
50. Κ. Καιροφύλα, ενθ’ ανωτ., σ. 437. Δ. Β. Βαγιακάκου, Μάνη και-Ζάκυνθος 1967, σσ. 33-34.
51. Κ. Καιροφύλα, ενθ’ ανωτ., σ. 489.
52. Κ. Καιροφύλα, Σολωμού ποιήματα, Αθήναι, σ. 1.
53. Δ. Β. Βαγιακάκου, ενθ’ ανωτ., Αθήνα 52 (1948), 242.




ΤΑ ΟΡΛΩΦΙΚΑ

Εξεγέρσεις και απελευθερωτικοί οραματισμοί πριν από τη μεγάλη ελληνική Επανάσταση του '21

Οι Έλληνες και οι ρωσικοί αντιπερισπασμοί στο Αιγαίο
Τα Ορλωφικά (1770). Όλες οι ελπίδες στο ξανθό γένος.

Στα σημειώματα που ακολουθούν θα παρουσιάσουμε το ιστορικό σκηνικό μέσα στο οποίο εκδηλώνονται τα γεγονότα που έμειναν γνωστά στην ιστορία ως «Ορλωφικά». Θα προσδιορίσουμε τις κοινωνικο-πολιτικές και ιδεολογικές ορίζουσες του κινήματος και θα παρακολουθήσουμε τα γεγονότα που συνέθεσαν τη σύντομη (και συνάμα δραματική για τους ανθρώπους που την έζησαν) ιστορία του.

Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου (1689-1725) η Ρωσία καθίσταται ισχυρή ευρωπαϊκή δύναμη και ο κυριότερος αντίπαλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στρατηγικός στόχος της Ρωσίας υπήρξε ο έλεγχος της Μαύρης Θάλασσας και η πρόσβαση στους εμπορικούς δρόμους του Αιγαίου και ευρύτερα της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο στόχος αυτός, που δημιουργούσε κλίμα έντασης και οδήγησε συχνά σε πόλεμο τις δύο αυτοκρατορίες, φαίνεται ότι αποκτά σαφέστερα χαρακτηριστικά στα χρόνια της Αικατερίνης Β' (1762-1796). Τότε αποφασίστηκε η κατασκευή ρωσικού στόλου και η δυναμική παρουσία του στη Μεσόγειο και ιδίως στο Αιγαίο. Από τις αρχές του 18ου αιώνα οι Ρωσο-οθωμανικοί πόλεμοι (1711, 1736-1739, 1768-1774, 1787-1792, 1806-1812) διεξάγονται κυρίως στις ευρωπαϊκές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και στο Αιγαίο μετά το 1770.

Μέρος του ρωσικού σχεδίου δράσης αποτελούσε και η εξέγερση των ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών της Βαλκανικής Χερσονήσου και, ανάμεσά τους, των χριστιανικών πληθυσμών της Ρούμελης, της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου. Η κοινή θρησκευτική πίστη αποτελούσε το έδαφος για τη διεκδίκηση εκ μέρους της Ρωσίας της αναγνώρισής της ως «προστάτιδας» των ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Φαίνεται μάλιστα ότι το πέτυχε μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), γεγονός το οποίο της επέτρεψε να επεμβαίνει έκτοτε στις εσωτερικές υποθέσεις της Πύλης.

Η εξέγερση που εκδηλώθηκε το 1770 στην Πελοπόννησο, τα λεγόμενα «Ορλωφικά», σχεδιάσθηκε και οργανώθηκε από Ρώσους αξιωματούχους στην υπηρεσία της τσαρίνας Αικατερίνης Β' και Πελοποννήσιους, κατά κύριο λόγο, κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς. Οι εμπνευστές και φορείς του σχεδίου θα πρέπει να αναζητηθούν ακόμη, πέρα από το περιβάλλον των Ρώσων ηγεμόνων, και στους εμπορικούς και πνευματικούς κύκλους του παροικιακού Ελληνισμού: πρόκειται για θιασώτες των πολιτισμικών και κοινωνικο-πολιτικών προτύπων του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, που συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των θαυμαστών των «πεφωτισμένων» Ρώσων ηγεμόνων της εποχής.

Άλλωστε, στο πλαίσιο του αναπτυσσόμενου την εποχή εκείνη ευρωπαϊκού ηγεμονισμού, ένας γενικευμένος ξεσηκωμός των υπόδουλων στους Οθωμανούς, χριστιανών της Βαλκανικής ενώ απέβλεπε κατ' ουσίαν στον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων πολιτικής κυριαρχίας στην περιοχή, προβαλλόταν ταυτοχρόνως σαν να είναι ο αγώνας της ελευθερίας ενάντια στην τυραννία, της επικράτησης, δηλαδή, του χριστιανικού ευρωπαϊκού πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα του μουσουλμανικού - ασιατικού δεσποτισμού.

Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό σκηνικό, το καλοκαίρι του 1769 και ενώ ο Ρωσο-οθωμανικός πόλεμος (1768-1774), ο πρώτος που επιχειρεί η Αικατερίνη Β', συνεχίζεται με οθωμανικές επιτυχίες στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, αναχωρούν από το λιμάνι της Κροστάνδης, στη Βαλτική, 14 πλοία με περίπου 600 στρατιώτες. Πρόκειται για την πρώτη ρωσική ναυτική μοίρα, αποστολή της οποίας ήταν να πλεύσει στη Μεσόγειο και να αναλάβει πολεμική δράση στο Αιγαίο, κινητοποιώντας ταυτοχρόνως σε εξεγέρσεις τους χριστιανικούς πληθυσμούς στις νότιες βαλκανικές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ιδίως στην Πελοπόννησο.

Εκεί, οι συνεννοήσεις των απεσταλμένων των Ρώσων με τους αρχηγούς των Μανιατών καθώς και με ισχυρούς Μοραΐτες κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς πραγματοποιούνται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1760. Στη δύναμη αυτή, την οποία θα ακολουθούσε και μια δεύτερη μοίρα, οι Ρώσοι θα προσέθεταν και άλλα πλοία, που κατασκευάζονταν στη Ρωσία καθώς και σε λιμάνια της ιταλικής χερσονήσου, όπου διενεργούνταν στρατολόγηση για τον σχηματισμό των πληρωμάτων.

Επιπροσθέτως, είχαν προσληφθεί έμπειροι αξιωματικοί του ναυτικού από χώρες με πλούσια ναυτική παράδοση, όπως η Αγγλία, και πλοηγοί που γνώριζαν τον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου. Επρόκειτο για εγχείρημα παράτολμο. Η Ρωσία δεν είχε ναυτική παράδοση και έως τότε στήριζε τη στρατιωτική της ισχύ σε χερσαίες δυνάμεις. Τα ειρωνικά σχόλια, ιδίως από την πλευρά των Άγγλων, για το παράδοξο του πράγματος δεν εμπόδισαν τα πρώτα ρωσικά πλοία να εισέλθουν στη Μεσόγειο τον Ιανουάριο του 1770. Στις 17/28 Φεβρουαρίου 1770 ένα τμήμα του στόλου υπό τον Θ. Ορλώφ αγκυροβόλησε στο Οίτυλο της Μάνης.

Η εξέγερση στην Πελοπόννησο εκδηλώθηκε τις επόμενες ημέρες, κράτησε περίπου τρεις μήνες, για να κατασταλεί σχετικά εύκολα, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στο ανθρώπινο και παραγωγικό δυναμικό του τόπου. Επίσης, λόγω της παρουσίας των πολυάριθμων ενόπλων, στρατολογημένων ιδίως από τις αλβανικές περιοχές, που είχαν σταλεί για την καταστολή της, δημιουργήθηκε ένα πλεονάζον και ανεξέλεγκτο από τους τοπικούς μηχανισμούς εξουσίας απόθεμα βίας, με αποτέλεσμα να παραταθεί για πολλά χρόνια ακόμη η ένταση και η ανασφάλεια στην περιοχή. Η προσδοκία όμως της ξένης παρέμβασης, συνδεδεμένη έκτοτε με την προοπτική της δημιουργίας μιας εναλλακτικής μορφής πολιτικής κυριαρχίας στη νότια Βαλκανική και το Αιγαίο, θα έχει πλέον ριζώσει στους χώρους των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τον Φεβρουάριο του 1770 ο ρωσικός στόλος αγκυροβόλησε στη Μάνη. Επτά χρόνια νωρίτερα, το 1763, ο αξιωματικός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπάζωλης εγκαθίσταται στη Βενετία αρχικά και στην Τεργέστη αργότερα με ειδική αποστολή την υποκίνηση εξεγέρσεων των χριστιανικών πληθυσμών στα νότια Βαλκάνια, που θα εκδηλώνονταν με την εμφάνιση στο Αιγαίο του ρωσικού στόλου. Άλλοι αξιωματικοί της Ρωσίας θα αναλάμβαναν δράση στο Μαυροβούνιο, στην περιοχή της Χιμάρας και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Οι εξεγέρσεις αυτές αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που αφορούσε τη ρωσική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το σχέδιο είχε αρχίσει να αποκτά πνοή το 1762, με την αναρρίχηση στον θρόνο της Ρωσίας της Αικατερίνης Β'. Ο κόμης Γρηγόριος Ορλώφ, που ανήκε στο στενό περιβάλλον της Αικατερίνης, και οι αδελφοί του Αλέξιος και Θεόδωρος, αξιωματικοί του ρωσικού στρατού που συνέβαλαν στην ανατροπή του τσάρου Πέτρου Γ', θα αναλάμβαναν επικεφαλείς της επιχείρησης στο Αιγαίο.

Με τους Ορλώφ διατηρούσε σχέσεις και ο Παπάζωλης, ο οποίος είχε συμμετοχή στην εξόντωση του Πέτρου Γ'. Στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με το εμπόριο, αν και χωρίς επιτυχία, γεγονός που ίσως τον έκανε να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη, εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες πλουτισμού και τις δυνατότητες κοινωνικής ανόδου που προσέφερε την εποχή εκείνη ο ρωσικός στρατός.

Από το 1765, ο Παπάζωλης και οι πράκτορές του, μεταξύ των οποίων ιερείς που προφήτευαν τον ερχομό του «ξανθού γένους», ταξίδεψαν στην Ήπειρο, τη Ρούμελη και την Πελοπόννησο, όπου συναντήθηκαν με σημαντικούς τοπικούς παράγοντες και διένειμαν στους μυημένους άμφια, ιερά σκεύη και εικόνες της Αικατερίνης, η οποία εμφανιζόταν ως προστάτιδα των ορθόδοξων χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκτός του Παπάζωλη, στην Πελοπόννησο ταξίδεψαν και άλλοι αξιωματικοί της Ρωσίας, όπως ο Εμμανουήλ Σάρρος.

Ιδιαίτερα πρόθυμοι συνομιλητές όλων αυτών υπήρξαν οι αρχηγοί των Μανιατών και ο ισχυρός προύχοντας της Καλαμάτας Παναγιώτης Μπενάκης. Σε επαφή μαζί του βρίσκονταν αρκετοί Μοραΐτες προύχοντες και ιεράρχες, οι οποίοι φαίνεται ότι συγκροτούσαν συμμαχικό δίκτυο στο πλαίσιο των κοινωνικο-πολιτικών ανταγωνισμών μεταξύ των τοπικών εξουσιαστικών ομάδων της Πελοποννήσου.

Σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στον πύργο του Μπενάκη, το φθινόπωρο του 1768, συμφωνήθηκε να αποσταλεί προς την Αικατερίνη αίτηση - έκκληση για υποστήριξη επικείμενης εξέγερσής τους. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αρκετές από τις υπογραφές που εμφανίζονται στο έγγραφο ήταν πλαστές.

Ιδιαίτερες διαπραγματεύσεις έγιναν το 1769 με τους Μανιάτες, στους οποίους απευθύνθηκαν με επιστολές τους ο πρωθυπουργός της Ρωσίας Πάνιν και ο Αλέξιος Ορλώφ, ενώ αρκετές υπήρξαν και οι αποστολές Μανιατών στη Βενετία και άλλες πόλεις της ιταλικής χερσονήσου, όπου βρίσκονταν την εποχή εκείνη οι επικεφαλής της επικείμενης επιχείρησης με σκοπό να την προετοιμάσουν.

Τακτική επικοινωνία διατηρούσαν αυτοί οι τελευταίοι και με τον Π. Μπενάκη, ο οποίος ενημερωνόταν για τον πλου του ρωσικού στόλου. Ωστόσο οι επαφές αυτές δεν έλυσαν ορισμένα σημαντικά ζητήματα και, μεταξύ αυτών, το ποια θα ήταν η πλευρά που θα αναλάμβανε το κύριο βάρος των χερσαίων επιχειρήσεων. Οι Μοραΐτες επιδίωκαν να δεσμεύσουν τους Ρώσους με την αποστολή αρκετών χιλιάδων ενόπλων. Οι Ρώσοι, από την πλευρά τους, υπόσχονταν χωρίς φειδώ, φάνηκε ωστόσο από τον αριθμό πλοίων, ενόπλων και πολεμικών εφοδίων που έστειλαν στην Πελοπόννησο, ότι δεν ήταν η ξηρά το πεδίο που τους ενδιέφερε να δοκιμαστούν στρατιωτικά, αλλά η θάλασσα.

Η άφιξη των πρώτων ρωσικών πλοίων, στις 17/28 Φεβρουαρίου 1770, προκάλεσε αναστάτωση στους Μανιάτες που έσπευσαν στο Οίτυλο μαζί με τους ιερείς τους για να υποδεχθούν τους Ρώσους. Σύμφωνα με προφητείες ευρύτατα διαδεδομένες από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι Ρώσοι, οι Μόσχοβοι όπως τους έλεγαν, ήταν το περίφημο «ξανθό γένος», το θεϊκά σταλμένο να άρει την οθωμανική κατάκτηση και να (ανα)συστήσει χριστιανικό βασίλειο στο πρότυπο του Βυζαντίου.

Έτσι, η έλευση των Ρώσων στη Μάνη φάνταζε ως ενεργοποίηση του «σχεδίου» της Θείας Πρόνοιας, ως απαρχή της εκπλήρωσης χιλιαστικών προσδοκιών που καλλιεργούνταν από τα χρόνια της κατάκτησης της Πόλης από τους Οθωμανούς. Τέτοιες προφητείες, που την εποχή εκείνη αφορούσαν το «ξανθό γένος» και θεματοποιήθηκαν ως «προφητείες του Αγαθάγγελου», τις διέδιδαν ιδίως κληρικοί και μοναχοί, που συχνά ήταν απόστολοι της ρωσικής πολιτικής.

Εξάλλου, η ρωσική επέμβαση στην Πελοπόννησο ήταν μια προοπτική που ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1760 εμπεδωνόταν ολοένα και περισσότερο μεταξύ χριστιανών προυχόντων και αρχιερέων ως εναλλακτική δυνατότητα διεξόδου από το καθεστώς της οθωμανικής κατάκτησης. Η αναζήτηση των δυνατοτήτων της προοπτικής αυτής καθιστούσε τους αρχηγούς των Μανιατών και προύχοντες σαν τον Π. Μπενάκη πρόθυμους και προνομιακούς συνομιλητές του Παπάζωλη και των Ορλώφ.

Μέσα από διαφορετικούς, αν και συχνά διασταυρούμενους, δρόμους, η προσδοκία της έλευσης των Ρώσων είχε αναπτυχθεί στους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, αλλά και μεταξύ των λογίων και εμπόρων που διαβιούσαν εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη διάρκεια της παραμονής τους σε πόλεις της ιταλικής χερσονήσου με στόχο την προετοιμασία της εκστρατείας, ο Παπάζωλης αρχικά και οι Ορλώφ στη συνέχεια είχαν την υποστήριξη ανθρώπων που αντιμετώπιζαν θετικά τη δημιουργία ενός αυτόνομου κρατικού μορφώματος στη νότια Βαλκανική και το Αιγαίο, μιας ηγεμονίας που θα τύγχανε της αρωγής και της προστασίας της Ρωσίας της Αικατερίνης Β'.

Άλλωστε, αρκετοί από τους στοχαστές του Διαφωτισμού, και ιδίως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό, αναγνώριζαν στο πρόσωπο της «πεφωτισμένης» αυτοκράτειρας τις δυνατότητες πολιτικής, οικονομικής, διοικητικής και πνευματικής αναμόρφωσης των λαών της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της εγγύς Ανατολής, σύμφωνα με τις αρχές και τα πολιτικο-κοινωνικά προστάγματα του Διαφωτισμού.

Αυτή η «μετριοπαθής» διάσταση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που αντιμετώπιζε θετικά την προοπτική της «πεφωτισμένης δεσποτείας», έτσι όπως εμφανιζόταν στα μέσα του 18ου αιώνα ιδίως από τη Ρωσία της Αικατερίνης, βρήκε απήχηση όχι μόνο μεταξύ των εμπόρων και των λογίων στις παροικίες, αλλά και στους χώρους της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις του πατριάρχη Κύριλλου Ε' (1757-1761) που, καθαιρεθείς, επέστρεψε στον τόπο καταγωγής του, τη Δημητσάνα, προπαγανδίζοντας την προοπτική της ρωσικής παρέμβασης, αλλά και του μητροπολίτη Ανανία, που με τον Π. Μπενάκη και άλλους Μοραΐτες προύχοντες και αρχιερείς φαίνεται ότι αντιμετώπιζαν θετικά την προοπτική δημιουργίας μιας ρωσικής ηγεμονίας στην Πελοπόννησο. Η εμπειρία από τη δράση της καθολικής Εκκλησίας την περίοδο της ενετικής κατάκτησης (1685-1715) δημιούργησε ασφαλώς στην Πελοπόννησο ευνοϊκές συνθήκες ώστε η ομόδοξη Ρωσία να αποκτήσει ισχυρά ερείσματα για την προώθηση της πολιτικής της.

Ανεξάρτητα από τις όποιες τοπικές ιδιαιτερότητες, η προοπτική μιας ελληνικής ηγεμονίας στο πλαίσιο της «πεφωτισμένης δεσποτείας», την οποία πρέσβευε η Ρωσία της Αικατερίνης, έβρισκε ένθερμους υποστηρικτές στους κόλπους της Εκκλησίας και ιδίως σε περιβάλλοντα που ήταν επιδεκτικά των αρχών του Διαφωτισμού.

Ο Ευγένιος Βούλγαρης, λόγιος και κληρικός με σημαντική παρουσία σε εκκλησιαστικά εκπαιδευτήρια όπως η Αθωνιάδα στο Άγιο Όρος, συμπύκνωσε ίσως με τον εναργέστερο τρόπο την προοπτική αυτή. Το 1770, στη διάρκεια του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου, επεισόδιο του οποίου υπήρξαν και τα Ορλωφικά, εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη.

Το 1771 μετέφρασε στα ελληνικά ορισμένα φυλλάδια του Βολταίρου αλλά και την περίφημη Εισήγηση της Αικατερίνης, όπου με μια ρητορική εμπνευσμένη από τις αρχές του Διαφωτισμού εξαγγελλόταν το μεταρρυθμιστικό κυβερνητικό της πρόγραμμα. Πιθανότατα την ίδια χρονιά εξέδωσε ανώνυμα την πολιτική πραγματεία Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του οθωμανικού κράτους, έργο που μεταφράστηκε στα ρωσικά και στα γαλλικά.

Οι Στοχασμοί αναφέρονται στη θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο σύστημα σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών, προσέγγιση ιδωμένη υπό το πρίσμα της διαδεδομένης την εποχή εκείνη θεωρίας των «αντίρροπων δυνάμεων». Σύμφωνα με τον Βούλγαρη, η ενδυνάμωση της Ρωσίας θα μπορούσε να περιορίσει εδαφικά και να καταστήσει ελεγχόμενη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που έτσι δεν θα συνιστούσε πλέον κίνδυνο για τα ευρωπαϊκά κράτη.

Η Ρωσία θα λειτουργούσε ως αιχμή του ευρωπαϊκού δόρατος και ως φορέας του πολιτικού και πνευματικού πολιτισμού της Ευρώπης. Πρότεινε λοιπόν τον διαμελισμό των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία μιας μικρής ελληνικής ηγεμονίας υπό τη σκέπη της Ρωσίας.

Ν. Ροτζώκος – Δ. Τζάκης ΤΑ ΝΕΑ (23-08-2000)
(Ο Νίκος Ροτζώκος διδάσκει Νεότερη Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο Διονύσης Τζάκης είναι διδάκτωρ Ιστορίας, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού).



ΚΑΣΤΑΝΙΤΣΑ – ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ

Στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε ως την έναρξη της ηγεμονίας του Τζανέτμπεη Γρηγοράκη, διαδραματίστηκαν στη Μάνη σημαντικά γεγονότα. Πρώτα - πρώτα είχε αρχίσει ήδη από 1779 η εκκαθάριση της Πελοποννήσου από τους Τουρκαλβανούς που χωρίς καμιά διάκριση είχαν αρχίσει να εκβιάζουν και να ληστεύουν και τους Τούρκους τους ίδιους.
Για την εξόντωση τους έστειλε τότε ο Σουλτάνος το περίφημο Καπουδάν πασά Χασάν Τζελαϊδή που ήταν και Βεζύρης και τώρα Βαλεσής και Σερασκέρης της Ρούμελης με στρατό και με στόλο. Όταν έφθασε στο Ναύπλιο ο Χασάν πασάς έστειλε μήνυμα στους Τουρκαρβανίτες να φύγουν αμέσως από το Μοριά. Μόνο οι Τσάμηδες τον άκουσαν κι έφυγαν.
Οι άλλοι, κάπου 7.000 αρνήθηκαν να υπακούσουν στη διαταγή του. Τότε ο Χασάν πασάς χωρίς ενδοιασμούς και με την ευφυΐα πού τον διέκρινε και την πολιτικότητά του, ζήτησε την συνδρομή και των Ελλήνων κλεφταρματολών της Πελοποννήσου πού έφταναν τις 5.000. Όλοι δέχτηκαν να τον βοηθήσουν και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα οι Τουρκαρβανίτες είχαν εξοντωθεί. Η σφαγή τους υπήρξε ανεπανάληπτο γεγονός και ο Χασάν πασάς με τα κεφάλια τους, έστησε μέσα στη Τριπολιτσά μακάβρια πυραμίδα.
Φυσικά μετά την εξόντωση των Τουρκαρβανιτών, ο πανέξυπνος Σερασκέρης δεν χρειαζόταν πια τη «συμμαχία» με τους κλεφταρματολούς. Σκέφτηκε πως θα έπρεπε να απαλλαγεί και άπ' αυτούς. Έτσι, το 1780 κατέπλευσε στο λιμάνι του Γυθείου (Μαραθωνήσι). Είχε μαζί του μεγάλο ασκέρι και στόλο. Μανιάτμπεης ήταν ακόμη ο Μιχάλμπεης Τρουπάκης.
Χωρίς να χάση καιρό, κάλεσε ο Σερασκέρης τους δυο φημισμένους αρχικλέφτες της Μάνης και του Ταΰγετου ( Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και Παναγιώταρος Βενετσανάκης) να του δηλώσουν υποταγή και να τον «προσκυνήσουν».
Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και ο Παναγιώταρος Βενετσανάκης, οι θρυλικοί κλεφταρματολοί, ήταν οχυρωμένοι με τις οικογένειές τους και τα παλικάρια τους μέσα στους πύργους τους στη Καστάνια της Μάνης. Από εκεί έκαναν εφόδους κι είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων στα σύνορα της Μάνης και στις περιοχές της Λακωνίας. Μόλις ήρθε το μήνυμα της υποταγής από το Χασάν πασά, κάλεσαν σε συναγερμό τους καπετάνιους της Δυτικής (αποσκιαδερής) Μάνης και με 150 παλικάρια τους κλείστηκαν και ταμπουρώθηκαν στους πύργους τους.
Εδώ οι υπερήφανοι κλέφτες της Μάνης, έγραψαν σελίδες άφταστου ηρωισμού. Κάπου 10.000 Τούρκοι με πυροβολικό έχοντας και τη σύμπραξη των Τουρκομπαρδουνιωτών, άρχισαν να τους πολιορκούν. Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και ο Παναγιώταρος Βενετσανάκης, αντιστάθηκαν δώδεκα μερόνυχτα.
Οι ενισχύσεις όμως πού περίμεναν δεν ήρθαν γιατί είχαν κλείσει τους δρόμους οι Τούρκοι ή το πιο πιθανό γιατί ο Παναγιώταρος δεν είχε συμπάθειες ανάμεσα στους καπετάνιους της Μάνης, εξαιτίας της υπεροπτικής και ανυπότακτης συμπεριφοράς του. Αλλά και ο καπετάνιος της Ανατολικής (Προσηλιακής Μάνης) Τζανέτος Καπετανάκης Γρηγοράκης — ο κατοπινός Τζανέτμπεης Γρηγοράκης — αρνήθηκε να τους βοηθήσει παρ’ όλο πού είχε συγγενικό δεσμό με τον Παναγιώταρο, γιατί είχε δυσαρεστηθεί μαζί του. Ο Παναγιώταρος άλλωστε δεν δεχόταν διαταγές από τους Γρηγοράκηδες.
Στην απελπισμένη έξοδο πού επιχείρησαν πολεμώντας με τα γιαταγάνια στο χέρι, οι ηρωικοί κλέφτες, έγινε μεγάλος χαλασμός. Οι εχθροί γύρω τους ήταν χιλιάδες και στο πεδίο της μάχης έπεσαν οι περισσότεροι και μαζί τους οι δύο αρχηγοί. Μεταξύ εκείνων πού σώθηκαν ήταν και η γυναίκα του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, που ντυμένη αντρικά και παλεύοντας με ακατάβλητο θάρρος κατάφερε να σωθεί και να σώσει από τα έξι παιδιά της, μια κόρη της και το μικρότερο γιο της.
Αυτός ο μικρός γιος πού σώθηκε από τη σφαγή στη Καστάνια ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο μεγάλος «γέρος του Μοριά». Ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, διηγείται την επική μάχη των Πύργων στη Καστάνια με τα απλά και απέριττα λόγια του:
«Ήσύχασεν η Πελοπόννησος. Τους 80 εκατέβη ο ίδιος ο Καπετάμπεης και χάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρον Βενετσανάκην. Ήλθεν η αρμάδα εις το Μαραθονήσι τα στρατεύματα στερεάς και θαλάσσης. Η Καστάνιτσα αποικία, όπου ήτον ο Κολοκοτρώνης κι ο Παναγιώταρος, έξι ώρας μακράν από το Μαραθονήσι.
Έρχοντας η αρμάδα, ο Παναγιώταρος, ως Μανιάτης, επροσκάλεσε βοήθεια από τους Μανιάτας, και οι Μανιάτες υποσχέθηκαν ότι πάνε βοήθεια και ο δραγουμάνος ο Μαυρογένης ως Έλλην και τεχνίτης έκαμε τον Μιχάλη Τρουπάκη Μπέη και για να τον κάμη Μπέη αλικώτησε την βοήθεια και επήρε το κάστρο. Επήγε το ασκέρι 14.000, και τους επολιόρκησε.
Μία ώρα στράτα αλάργα έστησε το ορδί. Έστειλεν ο Σερασκέρης Αλήμπεης ένα γράμμα για να προσκυνήσουν και να του δώσουν ενέχυρα ένα παιδί ο ένας και ένα ο άλλος, και να τραβήξη χέρι από δαύτους, αυτοί απεκρίθηκαν: ‘’Δεν προσκυνούμε, θέλομε πόλεμο και οποίος μείνη νικημένος ας προσκύνηση’’. Αυτός ήλπιζε από την Μάνην βοήθεια. Τους πολιόρκησαν τα Τούρκικα στρατεύματα, έβγαλαν κανόνια και βόμβαις, τους πολεμούσαν ήμερα καί νύκτα ούτε οι βόμβαις τους έκαναν φόβον ούτε τα κανόνια, όμως επολέμησαν δώδεκα ημέραις και δώδεκα νύκτες με ανδρεία και γενναιότητα.
Όταν είδαν ότι βοήθεια δεν έρχεται, απεφάσισαν να φύγουν από τους πύργους. Οι πύργοι ήτον δύο, και ο ένας ήταν του πατέρα του Παναγιώταρου και ο άλλος του πατέρα μου και του Παναγιώταρου• ο πατέρας του Παναγιώ-ταρου ήτον 80 .ετών, ως και η μητέρα του, και μην ημπορώντας να φύγουν εις το γιουρούσι, με τα άλλα γυναικόπαιδα, είπε του Παναγιώταρου και πατέρα μου• «βάλτε φωτιά στους άλλους πύργους, εγώ μένω εδώ, έμεινε μ' ένα δούλο και με την γυναίκα του και μία δούλα με σκοπόν να πολεμήση ελπίζοντας να έλθη βοήθεια από τα παιδιά του έπειτα. Ο πόλεμος του ήτον με τον δούλον, η τέχνη του μεγάλη•είχε φυτίλι να γυρίση μαζί με τους Τούρκους.
Αυτοί πού επολεμούσαν μέσα έπεσαν εις το ορδί του Σερασκέρη, με τα σπαθιά εις το χέρι, μόνον τρεις εσκοτώθησαν άνδρες, και μέρος γυναίκες, και έμειναν πολλά παιδιά σκλάβοι•και έτσι έμειναν δύο αδέλφια μου σκλάβοι, το ένα τριών χρόνων και το άλλο ενός, άλλα δύο εσκλαβώθηκαν, και έπειτα ελευθερώθηκαν. Όταν έκαμαν το γιουρούσι, έπιασαν τα βουνά οι Τούρκοι δια νυκτός εβασίλευε το φεγγάρι εις την μέσην νύκτα, και βασιλεύοντας το φεγγάρι εβγήκαν νύκτα μικρή και δεν έλαβαν καιρόν να φύγουν κατά την Μάνη•επήγαν εις τους λόγκους κ' επήρε ημέρα. Τον Παναγιώταρον ζωντανόν τον έπιασαν και έπειτα τον εσκότωσαν οι Μπαρδουνιώταις.
Ο πατέρας μου εσκοτώθηκε με δύο του αδέλφια, Αποστόλη και Γεώργη, ο ένας εις τον λόγκον, ο άλλος μοναχός του, διατί ελαβώθηκε' εγλύτωσεν ένας μπάρμπας μου, Αναγνώστης, ο από τους κλεισμένους τέσσαρους αδελφούς Κολοκοτρώνη. Εγώ, η μάννα μου, η αδελφή μου εγλύτωσαν με τα παλληκάρια του πατέρα μου. Εις το γιουρούσι ελαβώθηκε με σπαθί ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης, και με προδοσία ενός Τούρκου φίλου εσκοτώθηκε, δεν εφάνη το κεφάλι του, οι φονείς του τον εσκότωσαν και τον έκρυψαν δια το βίο του.
Όσα είχεν απάνω του, σε τρία χρόνια τον ξέθαψαν τον Κολοκοτρώνη Κωσταντή, από το μικρό δάκτυλο τον γνώρισαν οπού είχε γυρισμένο από μία σπαθιά τουρκική•τον είχαν κρύψει εις μία τρούπα της "Αρνης καί Κοτζατίνας’’ τον έθαψαν έπειτα εις την Μηλιά.
Ήτον μελαψώτερος, μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, με ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομμάτης, λιγνός•οι Αρβανίται τον είχαν τόσο τρομάξει που έκαμναν όρκον: να μην γλυτώσω από του Κολοκοτρώνη το σπαθί. 700 μπουλουκτζίδαις εσκότωσε πριν.
Ο Παναγιώταρος ήτον γίγαντας, νέος, μαύρα μαλλιά, «σόι άνθρωπος» άσπρος, 37-38 χρόνων. Εις την Ανδρούσαν εσκοτώθη ο γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, έπειτα τον εκδίκησε ο υιός του. Ο γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, του έκοψαν χέρι και πόδια και τον εκρέμασαν.
Ο γέρων πατέρας του Παναγιώταρου επολέμαε από τον πύργον και εμαρτύρησε το φυτίλι ο δούλος που επροσκύνησε, και τον γέροντα τον έπιασαν ζωντανό. Ο Καπετάμπεης ερώταε: διατί δεν προσκυνάει: ‘’Τώρα προσκυνώ, προσκυνημένο κεφάλι δεν κόβεται’’. Του έκοψαν χέρι και πόδια, τον κατράμισαν»1.

O ένδοξος θάνατος των Κολοκοτρώνηδων και των Βενετσανάκηδων και των άλλων κλεφτών της Μάνης, έγινε δημοτικό τραγούδι:
Τ’ έχουν της Μάνης τα βουνά όπου είναι βουρκωμένα;
Καν o βοριάς τα βάρεσε, καν h νοτιά τα πήρε.
Μηδέ νοτιά τα βάρεσε, μηδ’ δ βοριάς τα πήρε,
Παλεύει o καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει o Αλήμπεης μ’ άρματα του πελάγου,
Στην Άρεια που έρριψε τ' ορδί διαβάζει το φερμάνι.
Ποιος είνε o Παναγιώταρος, ποιόν λεν Κολοκοτρώνη;
Να 'ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.
Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη,
Δεν προσκυνούμ' Αλήμπεη, ο νους σου μην το βάνη
Τ’ άρματα δεν τα δίδομε, ραγιάδες να γενούμε,
Παρά θα γένη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.
Κι' Αλήμπεης, σαν τ‘άκουσε πολύ του κακοφάνη,
Δώδεκα μέρες πολεμάει με τόπια, με ντουφέκια.
Την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,
Καρσί στον Πύργο τόβαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.
Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε κ’ ήθελε να πέση,
Κ’ οι κλέφταις έπλακωσανε καΐ τα νησιά γιομίσαν.
Κ' οι Μπαρδουνιώταις πάν κοντά που ξέρουν τα γιατάκια,
Στη Μάρο δεν επήγανε. στην Πάρο και στη Λάρσα.
Που ήτον ο Παναγιώταρος κι ο Γιαννο-Ρουμελιώτης
Πουλάκι επήγε κ' έκατσε στην έρημη Καστάνια.
Δεν εκελάιδει κ’ έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα.
Πολύ κακό πού πάθανε οι Κολοκοτρωναίοι,
Πού τους εσκλάβωσ' ή Τουρκιά, τα’ Αλήμπεη τ’ ασκέρι.
Την ταπεινή Αναγνώσταινα την πήραν οι Λαλιώταις,
Τη δόλια την Γεωργάκαινα την παν στην Καλαμάτα.
Κ’ η Κωσταντού ήταν πονηρή κ’ έντύθηκε τα’ ανδρίκια,
Πήρε το αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι
Και με τους άνδρες έσμιξε και πάει τη μέσα Μάνη.
Κ’ Αλήμπεης πού τα’ άκουσε πολύ του κακοφάνη
Δεν είχα Τούρκους εδικούς, δεν είχα παλληκάρια.
Για να την πιάσουν ζωντανή
.......................................
Πολύ σκοτίδιασε δ ουρανός, πάλι να βρέξει θέλει,
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
Έσύρανε τα ρέματα, έσυραν τα λαγκάδια,
Κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι.
που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,
με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις άσημομπιστόλαις.
Κινάν και πάν’ς την εκκλησιά για να λειτουργηθούνε,
φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις άσημοπαλάσκαις.
Σίντας ξελειτουργήσανε και βγηκαν'ς την κουβέντα,
πετάχτηκε ο Κωσταντής και λέει του Δημητράκη
«Τούτ’ η χαρά που 'χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,
πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο Θεός να μας γλυτώση».
Τ' ακούει ο Παναγιώταρος κ' εσβήστη από τα γέλια,
«Τι λες κουμπάρε Κωσταντή τι λες τι κουβεντιάζεις;
Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,
ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και δ Αλλαμάνος».
Τρεις περδικούλαις κάθουνται'ς τον πύργο της Καστάνις,
η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη
κ' η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.
Έτσι άρχισε ο χαλασμός των κλεφτών στην Πελοπόννησο. Από την Καστάνια της Μάνης.
Ανεξάρτητα από τους προσωπικούς λόγους πού υπαγόρευσαν τη συμπεριφορά του καπετάνιου της Ανατολικής Μάνης Τζανέτου Γρηγοράκη, το γεγονός αυτό, δηλ. η άρνηση συμπαράστασης και συνδρομής προς τους αρχικλέφτες της Καστάνιας το 1780, αντικειμενικά εξυπηρέτησε τα σχέδια του Καπουδάν πασά Χασάν. Και ο Τούρκος στρατιωτικός ηγέτης δεν το ξέχασε στην επιλογή του νέου Μπέη το 1782.
Βέβαια οι Γρηγοράκηδες την άρνηση τους να βοηθήσουν τους πολιορκημένους της Καστάνιας, δεν την είδαν σαν προσφορά υπηρεσίας προς τους Τούρκους. Τέτοια πρόθεση δεν είχαν και η στάση τους, δεν ήταν γι’ αυτούς, ούτε καν περιστασιακή σύμπραξη με τους Τούρκους. Με τους Τούρκους ήταν σταθερά εχθρικές οι σχέσεις τους. Για τους Γρηγοράκηδες το επεισόδιο της Καστάνιας και η στάση τους απέναντί του ήταν μία από τις συνηθισμένες ενδομανιάτικες διαφορές και αντιθέσεις.








OI MANIATEΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ ΤΟΥ 1821

της Άλκηστης Κωστάκου από τη Καφιόνα

Προπαρασκευαστικές δραστηριότητες
Η Μάνη γεωγραφικά βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του ακρωτηρίου Ταινάρου και ορίζεται σε Ανατολική και Δυτική Μάνη. Η Ανατολική Μάνη βρέχεται από τον Λακωνικό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως την σημερινή πόλη του Γυθείου και η Δυτική Μάνη βρέχεται από τον Μεσσηνιακό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως τον Αλμυρό της Μεσσηνίας. Η Μάνη στα τετρακόσια χρόνια της τουρκοκρατίας διατηρήθηκε ελεύθερη, όχι γιατί οι Τούρκοι δε θέλησαν να την υποτάξουν. Χύσανε πολύ αίμα για να την κατακτήσουν, αλλά το φρόνημα των κατοίκων της και μόνο αυτό εξουδετέρωνε τις συνεχείς και ορμητικές επιθέσεις των Τούρκων. Οι αγώνες των Μανιατών για τη διατήρηση της ελευθερίας της Μάνης ήταν σκληροί και μακροχρόνιοι, γι' αυτό κάθε φορά που παρουσιαζόταν κάποιο σχέδιο για απελευθερωτικό αγώνα του έθνους, οι σκέψεις ατόμων και ομάδων στρεφόταν στην Μάνη.

Πρώτος με το Θούριό του ο Ρήγας Φεραίος καλούσε τους Μανιάτες σε δράση με τους στίχους:

"Μανιάτες και Σουλιώτες, λιοντάρια ξακουστά, ως πότε σταις σπηλιαις σας, κοιμάστε σφαλιστάς" Ο Ρήγας Φεραίος, μελετώντας το πρόβλημα της εθνέγερσης, είδε πως ο ξεσηκωμός του Γένους έπρεπε να ξεκινήσει από τη Μάνη και στους Μανιάτες στήριξε τις ελπίδες του για την επιτυχία της Επανάστασης. Στο πόρισμά τους οι ανακριτικές αρχές της Βιέννης, που ανέκριναν το Ρήγα και από το άλλο ανακριτικό υλικό διαπιστώσανε ότι:

"Είχεν ο Ρήγας την απόφασιν νά μεταβη εις την χερσόνησον του Μορέως,....προς τους αύτοθι οικούντας Έλληνας στασιαστάς, τους Μανιάτας, απογόνους των όντας των αρχαίων Σπαρτιατών, να προσελκύση την εμπιστοσύνη των, να κυρήξη την ελευθερίαν, και έπειτα, βοηθούμενος υπ' αυτών, να ελευθερώσει όλην την χερσόνησον του Μορέως δια της βίας από του τουρκικού ζυγου...". Οι φημισμένοι καπεταναίοι των κλεφτών του Μοριά, Ζαχαριάς, Παναγιώταρος, Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο ηρωϊκός Σκηλόγιαννης στα Ορλωφικά, και στη συνέχεια, οι διορισθέντες ηγεμόνες της Μάνης (Μπέηδες) ήταν πασίγνωστοι σε όλο το κόσμο και ιδιαίτερα στα Ευρωπαϊκά κράτη, σαν αγωνιστές της ελευθερίας και επίδοξοι ελευθερωτές των σκλαβωμένων Ελλήνων. Οι Μανιάτες σταθερά προσανατολισμένοι στην ιδέα και την ελπίδα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό δεν δίστασαν να έρθουν σε επαφή με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και να ζητήσουν την βοήθεια του. Σύνδεσμος μεταξύ των Μανιατών και του Ναπολέοντα ήταν οι Στεφανόπουλοι, Κορσικανοί από τους εγκατασταθέντες στην Κορσική Στεφανόπουλους του Οιτύλου, οι οποίοι μετέφεραν στον μπέη Τζανέτο Γρηγοράκη επιστολή του Βοναπάρτη, της οποίας το περιεχόμενο έχει έτσι:

"Ο αρχιστράτηγος της στρατιάς της Ιταλίας προς τον αρχηγό του ελεύθερου λαού της Μάνης.

Πολίτη, Έλαβα από την Τεργέστη ένα γράμμα στο οποίο εκφράζετε την επιθυμία να γίνετε χρήσιμος στη Γαλλική Δημοκρατία, υποδεχόμενος τα σκάφη της στα λιμάνια σας. Θέλω να πιστεύω ότι θα κρατήσετε το λόγο σας με εκείνη την πίστη που ταιριάζει σ' έναν απόγονο των Σπαρτιατών. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν θα φανεί αχάριστη έναντι του έθνους σας.
Χαιρετισμούς και αδελφοσύνη.
Υπογραφή:Βοναπάρτης".

Οι ελπίδες όμως των Μανιατών για την απελευθέρωση της Ελλάδας διαψεύσθηκαν καθώς και τόσες άλλες φορές. Καλύτερα όμως από κάθε άλλον γνώριζαν την ανδρεία, την φιλοπατρία και την πολεμική αρετή των Μανιατών οι απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας, οι οποίοι και δεν εδίστασαν να επιλέξουν την ελεύθερη Μάνη σαν ορμητήριο του μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Από τον Σκουφά μυήθηκε ο Ηλίας Χρυσοπάθης, που ήταν και αυτός Μανιάτης, και οι Φιλικοί της Κωνσταντινούπολης φρόντισαν να μυήσουν τον Κυριάκο Καμαρινό και τα παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ,το Γιωργάκη και τον Ανέστη, που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ως όμηροι της πίστεως του πατέρα τους. Μετά την μύησή τους ο Χρυσοσπάθης και ο Καμαρινός εστάλησαν από την Φιλική Εταιρεία στη Μάνη για να μυήσουν τους Μανιάτες και να ετοιμάσουν την επανάσταση. Ο Καμαρινός μύησε τον Πετρόμπεη, ο οποίος με τη σειρά του μύησε τους: Αθανάσιο Καμαρινό, Αναγνώστη Δημητρόπουλο, Λιμπέριο Αθανασάκη, Παναγιώτη και Διονύσιο Τρουπάκη.

Από τον Ηλία Χρυσοσπάθη μυήθηκαν οι: Καπετάν Νικολάκης Χριστέας, Γιάννης Καπετανάκης-Μαυρομιχάλης, Πανάγος Χριστέας, Ιωάννης Χρυσοσπάθης, Γιάννης Χατζάκος.

Από τον Κυριάκο Καμαρινό μυήθηκαν και οι: Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και αρχιμανδρίτης Γαβριήλ. Ο Π.Τρουπάκης μύησε τους: Παναγιώτη Τρουπάκη, Νικόλαο Βενετσανάκη και τον Ανδρουβίστας Θεόκλητο. Ο Χριστόφορος Περραιβός μύησε τους: Αντώνμπεη Γρηγοράκη, τον Ιωάννη Κουγέα, τον Βενετσάνο Γαϊτανάρο, τον Μονεμβασίας Χρύσανθο, τον Δημήτριο Γρηγοράκη. Αλλά ο Χριστόφορος Περραιβός κατόρθωσε κάτι πιο σημαντικό για τον απελευθερωτικό αγώνα. Συμφιλίωσε τις ισχυρότερες οικογένειες της Μάνης που ήταν σε έριδα και επέτυχε την υπογραφή του Πατριωτικού Συμφώνου στις Κιτριές, από τους εκπροσώπους των τριών ισχυρότερων οικογενειών της Μάνης, δηλαδή μεταξύ των Μαυρομιχαλαίων, Τρουπάκηδων και Γρηγοράκηδων.

Το Πατριωτικό Σύμφωνο περιελάμβανε και τα ακόλουθα: "Δια του παρόντος ημών ιδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος υποσχόμεθα μεθ' όρκου της αγιωτάτης και ορθοδόξου ημών πίστεως και με την δύναμην του τρομερού όρκου, όπου αυτοπροαιρέτως δια την σωτηρίαν του Γένους μας εκάμαμεν, ότι να διαφυλάξωμεν τας ακολούθους συνθήκας: Α. Ημείς αι τρείς γενεαί, δηλαδή Μαυρομιχάληδες, Γρηγοράκηδες και Τρουπάκηδες,... υποσχόμεθα με την δύναμιν των ρηθέντων φοβερών όρκων να βασιλεύη εις το εξής εις τα σώματα μας μια ψυχή, μια συμπνοία, μια θέλησις και να μη δύναται ποτέ κανένα εσωτερικόν αίτιον να διασείση ή να αδυνατίση ένα τοιούτον ιερό δεσμό".

Σε συνέχεια το Πατριωτικό αυτό Σύμφωνο περιλαμβάνει και τα εξής: "...Να είμεθε έτοιμοι συμφώνως και προθύμως να πράξωμεν τα όσα ήθελε προσταχθώμεν από τους ανωτέρους και εγκρίτους του Γένους μας δια το Γενικό συμφέρον της Πατρίδος μας Ελλάδος, ωσάν όπου είμεθα υπόχρεοι και εν αυτώ ωρισμένοι να χύσωμεν και την ύστατην ρανίδα του αίματός μας οπόταν η χρεία το καλέσει...".

Όταν ο Χρ. Περραιβός προσκόμισε το παραπάνω σύμφωνο των Μανιατών στο Συμβούλιο της Ανωτάτης Αρχής (Φ.Ε.) στην Κωνσταντινούπολη προκάλεσε τον ενθουσιασμό των μελών του, τα οποία αποφάσισαν να στείλουν ευχαριστήριο έγγραφο στους υπογράψαντας το Πατριωτικό Σύμφωνο, αναφέροντας τα ακόλουθα: "Και εις ημάς αυτούς και εις όλον το Πανελλήνιον είναι εγνωσμένον της ψυχής υμών το ευγενές, ελεύθερον και αγέρωχον, το οποίον καθ'ο κτήμα των αθανάτων ημών προγόνων, σεις μόνον διεσώσατε τέσσαρας ήδη σχεδόν αιώνας. Δι' αυτό ουν τούτο θέλετε μείνη, καθώς εστ, μακαριστοί αθάνατοι ήρωες, φυλάξαντες ασβέστως τους λαμπρούς τούτους σπινθήρας, τους οποίους ελπίζομεν τόσον ημείς όσον και πάν το ελληνικόν, ν' αναδείξητε εν καιρώ φωτεινοτάτους και ακτινοβόλους πυρσούς ίνα δι' αυτών οδηγήσητε τους εν πελάγει δειλίας πλέοντας εις όρμους γενναιοψυχίας,ηρωϊσμού και σωτηρίας." Στο ίδιο συγχαρητήριο έγγραφο η Ανωτάτη Αρχή, γνωστοποιούσε στον αρχηγό των Μανιατών τον διορισμό του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως Γενικού Εφόρου. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται με τρανό τρόπο η τεράστια αξία της συμμετοχής των Μανιατών στο προετοιμαζόμενο μεγάλο ξεσηκωμό. Τα κατορθώματα των Φιλικών και οι δραστηριότητες εξεχόντων Μανιατών προκαλέσανε κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού στη Μάνη και εξασφαλίσανε την καθολική συμμετοχή των Μανιατών στον αγώνα. Για την καλύτερη οργάνωση της σχεδιαζόμενης Επανάστασης και για να εξασφαλιστεί περισσότερο πολεμικό υλικό, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ζήτησε και έλαβε από την Ανωτάτη Αρχή ένα σημαντικό ποσό το οποίο εχορήγησε ο ομογενής έμπορος της Κωνσταντινούπολης Παν. Σέκερης. Τον Ιανουάριο του 1821 φθάνει στην Σκαρδαμούλα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης φιλοξενούμενος του Παν. Τρουπάκη - Μούρτζινου. Ο ερχομός του προξένησε μεγάλο ενθουσιασμό στους Μανιάτες και μεγάλη ανησυχία στους Τούρκους που διέταξαν τον Πετρόμπεη να τον συλλάβει. Ο Πετρόμπεης όχι μόνο αγνόησε τη διαταγή του πασά της Τριπολιτσάς αλλά επιτάχυνε το ρυθμό της προετοιμασίας της Επανάστασης.

Ο καθηγητής κ. Απ. Δασκαλάκης περιγράφει τις τελευταίες ημέρες προετοιμασίας του μεγάλου ξεσηκωμού όπως παρακάτω: "Κατά τας δύο τελευταίες εβδομάδας ο επαναστατικός οργασμός λαμβάνει μορφήν πολεμικού συναγερμού. Οι Μανιάται έχουν εγκαταλείψη τας εργασίας των και συναθροιζόμενοι εις τας πλατείας των χωριών των ετοιμάζουν «μπαρουτόβολα» με την βοήθειαν των γυναικών και των παιδιών. Οι Καπεταναίοι καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπαθείας δια να προμηθευτούν μολύβι και μπαρούτι προς διανομήν και επιτόπιον κατασκευήν σφαιρών. Όλαι αι προμήθειαι σίτου, κριθής και λουπίνων παραδίδονται και οι ΄΄φούρνοι΄΄ οι οποίοι συνήθως ευρίσκονται εις την αυλή εκάστης κατοικίας, είναι ανημμένοι ημέραν και νύκταν προς κατασκευήν παξιμαδιού (καυκάλας) δια τους σάκους των πολεμιστών. Οι κώδωνες των εκκλησιών αντηχούν αδιαλείπτως και οι Ιερείς αναπέμπτουν ευχάς υπέρ των πολεμιστών και δια την ευόδωσιν του παρασκευαζομένου απελευθερωτικού αγώνος."

Αρχή της Επανάστασης
Για τις τελευταίες προετοιμασίες της κήρυξης της Επανάστασης του '21 ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιός του Θεόδωρου, γράφει: "Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της Επαναστάσεως, ο σπινθήρ της Ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου (1821) οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τουρκών." Πράγματι την 17ην Μαρτίου του 1821 συγκεντρώθηκαν στην Αρεόπολη (Τσίμοβα) οι πρόκριτοι της Μάνης και όλοι οι ένοπλοι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη(είχε εκλεγεί αρχηγός από τη Συνέλευση των Κιτριών) και ορκίστηκαν κάτω από το λάβαρο του Αγώνα, που το στήσανε προ του ιερού ναού των Ταξιαρχών "Νίκη ή Θάνατος", κηρύσσοντας την έναρξη της Επαναστάσεως. Στη συνέχεια ξεκίνησαν για την Καλαμάτα ειδοποιώντας και τα λοιπά επαναστατικά στρατεύματα της Μάνης, όσα ευρίσκοντο εκτός της Αρεόπολης, να συγκεντρωθούν σε ορισμένα σημεία για να βαδίσουν όλοι μαζί προς κατάληψη και απελευθέρωση της Καλαμάτας. Ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης στα Ελληνικά Υπομνήματα γράφει: "...κατά δε την 23ην Μαρτίου οι Μαυρομιχαλαίοι, Μούρτζινοι και λοιποί πανστρατιά εισήλθαν εις Καλαμάς, ότε αμαχητεί παρεδόθη ο Βοεβόδας μεθ' όλων των εκεί ευρεθέντων Τούρκων υπέρ των 150..."

Από το Φωτάκο μαθαίνουμε πολλά ονόματα αγωνιστών που εισέβαλαν τότε στην Καλαμάτα: "Πρώτοι λοιπόν εισήλθον κατά την 22αν Μαρτίου 1821 εις τας Καλάμας, οι Σταυριανός Καπετανάκης, Ιωάννης Ν.Καπετανάκης, Μιχαήλ Ν.Καπετανάκης, Ηλίας Π.Μαυρομιχάλης. Ταυτοχρόνως ήλθον ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης, την δέ πρωίαν της 23ης Μαρτίου ήλθον ο Κατσής Μαυρομιχάλης, ο Ηλίας Κατσάκος-Μαυρομιχάλης, τη ιδία δε ημέρα ήλθον ο Γεώργιος Καπετανάκης, ο Ιωάννης Καπετανάκης, ο Παναγιώτης και Διονύσιος Μούρτζινοι, ο Παναγιώτης Μπουκουβαλέας, ο Γεώργιος Ντουράκης, ο Παναγιώτης Ντουράκης, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος και άλλοι πολλοί. Αυτοί ήσαν με τον Θ.Κολοκοτρώνην. Ακολούθως ήλθον ο Πανάγος Κυβέλος, Νικόλαος Χριστέας, Ηλίας Χρυσοσπάθης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Κυριακούλης Κουτράκος, Χρισόδουλος Καπετανάκης, Κωνσταντίνος Πιεράκος, Δημήτριος Πουλικάκος, Θεόδωρος Μεσικλής, Ιωάννης Γρηγοράκης, ο Σκλαβούνος από τον Πύργο της Μάνης και ο Πιέρος Βοϊδής.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης ίδρυσε αμέσως με τους προεστούς τη λεγόμενη Μεσσηνιακή Γερουσία και στις 28 Μαρτίου εξέδωσε διακήρυξη προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές, την οποία υπέγραψε ο ίδιος σαν αρχιστράτηγος και τα άλλα μέλη της Γερουσίας ήτοι τους:Ιωάννη και Γεώργιο Καπετανάκη, Νικ. Χρηστέα, Π. Κυβέλο, Ιωαννη Κατσή - Μαυρομιχάλη, Κ. Κουτράκο, Π. Μούρτζινο, Π. Πατριαρχέα, Π. Πικουλάκη και Π. Λογοθέτη. Μετά την κατάληψη της Καλαμάτας οι επαναστατημένοι οπλαρχηγοί χωρίστηκαν σε τρεις φάλλαγγες.

Να πως περιγράφει στα απομνημονεύματα του ο Θ.Κολοκοτρώνης τα γεγονότα που ακολούθησαν: " Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμεν τους Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλου σημαντικόν Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα 2000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος. Δυτική Σπάρτη 100 ήτον οι Τούρκοι μαζεμένοι, ως 10.000 η φήμη τους μεγάλη. Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα. Ο Τζαννετάκης με την Κακοβουλία εκκινήθη δια τον Μυστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και Μυστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει την υποψία, επροσκάλεσαν προεστούς και δεσποτάδες και αυτοί επήγαν. Ήταν έμβα του Μαρτίου. Δεν τους εσκότωσαν. Οι Σπαρτιάται αφού επήραν λάφυρα, προχωρούν και πολιορκούν τη Μονεμβασιά. Εις την Καλαμάτα εκάμαμε συνέλευσην, πόθεν να πρωτοκινήσωμεν τα στρατεύματα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη δια να μη βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστιανούς, εγώ δεν εστέρχθηκα, είπα να πάμε εις την παλαιάν Αρκαδία, εις το κέντρο, δια να βοηθούμε τους άλλους. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάτες, έλαβα 200 από αυτόν και 70 από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με 30 δικούς μου εγένηκαν 300, και έκοψα ευθύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα".

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΟΝ ΕΝΟΠΛΟ ΑΓΩΝΑ
Οι Μανιάτες της Ανατολικής Μάνης με αρχηγό τον Γεώργιο Τζαννετάκη (1000 περίπου άτομα ) κινήθηκαν στο εσωτερικό της Λακωνίας, κατέλαβαν το Φρούριο του Μυστρά και στις 21 Ιουλίου 1821 κατέλαβαν την Μονεμβασιά ύστερα από πολιορκία. Ταυτόχρονα με την πολιορκία της Μονεμβασιάς άρχισε και η πολιορκία των Μεσσηνιακών Φρουρίων (Μεθώνης, Κορώνης, Νεοκάστρου) από την άλλη φάλαγγα Μανιατών πολεμιστών της Δυτικής Μάνης, υπό τους Καπεταναίους Αντώνη, Ηλία και Ιωάννη Μαυρομιχάλη. Η παράδοση του Φρουρίου υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου του 1821. Η τρίτη φάλαγγα με αρχηγό τον Θ. Κολοκοτρώνη και 300 Μανιάτες κινήθηκαν προς την Γορτυνία. Μαζί του ήταν ο Αναγνωσταράς, ο Παπαφλέσσας και ο Π. Κεφάλας. Στις 28 Μαρτίου του 1821 ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες δίνει την πρώτη μάχη με τους Τούρκους στη γέφυρα του Αγίου Αθανασίου κοντά στην Καρύταινα.

Για τη νικηφόρα αυτή μάχη ο Φωτάκος γράφει: Την 28ην Μαρτίου άνοιξε ο πόλεμος (...) έπιασεν εις την θέσιν Άγιος Αθανάσιος ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες (...). Επολέμησε με τους Μανιάτες πολλήν ώρα και δεν άφησε τους Τούρκους να προχωρήσουν (...).Δεν δύναμαι να μνημονεύσω τα ονόματα όλων των Καπεταναίων Μανιατών, διότι δεν ευρίσκεις την άκρην". Τον ενθουσιασμό του από τη μάχη αυτή ο Κολοκοτρώνης τον εξέφρασε με αυτά τα λόγια: "Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε έναν πόλεμο, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα τριακόσιοι ήταν οι πρώτοι, χίλιοι επτακόσιοι οι Τούρκοι..." Προτού αναφερθούμε στη συμμετοχή των Μανιατών στις σημαντικότερες μάχες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του έθνους μας θα παραθέσουμε μερικές μαρτυρίες και κρίσεις ιστορικών συγγραφέων για να γίνει αντιληπτή η τεράστια προσφορά των Μανιατών στον αγώνα αλλά και το ηθικό τους φρόνημα.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής και γραμματέας του Θ.Κολοκοτρώνη γράφει στα απομνημονεύματα του: "Κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς (Ιούνιος 1821) οι στρατευμένοι Έλληνες (πλην των Μανιατών) ήταν τελείως αγύμναστοι και δεν ήξεραν να γεμίσουν ούτε τα ντουφέκια τους. Πολλοί από αυτούς έβαναν στις κάνες των ντουφεκιών τους πρώτα το βόλι και κατόπιν το μπαρούτι! Ενώ οι Μανιάτες, οι οποίοι εθαυμάζοντο από τους αδαείς, μπορούσαν να περάσουν το βόλι μέσα από τις πολεμίστρες των Φρουρίων! Έλεγαν δε οι αδαείς συντρόφοι τους :" Η ντουφεκιά του Μανιάτη βροντά περισσότερο από κανόνι!"

Και ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει σχετικώς τα ακόλουθα: "Οι άλλοι Έλληνες κατά την έναρξιν της Επαναστάσεως εταράττοντο πολύ από τα κανόνια ή τας βόμβας,έπιπτον πρηνείς επί προσώπων...είναι δε αληθές ότι οι Μανιάται εδίδασκον τους Έλληνας της Κορώνης, κατ' αρχάς, πως να προφυλάττωνται εις τας μάχας και πώς να μεταχειρίζωνται τα όπλα, έως ου ιδόντες τους τρόπους αυτούς οι Έλληνες και εξασκηθέντες δι'ολίγας ημέρας έφθασαν να γίνουν εμπειρώτεροι και ικανώτεροι (από πριν)." Σε άλλο σημείο ο Φωτάκης γράφει: "Ούτως η Μάνη κατόπιν παρουσιάσθη με όλους τους Μανιάτας της εις την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς (...) Εις τα Βέρβενα, εις το Βαλτέτσι και όπου αλλού ευρέθησαν ο Κυριακούλης, ο Ηλίας (Μαυρομιχάλης) και οι λοιποί καπεταναίοι Μανιάται δεν επληρώθησαν, αλλά μόνον τους έδιδον οι Πελοποννήσιοι τα πολεμοφόδια και την τροφήν των.Αυτοί όμως είχον την υψηλοφροσύνην τάχα, " ότι δουλεύουν και πολεμούν δια να ελευθερώσουν τους βλάχους", ούτως έλεγον οι Μανιάται τους άλλους Πελοποννήσιους. Αυτό δε το αγέρωχον εξακολούθουν να το έχουν διότι ήσαν ελεύθεροι επάνω εις την ξερήν πέτραν. Μετά την μάχη του Βαλτετσίου ο Κανέλλος Δεληγιάννης επαραχώρησε την αρχηγίαν της Καρύταινας εις τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην. Έπειτα όμως οι Έλληνες έδιδαν την αρχηγίαν εις τους Μανιάτας καπεταναίους, τον Κυριακούλην και Ηλίαν Μαυρομιχάλην και τον Μούρτζινον (Διον.Τρουπάκην) ως μάλλον εμπειροπόλεμους(...) διότι και οι Τούρκοι τους εφοβούντο. Εις αυτούς ως ανωτέρους υπήκουον οι Έλληνες και αυθορμήτως τους έδιδαν και τροφήν."

Από τον φιλότουρκο Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ όταν ήταν φυλακισμένος στην Τρίπολη από τους Τούρκους πληροφορούμαστε: "Τα βράδια, ένα απόσπασμα από είκοσι Αλβανούς αμπάρωνε την πόρτα της καμάρας μας και φύλαγε φρουρά σ' ένα διπλανό δωμάτιο, όχι για να μην το σκάσουμε, αλλά για να προστατεύει αυτή την πτέρυγα του παλατιού από τυχόν νυχτερινές επιδρομές Μανιατών, που ο πασάς τους τρέμει, ακόμα κι όταν βρίσκεται αμπαρωμένος στο σεράι του." Σε άλλο σημείο του βιβλίου του συνεχίζει: "Τέλος , το άγριο θάρρος των Σπαρτιατών μεταβιβάστηκε στους απογόνους τους αναλλοίωτο και αυξήθηκε περισσότερο από την καταπίεση. Μάρτυρας των κατορθωμάτων τους ο Έλληνας κάτοικος των πεδιάδων, βλέπει με μυστική ευχαρίστηση τους Τούρκους να ταπεινώνονται από αδιάκοπες ήττες. Γιατί είναι σπάνιο να μη θριαμβεύσουν οι Μανιάτες στην αναμέτρησή τους με τους στρατούς του πασά. Επιστρέφοντας ύστερα από τη μάχη στα βουνά τους, απλώνουν, σ' ένδειξη της νίκης τους, τα όπλα και τα ματοβαμμένα λάφυρα του εχθρού. Στην περίοδο της αιχμαλωσίας μου, έκαναν τον πασά να τρέμει ακόμα και μέσα στο σεράι του. Είχε ορκιστεί να τιμωρίσει την προσβολή και τη ζημιά που του είχαν προξενήσει λεηλατώντας το πλοίο το φορτωμένο με τους φόρους της επαρχίας. Πολλά τμήματα του ιππικού του πήραν διαταγή να βαδίσουν προς τις κλεισούρες, να επιβλέπουν τις εισόδους τους, να παρεμποδίζουν το εμπόριο της Μάνης, να μη φείδονται κανενός από τους κατοίκους της, με μια λέξη να τους προξενούν τη μεγαλύτερη ζημιά. Οι Λάκωνες που έχουν πολλούς φίλους μέσα στην επαρχία, πληροφορημένοι έγκαιρα για τις κινήσεις που τους απειλούσαν, έτρεξαν στα όπλα και σε λίγο έπιασαν τις συνηθισμένες θέσεις. Οι πιο ατρόμητοι ανάμεσά τους, μοιρασμένοι σε μικρά αποσπάσματα, προκάλεσαν τους καβαλάρηδες του πασά και τους νίκησαν. Περικυκλωμένοι καμιά τριανταριά σ' ένα χωριό από περισσότερους από εκατό ντελάληδες τους είδαν να ξεφυτρώνουν κάποια στιγμή ανάμεσά στους εχθρούς τους, κατατρυπώντας τους με σφαίρες...Κι όταν υπερτερούσαν στην εκστρατεία, δεν είχαν πια κανένα μέτρο. Κυριαρχούσαν στον Μοριά και τα αποσπάσματα τους βάδιζαν φανερά προς την Τριπολιτσά. Ο πασάς ένοιωσε πως έπρεπε να δώσει τέλος σ' έναν πόλεμο που φανέρωνε την αδυναμία του. Εξαγόρασε, λοιπόν, μιαν ειρήνη, ντροπιασμένη όμως και βραχυπρόθεσμη. Οι γυναίκες αυτών των Μανιατών, το ίδιο θαρραλέες με τα παιδιά τους, μοιράστηκαν μερικές φορές μαζί τους τούς μεγαλύτερους κινδύνους. Ωστόσο, όταν εκείνα σκοτώνονται, τα κλαίνε, γιατί τα αγαπούν με μιαν τρυφερότητα άξια θαυμασμού."

Στη Νεώτερη Γεωγραφία των Δημητραίων, έργο του τέλους του 18ου αιώνος, έργο γραμμένο από ανθρώπους που μελέτησαν και μάθανε τα πράγματα του καιρού τους διαβάζουμε: "...δεν ήταν σπάνιο να ιδή τινάς εις τον Μιστρά ένα Μανιάτη αρματωμένο να περιπατή με ένα φρόνημα Λακωνικό, με μια καταφρόνεσι εις τους Τούρκους Σπαρτιατική. Οι Τούρκοι μάλιστα οι Μιστριώται τους έτρεμαν". Στην ιστορία του ο Φρατζής περιγράφει για τη μάχη του Αγ.Αθανασίου: "...ο Θ. Κολοκοτρώνης μετά των μετ' αυτού Μανιατών αντέκρουσαν αυτούς γενναίως, και η μεταξύ των μάχη διήρκεσε επέκεινα των 5 ωρών. Εν δε μέρος των Μανιατών μη έχοντες πλέον πολεμοφόδια, ως παραναλώσαντες πάντα όσα είχον εις την μάχην, ζητήσαντες δε από τον Θ. Κολοκοτρώνην και αποτυχόντες, ως μη έχοντος και αυτού εις την στιγμήν, εκτύπον τους Οθωμανούς με τας πέτρας όντες εφ'υψηλής θέσεως οι Μανιάται."

Ο Βασίλης Πατριαρχέας στο βιβλίο του, "Το δίπτυχον της Εθνεγερσίας", γράφει: "Η περί την χρήσιν των όπλων άσκησις των Μανιατών ήτο συστηματική και οι άρρενες από μικράς ηλικίας εγίνοντο έμπειροι δια την ευθυβολίαν και ένεκα του ιδιορρύθμου κοινωνικού βίου, της κατ' οικογένειας οργανώσεως και επί αιώνας διαβιώσεως, του ανεξαρτήτου πολιτικού βίου, και του καλλιεργουμένου αδούλωτου φρονήματος σύμπαντος του πληθυσμού ανδρών τε και γυναικών. Η όλη γεωγραφική θέσις, το δυσπρόσιτον και δυσέμβολον εις ξένην επικυριαρχίαν εδάφος, η σκληραγωγία της λιτής ζωής, εις φυσικόν περιβάλλον όξυναν τον νουν και την φαντασίαν και συνετέλεσαν εις την διαμόρφωσιν ιδίας ατομικότητος, αι διατηρούμεναι ζωηρές παραδόσεις της Ελληνικής φυλής, δια των μεγάλων οικογενειών του τόπου, συμπαρομαρτούσης και της Χριστιανικής Θρησκείας, δι' ευλαβούς προσηλώσεως εις τα βασικά δόγματα, άτινα εκαλλιεργούντο ιδιαζόντως,ως μαρτυρούν το τε πλήθος των ευκτηρίων Οίκων, ναών και μοναστηριών και των κληρικών(...) εδημιούργησαν φιλελεύθερον πνεύμα,από της πρώτης ημέρας της Οθωμανικής κυριαρχίας επί του Μορέως, ώστε κατά τους χρόνους της Εθνεγερσίας του ΄21 οι Μανιάτες εχρησίμευσαν, διδάξαντες τους καμπίσιους Έλληνας την χρησιμοποίησιν των όπλων και την τέχνην του πολέμου..."

ΒΑΛΤΕΤΣΙ
Μετά τη νικηφόρο μάχη του Αγίου Αθανασίου, στον Αλφειό ποταμό, ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να δημιουργήσει στρατόπεδο στην Καρύταινα αλλά η προσπάθειά του απέτυχε, όταν οι έξι χιλιάδες άνδρες που είχε συγκεντρώσει, διαλύθηκαν αμαχητί όταν δέχτηκαν επίθεση των Τούρκων. Ο Κολοκοτρώνης όμως δεν πτοήθηκε αλλά παντού διαλαλούσε και έγραφε ακούραστα για την ανάγκη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Οι Μανιάτες οπλαρχηγοί συμφώνησαν με τη γνώμη του και στρατολόγησαν αρκετούς περίοικους της Τριπολιτσάς και εν συνεχεία κατέλαβαν το Χρυσοβίτσι, το Διάσελο, την Αλωνίσταινα, τα Βέρβενα, την Πιάνα δημιουργώντας ένα μεγάλο κλοιό γύρω από την Τρίπολη. Η άφιξη του Μουσταφάμπεη στην Τρίπολη στις 6 Μαϊου πτόησε τους πολιορκητές. Ο Κων. Παπαρηγόπουλος στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" γράφει: "Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να καταληφθεί αμέσως το Βαλτέτσι κι ευτυχώς ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εκτέλεσε πρώτος το έργο. Λίγο μετά συγκεντρώθηκαν εκεί κι άλλοι οπλαρχηγοί, η δύναμή τους έφτασε τους 845 άνδρες, όλων δε αρχηγός ήταν ο θείος του Ηλία, Κυριακούλης, και στους αγωνιστές περιλαμβανόταν κι ο αδερφός του Ηλία, ο Ιωάννης, δεκατεσσάρων ετών. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πώς να οχυρωθούν, έθεσε τα άλλα σώματα σε ετοιμότητα, ο ίδιος δε αεικίνητος, κοιμόταν στο Βαλτέτσι, προγευμάτιζε στην Πιάνα και δειπνούσε στο Χρυσοβίτσι. Στις 12 του μήνα ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζούς, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα με σκοπό να σπάσει αυτό το μέρος του αποκλεισμού, να προελάσει στη Λακωνία και να δαμάσει όλη την Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης, ευρισκόμενος τη στιγμή εκείνη στο Χρυσοβίτσι, δυόμισι ώρες από το Βαλτέτσι, δεν συμμετείχε στην αρχή του αγώνα, τον οποίο κατεύθυναν ο Κυριακούλης και ο Ηλίας πίσω από πρόχειρα οχειρώματα, τα λεγόμενα ταμπούρια. Τρεις ώρες μετά έφτασε ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι κι ο Πλαπούτας από την Πιάνα κι άρχισαν να βάλλουν κατά των εχθρών. Οι αγωνιστές του Κυριακούλη πήραν θάρρος και συνέχισαν να ανθίστανται μέχρι το βράδυ κρατώντας τις θέσεις τους. Γύρω στα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι και αγκάλιασε τους αγωνιστές όλο χαρά. Μετά γύρισε στους δικούς του αγωνιστές, αφήνωντας στη θέση του άλλους και την επόμενη, με την επανάληψη της μάχης, οι ευρισκόμενοι μέσα στο Βαλτέτσι άρχισαν την επίθεση και έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή, συμπαρασύροντας όλη τη δύναμη του Μουσταφάμπεη. Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες διαταγές, ώστε όλα τα εφόδια των Τούρκων έπεσαν στα χέρια των δικών μας μαζί με τα επίχρυσα και επάργυρα όπλα τους, τα οποία πετούσαν για να φύγουν πιο εύκολα. Δεν εξακριβώθηκε ο αριθμός των θυμάτων και των δυο πλευρών στο διήμερο αυτό αγώνα. Οι Τούρκοι πολεμώντας στην ύπαιθρο υπέστησαν μεγάλες απώλειες από τους Έλληνες, οι οποίοι δεν είχαν πολλούς τραυματίες και νεκρούς. Σωστά η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας και δίκαια εξυμνήθηκε σαν ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα κατορθώματα της επανάστασης". Στη μάχη του Βαλτετσίου που διήρκησε μιάμιση μέρα (12-13 Μαϊου 1821) αποκορυφώθηκε η ανδρεία των Μανιατών και μάλιστα των καπεταναίων της Μαυρομιχαλαίων εκ των οποίων ο Ηλίας απεκλήθη ήρωας του Βαλτετσίου. Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων γράφει:"της μεγάλης νίκης (του Βαλτετσίου) πνεύμα υπήρξε ο Κολοκοτρώνης ήρως δέ ο Ηλίας Μαυρομιχάλης".

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΗ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ
Μετά τη μάχη του Βαλτετσίου η Επιτροπή των Καλτετζών διέταξε τους Ηλία και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη να ενισχύσουν τον Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων στη Στερεά Ελλάδα, να φυλάσσουν τις διαβάσεις των Γερανείων και να κτυπήσουν τα τουρκικά στρατεύματα που θα επιχειρούσαν να περάσουν από τη Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο προς ενίσχυση των ομοεθνών τους. Στη Θήβα έφθασαν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Μεχέτ Πασάς με 14.000 στρατιώτες. Ο Μεχμέτ Πασάς επιτίθεται κατά του Ηλία Μαυρομιχάλη και του Τσαλαφατίνου που βρισκόντουσαν με Δερβενοχωρίτες στο Κριεκούκι. Η μάχη ήταν σκληρή. Σκοτώθηκαν 40 Έλληνες και 70 Τούρκοι. Οι Τούρκοι υποχώρησαν προς τη Θήβα και οι Έλληνες γύρισαν στην Κάζα. Στα Μεγάλα Δερβένια έφθασαν ο Αντώνης Μαυρομιχάλης, ο Παπαφλέσσας, ο Π. Κολοκοτρώνης και οι πασάδες υποχρεώθηκαν να μείνουν ο ένας στην Αθήνα και ο άλλος στη Θήβα. Στη συνέχεια ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εστάλη στην Αθήνα για να αναλάβει την πολιορκία της Ακρόπολης, αλλά παρά την ριψοκίνδυνη προσπάθειά του δεν κατάφερε να την εκπορθήσει. Μετά από 40 ημέρες δέχτηκε πατριωτική έκκληση του Επισκόπου Καρυστίας Νεοφύτου και μετέβη στην Εύβοια μαζί με τον θείο του Κυριακούλη και τον Ηλία Τσαλαφατίνο, φημισμένο Μανιάτη οπλαρχηγό για να βοηθήσουν τους επαναστατημένους Ευβοείς. Όταν ο Ομέρ Μπέης έμαθε την άφιξη του Ηλία Μαυρομιχάλη στην Εύβοια έστειλε στρατεύματα και κατέλαβαν την στρατηγική θέση των Στύρων. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με 500 Μανιάτες και ο οπλαρχηγός Βάσσης με άλλους 500 ντόπιους πολεμιστές κινήθηκαν κατά των Τούρκων. Οι κακές καιρικές συνθήκες όμως και η κακή συνεννόηση των δύο οπλαρχηγών έφερε σε τρομερά δύσκολη θέση τον Ηλία Μαυρομιχάλη ο οποίος αναγκάστηκε με επτά Μανιάτες να οχυρωθεί σ' έναν άστεγο μύλο, το λεγόμενο Κοκκινόμυλο. Να πώς περιγράφει ο Φιλήμων την ηρωική αντίσταση των επτά Μανιατών και το ένδοξο τέλος του Ηλία Μαυρομιχάλη:

"Ο Ηλίας...μετά μόνον επτά οπισθοβατών εισέρχεται εντός τινος ανεμομύλου ερειπωμένου και επί του λόφου κειμένου πλησίον των Στύρων. Ονομάζεται ούτος Κοκκινόμυλος. Ενταύθα παρίσταται η τελευταία του δράματος πράξις. Ο Ομέρ-Βελης (δηλ. ο Ομέρ Μπεής) ορμά αθρόος κατά των εγκλείστων, όπως λάβει τούτους αναρπάστους και τούτο μη δυνηθείς πολιορκεί αυτούς πανταχόθεν διά πυκνού στίφους. Η στιγμή επέστη ,μετά δίωρον έτι αντίστασιν. Αι πυριτιδοβολαί εξηντλήθησαν. Ο Ηλίας σύρει το ξιφος, ίνα μη συλληφθή αιχμάλωτος. Εξορμά ίνα διασχίση τούς εχθρούς και πίπτει νεκρός. Το ίδιον έδωκαν ηρωϊκόν τέλος και οι ανυποχώρητοι απ' αυτού Λάκωνες, ενός ή δύο διασωθέντων. Ο Ομέρ Βελής εκέρδισεν ούτω την λαμπροτέραν νίκην..". Ο Άγγλος Ιστορικός Γκόρντον γράφει: "Οι Τουρκοι αναγνωρίσαντες τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην προσπάθησαν να τον συλλάβουν (κατά την έξοδο από τον μύλο) ζωντανόν, αλλ'ουτος εβύθισε το εγχειρίδιόν του εις το στήθος του και ηυτοκτόνησε". Και ο επίσης Άγγλος Ιστορικός Άλιζον Φίλλιπς γράφει: "Ο θάνατός του ήτο το πρώτον πλήγμα της Επαναστάσεως κατά το έτος τούτο (1822) και επροξένησε μεγάλην λύπην, διότι προς τη ανδρεια, η οποία ήτο συνήθης παρά τοις αρχηγοός της Επαναστάσεως, εκοσμείτο (ο Ηλίας Μαυρομιχάλης) υπό αφιλοκερδους φιλοπατρίας, ήτις δεν ήτο τόσον κοινή".

Όταν μαθεύτηκε ο ηρωικός θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη στην έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (στην Ακροκόρινθο) ο Πρόεδρος αυτής Δημ. Υψηλάντης θέλησε να την ανακοινώσει με τρόπο περιφραστικό στον Πετρόμπεη, ο οποίος ήταν Αντιπρόεδρος της Γερουσίας και ο οποίος, αφού άκουσε με ψυχραιμία το θλιβερό συμβάν, είπε στον Δημήτριο Υψηλάντη: "Μη με λυπάσαι. Έκαμα γυιό στρατιώτη, ο οποίος επλήρωσε το χρέος του προς την Πατρίδα!". - Κατακαϋμένη Μάνη, με τα παιδιά που βγάνεις, ποτέ να μην πεθάνεις!- Ο Ιστορικός Φιλήμων αναφέρει, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έλεγε "πως μόνο ο Ηλίας ηδύνατο να διαφιλονικήση ποτέ τη στρατιωτική ηγεσία της Πελοποννήσου".

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
Μετά τη Βοιωτία ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κατ' εντολή του Μαυροκορδάτου πηγαίνει στο Μεσσολόγγι με δυο χιλιάδες Μανιάτες για να ενισχύσει το διεξαγόμενο αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο. Με 4 πλοία έφτασαν στο Φανάρι της Ηπείρου με σκοπό να ανοίξει δρόμο προς τη Κιάφα και να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό των Σουλιωτών. Οι Σουλιώτες έστειλαν αμέσως ενισχύσεις ,αλλά στις 4 Ιουλίου 3.000 Τούρκοι χτύπησαν τη δύναμη του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στη Σπλάντζα του Φαναρίου με αρχηγό τον Μουσταφάμπεη. Οι Μανιάτες που δεν είχαν ολοκληρώσει τις αμυντικές τους προετοιμασίες αιφνιδιάστηκαν. Πολλοί οπλαρχηγοί πρότειναν να εγκαταλειφθεί η τοποθεσία. Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης όμως θεώρησε την υποχώρηση ταπεινωτική και διέταξε αμέσως και μέσα στη νύχτα την κατασκευή ενός ξερολίθινου τείχους 200 περίπου μέτρων μήκους και 1 μέτρου ύψους. Την επόμενη μέρα 4/7/1822 οι Τούρκοι επετέθησαν εναντίον των Ελλήνων, αλλά καθηλώθηκαν από τα πυκνά πυρά των ταμπουρωμένων Μανιατών. Κατά τη διάρκεια της μάχης μια σφαίρα χτύπησε θανάσιμα τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Να πώς περιγράφει ο Ιστορικός Κόκκινος το δραματικό και ένδοξο τέλος του ήρωα: "Μία σφαίρα βρήκε τότε τον Κυριακούλη εις την μασχάλην. Ο ήρως κατέπεσε και ελιποθύμησε, και κυμα αίματος ανάβλυσεν από την εσωτερικήν πληγήν του στήθους έφθασε εις τα χείλη του. Οι άνθρωποί του τον μετέφεραν αμέσως εις το οχύρωμα, όπου εκείνος αντιληφθείς το επικείμενον τέλος του, διεμοίρασε τα όπλα του μεταξύ των συμπολεμιστων του, έδωσε εντολή εις τον ιπποκόμον του να πάρη την αιματοβαμμένην ζώνην του και να την παραδώση εις την οικογένειάν του εις την Μάνην και εξέπνευσε". Οι πολεμιστές κράτησαν τις θέσεις όλη την ημέρα, αλλά τη νύχτα, λυπημένοι για το θάνατο του αρχηγού τους, έφυγαν για το Μεσσολόγγι όπου και έθαψαν το νεκρό ήρωα στον χώρο όπου αργότερα ανεγέρθει το Ηρώον της Ιεράς Πόλης και αποκαλείται "Κήπος Ηρώων".

Μετά τη μάχη της Σπλάντζας και την καταστροφική στο Πέτα καθώς και την απομάκρυνση των Σουλιωτών στα Ιόνια Νησιά ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής αρχίζουν την Α' πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι Μανιάτες παρά την τρομερή αιμορραγία που είχαν υποστεί συγκρουόμενοι δύο ολόκληρα χρόνια με τους Τούρκους, βλέποντας ότι η Ρούμελη, αν μείνει αβοήθητη, υπήρχε κίνδυνος να υποκύψει, έσπευσαν να βοηθήσουν. Στις 23 Νοεμβρίου 1822 ο Πετρόμπεης μαζί με τον Ζαϊμη και τον Ντελληγιάννη με χίλιους άντρες φτάνουν στη Ρούμελη. Ο Ηλίας Τσαλαφατίνος και ο Κουμουντουράκης, Μανιάτες οπλαρχηγοί, με ένα μέρος των συμπολεμιστών μπήκαν στο Μεσολόγγι για να ενισχύσουν την φρουρά. Ο Πετρόμπεης με 500 περίπου άνδρες κινήθηκε για να ξεσηκώσει τους ντόπιους κατοίκους και να χτυπήσει τους Τούρκους από τα νώτα τους. Οι Τούρκοι όταν επετέθησαν, τη νύχτα των Χριστουγέννων, απωθήθησαν με επιτυχία από τους πολιορκημένους και έτσι λύθηκε η Α' πολιορκία του Μεσολογγίου, με μεγάλη φθορά των Τούρκων.

ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ
Την εποχή που ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης βρισκόταν στην Ήπειρο, στην Ανατολική Στερά Ελλάδα εμφανίζεται ο Δράμαλης, επικεφαλής 50.000 περίπου ανδρών, καίει τη Θήβα και κατευθύνεται προς την Πελοπόννησο. Η κυβέρνηση τότε σκέφτηκε να φρουρήσει τα στενά προ του Ισθμού για να παρεμποδίσει την κάθοδο του Δράμαλη. Έστειλε λοιπόν μαζί με άλλους καπεταναίους και το Μανιάτη Τσαλαφατίνο, να καταλάβουν τις διαβάσεις του Γερανείου. Η μικρή αυτή όμως δύναμη αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να συμπτυχθεί με άλλες δυνάμεις στην Κόρινθο. Η Ελληνική Κυβέρνηση (δηλαδή το "Εκτελεστικό") πανικοβλήθηκε από την εισβολή του Δράμαλη και έσπευσε να διασωθεί στα πλοία που βρίσκονταν στον Αργολικό Κόλπο. Ο Κολοκοτρώνης μαθαίνοντας την εισβολή του Δράμαλη στο Άργος αμέσως συναντήθηκε με τον Πετρόμπεη, τον Υψηλάντη και τον Κρεββατά και σε σύσκεψη αποφασίστηκε: 1ον) 200 άνδρες με τους οπλαρχηγούς Κατσάκο και Μπαρμπιτσιώτη να καταλάβουν το κάστρο του Άργους ώστε να καθυστερήσουν το Δράμαλη και 2ον) να κάψουν τους καρπούς ώστε να δημιουργήσουν πρόβλημα ανεφοδιασμού στο Δράμαλη. Όταν οι 200 άνδρες έφθασαν στο κάστρο του Άργους είδαν με έκπληξη και χαρά να κυματίζει η Ελληνική Σημαία.

Να τι είχε συμβεί όπως γράφει στην ιστορία του ο Δ. Τρικούπης: "Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν (το Εκτελεστικό),ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα έν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν Άργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του Άργους και ύψωσε σημαία". Ο Πρόκετ Ώστεν στην ιστορία του γράφει ότι η κατάληψη του φρουρίου του Άργους "ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις του αγωνος εκείνου". Επειδή όμως το νερό του Φρουρίου δεν επαρκούσε για μέρες, στο Κάστρο παρέμειναν οι άντρες του Μπαρμπιτσιώτη και του Καρίγιαννη ενώ οι λοιποί με τον Υψηλάντη,τους Μαυρομιχαλαίους και τον Πάνο Κολοκοτρώνη απεχώρησαν και κατέλαβαν διαβάσεις ώστε να εμποδίσουν την προέλαση του Δράμαλη προς την Τρίπολη. Εν τω μεταξύ οι Έλληνες είχαν πυρπολήσει τη συγκομιδή των Αργολικών Κάμπων και ο Δράμαλης βρισκόμενος σε δύσκολη θέση αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Αυτήν την απόφαση της οπισθωχώρησης μάντευσε ο Κολοκοτρώνης που συνέλαβε το σχέδιο του εγκλωβισμού του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων που προσεφέροντο για τον "εξ ενέδρας" πόλεμο. Το σχέδιο έγινε αποδεκτό και αποφασίστηκε να προωθηθούν αμέσως επίλεκτα τμήματα υπό τον Παπαφλέσσα,Υψηλάντη και Νικηταρά,καθώς και οι Μανιάτες των σωμάτων Δουράκη, Καπετανάκη, Κουμουνδουράκη και Χρυσοσπάθη για να καταλάβουν τα στενά των Δερβενακίων. Έτσι στις 26 και 27 Ιουλίου 1822 γράφτηκε η πιο λαμπρή ίσως σελίδα της Επανάστασης του 1821. Η στρατιά του Δράμαλη, οπισθωχωρούσα, δέχτηκε φοβερή, αιφνιδιαστική επίθεση των Ελλήνων επαναστατών και η φθορά της ήταν τόση που άγγιξε τα όρια της αποδεκάτισης.

ΜΑΝΙΑΚΙ
Ο στόλος του Αιγυπτίου Ιμπραήμ Πασά φθάνει στις 24 Φεβρουαρίου του 1825 στη Μεθώνη και αποβιβάζει 4.000 πεζούς και 500 ιππείς. Ο στρατός αυτός που ήταν καλά εκπαιδευμένος και οργανωμένος από Γάλλους αξιωματικούς ενισχύθηκε με άλλους 6.000 πεζούς,500 ιππείς και ισχυρό πεδινό πυροβολικό. Στην περίοδο εκείνη ο Ιμπραήμ βρήκε τους Έλληνες επαναστάτες σε πολύ άσχημη κατάσταση. Ο εμφύλιος των πολιτικών με τους στρατιωτικούς τους είχε διαιρέσει και το μίσος είχε κυριαρχήσει σε όλες τις εκδηλώσεις των βασικών παραγόντων της επανάστασης. Ο Κολοκοτρώνης είχε φυλακισθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι όμως μπροστά στον κίνδυνο που διέτρεχε η Επανάσταση και κάτω από την πίεση του λαού, τον απελευθέρωσαν και του ανέθεσαν την ηγεσία του στρατιωτικού τμήματος για την απόκρουση του Ιμπραήμ. Παράλληλα με τον Κολοκοτρώνη κινήθηκε και ο Παπαφλέσσας, τότε Υπουργός Εσωτερικών, που είχε πρωτοστατήσει για την απελευθέρωση του Κολοκοτρώνη. Ο Παπαφλέσσας οχυρώθηκε στο χωριό Μανιάκι(στη Μεσσηνία) με 700 περίπου πολεμιστές, μεταξύ των οποίων και αρκετοί Μανιάτες, με επικεφαλής τον Βοϊδή Μαυρομιχάλη. Η μάχη ήταν άνιση και ο τόπος ακατάλληλος. Οι Έλληνες της Πελοποννήσου πολέμησαν γενναία αλλά όμως ήταν αδύνατον να συγκρατήσουν την πλημμυρίδα των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιμπραήμ, κατά τον ιστορικό Φραντζή 900 ήταν οι Έλληνες,2.500 οι Αιγύπτιοι. Ο Παπαφλέσσας βρήκε ηρωϊκό θάνατο όπως και οι Μανιάτες οπλαρχηγοί Πιέρος και Βοϊδής Μαυρομιχάλης, Θ. Καπετανάκος και Δ. Πουλικάκος.

O IMΠΡΑΗΜ ΣΤΗ ΜΑΝΗ
Μετά τη μάχη στο Μανιάκι (1/6/1825) ο Ιμπραήμ ξεχύθηκε στην Πελοπόννησο την οποία κυρίευσε και ρήμαξε, πλην της Μάνης. Στους τελευταίους μήνες του 1825 μετέχει με αρκετό στρατό στη δεύτερη πολιορκία του ηρωϊκού Μεσολογγίου που διήρκησε έναν χρόνο περίπου και έληξε με την ηρωϊκή έξοδο των πολιορκημένων, που έμεινε σαν φωτεινό ορόσημο στην Ιστορία των νεότερων Ελλήνων. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου ο Ιμπραήμ επανέρχεται στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνει ένα μέρος της Αχαΐας και στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ' όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:
"Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις".

Ο Ιμπραήμ μετά την άρνηση των Μανιατών να τον προσκυνήσουν, με 800 πεζούς και ιππείς από την Καλαμάτα εξορμά για να τους υποτάξει. Οι Μανιάτες, 2000 περίπου άντρες, οχυρώνονται στη Βέργα του Αλμυρού. Η Βέργα ήταν ξερολίθινο τείχος ύψους ενός μέτρου περίπου και μήκους περισσότερο του χιλιομέτρου, που κτίστηκε από τους Μανιάτες, σαν ταμπούρι. Εκεί ήταν όλοι οι αρχηγοί των Μανιατών:ο Κωνσταντόμπεης, ο Μπεζαντές Γιωργάκης, ο Αναστάσης και Ηλίας Κατσάκος, ο Διονύσιος Τρουπάκης - Μούρτζινος, ο Στέφανος και Νίκος Χρηστέας, ο Γ. και ο Στ. Καπετανάκης, οι Κατσιφαραίοι, ο Γαλάνης Κουμουντουράκης, ο Κοσσονάκος, ο Σ. Πικουλάκης κι όλοι οι ελεύθεροι Μεσομανιάτες. Πρώτο επιτίθεται το ιππικό των Αιγυπτίων το οποίο αναγκάζεται να υποχωρήσει λόγω της μορφολογίας του χώρου, ακολουθούν οι άτακτοι που ορμούν στο τείχος, αλλά αποδεκατίζονται από τα εύστοχα πυρά των αμυνόμενων. Φτάνει τακτικός στρατός, με επικεφαλής Ευρωπαίους αξιωματικούς και επιχειρεί με αλλεπάλληλες επιθέσεις να ανατρέψει την άμυνα. Οι Μανιάτες ακλόνητοι στις θέσεις τους προκαλούν μεγάλες απώλειες στους επιτιθέμενους. Στην ένατη επίθεση των Αιγυπτίων, ένας ανώνυμος Μανιάτης οπλαρχηγός με 20 άνδρες βγήκε από το τείχος χωρίς να γίνει αντιληπτός και επιτίθεται στα νώτα του εχθρού. Οι Αιγύπτιοι που δέχτηκαν την επίθεση, αιφνιδιάστηκαν και τράπηκαν σε φυγή, μεταδίδοντας τον πανικό σε ολόκληρη την εχθρική παράταξη που υποχωρεί (22/6/1826). Τις δύο επόμενες μέρες συνεχίστηκαν οι επιθέσεις των Αιγυπτίων κατά της Βέργας, αλλά οι επιθέσεις ήταν κάπως ασθενέστερες και εύκολα αποκρούστηκαν από τους Μανιάτες. Να πώς περιγράφει ο ιστορικός Φραντζής τα συναισθήματα του Ιμπραήμ για την αποτυχία του στη Βέργα καθώς και για τη μάχη του Δυρού: "...κατ' εκείνην την στιγμήν άξιον θέας ήτο να βλέπη τις πίπτοντας τους εχθρούς σωρηδόν έξωθεν του τείχους, οίτινες και δειλιάσαντες, τελευταίον οπισθοδρόμησαν. Αλλ' ο αλαζών Ιμπραχήμης ιδών την ανέλπιστον εκείνην θραύσιν του στρατεύματός του, πλήρης θυμού διέταξε πάραυτα και επεβιβάσθησαν 3.500 Οθωμανοί εις τα εν Καλάμαις ελλιμενισμένα εχθρικά πλοία, διατάξας ν' αποβιβασθώσι κατά το όπισθεν μέρος της Μάνης εις μίαν δύσβατον θέσιν, επ' ελπίδι του, ότι οι Έλληνες ήθελον αφήσει κενήν την θέσιν της Βέργας, και ήθελον τρέξει προς υπεράσπισιν των οικογενειών των, ώστε τούτου γενομένου να εισβάλη τότε ο Ιμπραχήμης εκ των όπισθεν εις την Μάνην από το μέρος της Βέργας. Προ δε της ανατολής του ηλίου (την 23 Ιουνίου) έφθασαν τα εχθρικά πλοία εις το Βηρόν (Διρό),μεταξύ της Τζίμοβας και του Πύργου, μη όντος εκεισε λιμένος, και άνευ αναβολής απεβίβασαν εις την ξηράν τους 3.500 εχθρούς, αλλά με μεγάλην δυσκολίαν δισ το δύσβατον και το πετρώδες του τόπου, ως εκ περιστάσεως δέ αγαθής ευρέθησαν κατά το μέρος εκείνο 209 οπλοφόροι Μανιάται, εκ δε των προκρίτων ο Πιέρος Μαυρομιχάλης, ο Δημήτριος, υιός του Π. Μαυρομιχάλη (ει και νέος τότε ων), οίτινες διέταξαν τους ρηθένετες 200 οπλοφόρους να κτυπώσιν αφόβως τους εχθρούς, διέταξαν δε ταυτοχρόνως και έκρουσαν τούς κώδωνας των Εκκλησιών, προσκαλέσαντες τους Ιερείς, άνδρας, γυναίκας και παίδας όσους ευρέθησαν. Έγραψε δ' εν ταύτω και ο Δ.Π. Μαυρομιχάλης προς τω εν Αλμυρώ ευρισκόμενον Ελληνικόν στράτευμα την εις το Βηρόν κατάπλευσιν των εχθρικών πλοίων, και την απόβασιν των εχθρών. ...Αλλ'εν τοσούτω η εν Βηρώ απόβασις των εχθρών εξηκολούθει αφ' ενός μεν μέρους με κραυγάς, αφ΄ετέρου δε με τον κτύπον των κωδώνων των Εκκλησιών, ώστε έφθασαν και τινες ακόμη ολίγοι οπλοφόροι Έλληνες, και εν πλήθος γυναικών Μανιατισσών, και δύο Αρχιερείς μετά των Ιερέων. Και οι μεν Μανιάται επυροβόλουν με τα όπλα, αι δε γυναικες εμάχοντο με τας πέτρας και τα δρέπανα, ώστε όχι μόνον εφονεύοντο και επληγώνοντο οι αποβιβαζόμενοι εχθροί, αλλά και δια το πετρωδες και το δύσβατον του τόπου, ούτε να φυλαχθώσιν εδύνατο, ούτε να πλησιάσωσι ποσως δια να τοις βοηθώσι και να πυροβωλωσι με τα κανόνια κατά των Μανιατών. Επί κεφαλης δε τόσων ανδρων, όσω και των γυναικων ίσταντο οι Αρχιερείς και οι Ιερείς εμψυχούντες, και προτρέποντες αυτούς εις την των εχθρών αντίκρουσιν με όλην των την καρτερίαν, και γενναιοψυχίαν. Αι δε πέτραι έπιπτον ως χάλαζα επι των κεφαλών των εχθρών".

Mετά την αντίσταση των Μανιατών και Μανιατισσών στον όρμο του Διρού, οι Αιγύπτιοι αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν καταδιωκώμενοι στα πλοία τους και να επιστρέψουν στην Καλαμάτα. Τον Αύγουστο του 1826 ο Ιμπραήμ με μια νέα επίθεση, αυτή τη φορά στην Ανατολική Μάνη, προσπάθησε να την υποτάξει. Αλλά και πάλι οι ηρωικοί Μανιάτες ταμπουρώθηκαν στο χωριό Πολυάραβο και με επιτυχία αντιμετώπισαν τους Αιγύπτιους και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά το σχέδιο της υποταγής της Μάνης. Με τις νικηφόρες μάχες στο Αλμυρό, στο Διρό και στον Πολυάραβο οι Μανιάτες, άνδρες και γυναίκες, για άλλη μια φορά απέδειξαν το υψηλό, γενναίο και αδούλωτο φρόνημά τους. Δεν υπολόγισαν το πανίσχυρο και καλά οργανωμένο στράτευμα του Ιμπραήμ που είχε καθυποτάξει όλη την Πελοπόννησο, και μαζί με τα στρατεύματα του Κιουταχή Πασά, που δρούσαν στην Στερεά Ελλάδα, είχε οδηγήσει την Ελληνική Επανάσταση σε πολύ κρίσιμο σημείο. Αλλά, ο Θεός όπως είχε πει ο Κολοκοτρώνης υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του και φάνηκε ότι είχε δίκιο από την εξέλιξη των γεγονότων. Η απελευθέρωση αυτή ήρθε στις 8 Οκτωβρίου του 1827 με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) "Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επανάστασης των Ελλήνων 1821-1822" Νικόλαου Κασομούλη, Εκδότης Απ. Α. Χαρίσης
2) "Παλαιών Πατρών Γερμανού Απομνημονεύματα", Εκδόσεις Βεργίνα
3) "Φωτάκου (Χρυσανθόπουλος Φώτιος) Απομνημονεύματα για την Επανάσταση του 1821", Εκδόσεις Βεργίνα
4) "Ιστορία της Μάνης" Αναργύρου Γ. Κουτσιλιέρη, Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα
5) "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Εκδόσεις Κάκτος
6) "Η Θρυλική Μάνη", Πάνος Ι.Καλλιδώνης
7) "Ιστορία της Μάνης", Κυριάκου Δ.Κάσση




ΠΗΓΗ: Μεταγραφή από την υπέροχη σελίδα: http://www.mani.org.gr/mani/


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com