ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΟΣ

Νομός Αχαΐας - Η Ιστορία του Νομού

Η ιστορία του νομού Αχαΐας χάνεται στα βάθη των αιώνων, οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχή ήταν οι Πελασγοί, ακολούθησαν οι Ίωνες και στην συνέχεια οι Αχαιοί που έδωσαν και την ονομασία τους στην περιοχή.
Το όνομα Αχαΐα και Αχαιοί προέρχεται από την προελληνική ρίζα αχα, που αποδίδει την έννοια του νερού, και σημαίνουν τους ανθρώπους του ποταμού και τον τόπο τους, οφείλεται δε στο γεγονός ότι οι Αχαιοί που κατέβηκαν στην Ελλάδα κατοικούσαν στην περιοχή του Δούναβη.
Κατά την διάρκεια των πρώτων ιστορικών χρόνων η Αχαΐα ήταν χωρισμένη σε δύο μεγάλες περιοχές: Την δυτική που ονομάζονταν Χώρα των Επειών (Ηλείων)και την ανατολική που ονομάζονταν Αιγιαλός και Αιγιαλεία.
Η Αχαΐα στην αρχαιότητα ήταν διαιρεμένη σε πόλεις, οι οποίες από ανατολικά προς τα δυτικά ήταν οι παρακάτω : Η Πελλήνη, η Αιγείρα, οι Αιγές, η Βούρα, η Ελίκη, το Αίγιο, η Κερύνεια, οι Ρύπες, το Λεόντιο, οι Φαρές, ο Ώλενος, η Τριταία και η Δύμη. Στην Αχαΐα υπήρχε ακόμη η Πάτρα που δημιουργήθηκε από την συνένωση των πόλεων Αρόη, Ανθεία και Μεσάτη.
Όπως συνέβηκε με τις περισσότερες ελληνικές πόλεις, έτσι και οι πόλεις της Αχαΐας διοικούνταν από μονάρχη και στην συνέχεια έγιναν δημοκρατικές,. Σπουδαίο ρόλο άρχισε να διαδραματίζει η Αχαΐα μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου με την δημιουργία της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
Η Αχαϊκή Συμπολιτεία εμφανίζεται παντοδύναμη και καλά οργανωμένη από τις αρχές του 3ου π.χ αιώνα αν και προϋπήρχε και ανάγεται στον 8ο π.χ. αιώνα. Η ομοσπονδία αυτή εμφανίστηκε στην αρχή αυτάρκης και ανεξάρτητη και δεν είχε συμμετοχή στους Περσικούς Πολέμους. Αργότερα το 455 π.χ συμμάχησε με τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες, χωρίς και πάλι να έχει συμμετοχή στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Το 367 π.χ συμμάχησε με τους Θηβαίους και πήρε μέρος στην μάχη της Χαιρώνειας (338 π.χ )κατά του Φιλίππου. Αργότερα οι πόλης της Συμπολιτείας υποτάχτηκαν στους Μακεδόνες. Στην περίοδο των διαδόχων του Αλεξάνδρου η ομοσπονδία διαλύθηκε, γιατί οι Μακεδόνες διόρισαν τυράννους στις πόλεις ενώ ταυτόχρονα υπέθαλπαν την διαίρεση. Στις αρχές του 3ου π.χ. εκδιώχθηκαν από την Αχαΐα οι Μακεδόνες και τότε δημιουργήθηκε (280 π.χ. ) ένα «κοινόν» που ονομάστηκε Αχαϊκή Συμπολιτεία.
Ήδη όμως από την προηγούμενη χρονιά (281 π.χ.) τέσσερις πόλεις η Δύμη, η Πάτρα, η Τριταία και οι Φαρές, με την σκέψη να δημιουργήσουν έναν πολιτικό σχηματισμό για να λύνουν χωρίς διενέξεις τις μεταξύ τους διαφορές και να εμφανίζονται ισχυρές σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής έβαλαν τις βάσεις της Συμπολιτείας. Στις τέσσερις αυτές πόλεις προσχώρησαν σύντομα και άλλες αχαϊκές πόλεις: το Αίγιο, η Βούρα, η Κερύνεια, η Πελλήνη, η Αιγείρα και το Λεόντιο. Το 251 π.χ. προσχώρησε η Σικυώνα το 243 π.χ. η Κόρινθος, ενώ το 240 π.χ. τα Μέγαρα, η Τροιζήνα, η Επίδαυρος, οι Κλεώνες η Φλιούντα, η Αίγινα, η Σαλαμίνα, η Ερμιόνη, το Άργος, η Μεγάπολη, οι Λουσοί, η Κύθαινα, ο Κλείτορας, η Αλέα, η Θεισόα, το Παλλάντιο, η Ασέα , η Αλίφειρα και άλλες πελοποννησιακές πόλεις δηλαδή σχεδόν όλη η Πελοπόννησος εκτός από την Σπάρτη, την Ήλιδα, την Τεγέα, την Μαντίνεια και τον αρκαδικό Ορχομενό.
Κέντρο της Συμπολιτείας ήταν στην αρχή το Ομάριο Άλσος που ήταν αφιερωμένο στον Δία, κοντά στο Αίγιο εκεί γίνονταν η Γενική Συνέλευση δυο φορές τον χρόνο στο τέλος της άνοιξης και του φθινοπώρου, για τρεις μέρες. Αργότερα με πρόταση του Φιλοποίμενα οι συνελεύσεις γίνονταν στις πόλεις της Συμπολιτείας διαδοχικά. Η εκτελεστική εξουσία στην αρχή ασκούνταν από δύο στρατηγούς και από το 253 π.χ. από ένα στρατηγό, που είχε για βοηθούς στα στρατιωτικά θέματα τον ίππαρχο και στα πολιτικά τον γραμματέα. Υπήρχε και το συμβούλιο των δέκα «δαμιοργών» (η λέξη είναι στην αιολική διάλεκτο = δημιουργοί).
Την ακμή της η Συμπολιτεία την οφείλει στον στρατηγό Άρατο από την Σικυώνα, που υπήρξε η σημαντικότερη προσωπικότητα της εποχής του. Ο Άρατος, ενώ ήταν ακόμα σε νεαρή ηλικία ανέτρεψε τον τύραννο της πατρίδας του και την ενσωμάτωσε στην Συμπολιτεία. Το 245 π.χ. εκλέχτηκε στρατηγός της Συμπολιτείας και για πολλά χρόνια κανόνιζε την πορεία της. Σαν διπλωμάτης ήταν πολύ ικανός αλλά σαν στρατηγός ήταν μέτριος.
Έβαλε σκοπό να διώξει από την Πελοπόννησο τις μακεδονικές φρουρές. Μετά τις επιτυχίες που είχε κατά των Μακεδόνων στην Πελοπόννησο, η δράση του επεκτάθηκε και έξω από αυτήν. Το 229 π.χ. βοήθησε τους Αθηναίους να διώξουν από την πόλη τους τους Μακεδόνες. Το 228 π.χ. ήταν η χρονιά που η Αχαϊκή Συμπολιτεία έφτασε στο απόγειο της ακμής της. Η συνεχώς αυξανόμενη δύναμη της Συμπολιτείας δημιούργησε τις ανησυχίες της Σπάρτης, η οποία συμμάχησε με την αντίπαλο των Αχαιών, Αιτωλική Συμπολιτεία. Έτσι ο βασιλείας της Σπάρτης Κλεομένης ο Γ΄ ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με τους Αχαιούς και άρχισε να καταλαμβάνει τη μία μετά την άλλη τις πόλεις τις Συμπολιτείας. Ο Άρατος για να σώσει ό,τι ήταν δυνατό από την καταστροφή, ζήτησε βοήθεια από το βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Δωσώνα, παραχωρώντας του τον Ακροκόρινθο.
Έτσι ο Άρατος με δική του πρωτοβουλία ξανάφερε στην Πελοπόννησο τους Μακεδόνες, που ο ίδιος λίγα χρόνια πριν είχε διώξει. Ο Αντίγονος κατέβηκε αμέσως στην Πελοπόννησο και ξαναπήρε από τους Σπαρτιάτες πολλές πόλεις των Αχαιών. Ξαναΐδρυσε την Κορινθιακή ή Ελληνική συμμαχία που αποτελέστηκε όχι από πόλεις αλλά από «κοινά». Ο Αντίγονος αναγνωρίστηκε αρχηγός της Συμμαχίας, στην οποία έπαιρνε μέρος όλη η Ελλάδα και το 222 νίκησε μαζί με τους Αχαιούς τους Σπαρτιάτες στη μάχη της Σελλασίας και προχώρησε κατά της Σπάρτης την οποία και ενσωμάτωσε στην Συμπολιτεία.
Πολλές επιδρομές γνώρισε η Αχαΐα κατά την διάρκεια του συμμαχικού πολέμου (220-217 π.χ.). Μακεδόνες και Αχαιοί πολεμούσαν κατά των Αιτωλών και των Ηλείων. Τότε οι Αιτωλοί έκαναν πολλές πετυχημένες επιδρομές και λεηλάτησαν πολλές πόλεις. Την κατάσταση ξεκαθάρισε ο διάδοχος του Αντίγονου Φίλιππος ο Ε΄ συνάπτοντας ειρήνη με τους Αιτωλούς αφού κατέστρεψε την χώρα τους.
Το 212 π.χ. στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας έγινε ο Φιλοποίμενας. Ο οποίος κατόρθωσε να νικήσει τους Σπαρτιάτες και να αποκλείσει στη Σπάρτη τον τύραννό της Νάβη. Συμμάχησε με τους Ρωμαίους και έδιωξε από την Πελοπόννησο του Μακεδόνες. Έτσι τη πρώτη δεκαετία του 2ου π.χ. αιώνα η Αχαϊκή Συμπολιτεία παρουσιάζεται η ισχυρότερη δύναμη της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Μετά την νίκης της στον αντιοχικό πόλεμο και την προσάρτηση της Μεσσηνίας και της Ήλιδας κατόρθωσε να ενώσει ολόκληρη σχεδόν την Πελοπόννησο. Έτσι από το 190 π.χ. μέχρι το 150 π.χ. περιλάμβανε στους κόλπους της ολόκληρη την Πελοπόννησο. Το 183 π.χ. επαναστάτησε χωρίς επιτυχία η Μεσσήνη, αιχμαλωτίστηκε ο Φιλοποίμενας όμως και αναγκάστηκε να πιει το κώνιο. Διάδοχος και συνεχιστής του Φιλοποίμενα υπήρξε ο στρατηγός Λυκόρτας (πατέρας του ιστορικού Πολύβιου). Ο Καλλικράτης όμως κατόρθωσε και πήρε με δόλο τη στρατηγία το 181 π.χ. κι εκτελώντας πειθήνια τις υποδείξεις της Ρώμης έκλεισε ειρήνη 30 χρόνων με τη Σπάρτη. Το 150 η Αχαϊκή Συμμαχία ήταν τόσο ισχυρή που θα μπορούσε να στραφεί με αξιώσεις εναντίον της Ρώμης. Άλλωστε η Ρώμη είχε στραμμένη την προσοχή της προς την Ισπανία και την Αφρική. Παρ΄ όλα αυτά η Συμπολιτεία το 148 π.χ. με στρατηγό το Δαμόκριτο στράφηκε κατά της Σπάρτης την οποία και νίκησε. Ένα χρόνο μετά εκλέχτηκε στρατηγός ο Δίαιος. Εκείνη την χρονιά οι Ρωμαίοι έστειλαν πρεσβεία στην Αχαΐα ζητώντας να εγκαταλείψουν την Σπάρτη, ενώ άρχισε να διαφαίνεται η επιθυμία των Ρωμαίων να διαλύσουν την Συμπολιτεία. Τότε άρχισε να φαίνεται μία ρήξη στις σχέσεις Ρωμαίων και Αχαιών, που έγινε μεγαλύτερη με την εκλογή του φιλοπόλεμου στρατηγού Κριτόλαου το 146 π.χ. . Την άνοιξη του 146 π.χ. η αντιπροσωπία των πόλεων αποφάσισε πόλεμο κατά των Ρωμαίων. Ο Κριτόλαος συγκρούστηκε με τον Καικίλιο Μέτελλο στη Σκάρφεια της Λοκρίδας. Στην μάχη αυτή σκοτώθηκε ο Κριτόλαος και ο διάδοχός του Δίαιος κήρυξε γενική επιστράτευση μεταξύ των πόλεων της Συμπολιτείας. Η μεγάλη μάχη δόθηκε κοντά στον Ισθμό ενάντια στον στρατό του Λεύκιου Μόμμιου που αποτελούνταν από 30.000 στρατιώτες. Ο Αχαϊκός στρατός κατανικήθηκε και ο Μόμμιος κατέστρεψε ολοσχερώς την Κόρινθο, καταστροφή που σήμαινε και το τέλος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.
Μετά την καταστροφή της Κορίνθου οι Ρωμαίοι διέλυσαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία, γκρέμισαν τα τείχη των πόλεων της, τις αφόπλισαν και επέβαλαν φόρους κυρίως στις πόλεις που αναμείχθηκαν στον πόλεμο. Οι Ρωμαίοι κατέλυσαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα και επέβαλαν στις πόλεις τιμοκρατικά πολιτεύματα, και απαγόρευσαν στους Αχαιούς το δικαίωμα αποκτήσεως γης και οικίας έξω από τα όρια της πόλης που διέμεναν. Το τελευταίο μέτρο ήταν κατά κόπο αντίμετρο ενάντια στην Αχαϊκή Συμπολιτεία η οποία για να καταργήσει τον τοπικό πατριωτισμό επέτρεπε στους πολίτες της να έχουν ακίνητη περιουσία σε οποιοδήποτε μέρος της Συμπολιτείας. Το 115 π.χ. η Δύμη ψήφισε νόμους διαφορετικούς από αυτούς που τις επέβαλε η Ρώμη. Οι Ρωμαίοι θεώρησαν την πράξη αυτή σαν επανάσταση και έστειλαν αμέσως τον διοικητή της Μακεδονίας Κόιντο Φάβιο Μάξιμο που καταδίκασε σε θάνατο δύο από τους αρχηγούς της τον Σώσο τον Ταυρομένιο και τον Φορμίσκο και έστειλε στην Ρώμη να δικαστεί ο νομοθέτης Τιμόθεος. Η διάλυση της Αχαϊκής συμπολιτείας ήταν προσωρινή, μετά από λίγα χρόνια ξαναϊδρύθηκε, χωρίς να έχει δύναμη να αντιδράσει από την στιγμή που ελέγχονταν άμεσα από τους Ρωμαίους. Τον 1ο αιώνα π.χ. η Αχαΐα έπαθε πολλά από τους εμφυλίους πολέμους μεταξύ των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Τέλος το 67 μ.χ. ο Νέρωνας της παραχώρησε αυτονομία, όπως έκανε και για άλλες ελληνικές πόλεις. Το 267 άρχισαν οι πρώτες επιδρομές κατά της Αχαΐας από τους γότθους που προξένησαν πολλές καταστροφές. Στο μεταξύ το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της Αχαΐας είχε δεχτεί τη χριστιανική θρησκεία, που είχε διδάξει ο πρωτόκλητος μαθητής του Ιησού Χριστού, Άγιος Ανδρέας ο οποίος και μαρτύρησε στην Πάτρα.
Τόσο κατά την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όσο και στα κατοπινά χρόνια μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους , ο νομός ακολουθεί τις τύχες της υπόλοιπης Πελοποννήσου. Το 396 ο αρχηγός των γότθων Αλάριχος κατέβηκε με τις ορδές του μέχρι την Πελοπόννησο και προξένησε μεγάλες καταστροφές στην Αχαΐας. Ο Ρωμαίος στρατηγός όμως Στηλίχωνας ήρθε με στρατό από την Ιταλία και ανάγκασε τον Αλάριχο να φύγει στην Ιλλυρία. Την καθεαυτό βυζαντινή εποχή (5ος αιώνας και μετά η Αχαΐα δεν γνώρισε καμία ιδιαίτερη ανάπτυξη γιατί οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες είχαν στραμμένη την προσοχή τους στα ανατολικά κράτη. Έτσι η αδιαφορία του επισήμου κράτους επέτρεψε στους Σλάβους από τα μέσα του 6ου αιώνα να αρχίζουν να κατεβαίνουν ανενόχλητοι μέχρι την Πελοπόννησο. Το 747 έπεσε μεγάλος λοιμός στην Αυτοκρατορία, γεγονός που έδωσε την δυνατότητα σε Σλάβους να εγκατασταθούν κυρίως σε ορεινές περιοχές της Αχαΐας Στην εποχή αυτή ανάγονται τα σλάβικα τοπωνύμια που υπάρχουν μέχρι σήμερα στον νομό και γενικότερα στην Πελοπόννησο.
Το 805 οι Σλάβοι επαναστάτησαν και προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να καταλάβουν την Πάτρα. Το 849 επιχείρησαν και νέα επανάσταση αλλά νικήθηκαν από τον πρωτοσπαθάριο Θεόκτιστο, έγιναν φόρου υποτελείς, αναμείχθηκαν με τους Έλληνες κατοίκους και δέχτηκαν τη χριστιανική θρησκεία. Το 881 οι Σαρακηνοί πειρατές της Κρήτης άρχισαν τις λεηλασίες των αχαϊκών παράλιων αλλά νικήθηκαν και διώχθηκαν από τον ναύαρχο Νικήτα Ωορύφα. Το 1125 έκαναν επιδρομή οι Βενετοί, ενώ το 1150 ο Νορμανδός βασιλιάς της Ιταλίας Ρογήρος λεηλάτησε την Αχαΐα παίρνοντας μαζί του τεχνίτες της μεταξουργίας για να διαδώσει την τέχνη στην Ιταλία.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) η Αχαΐα έγινε επαρχία του φεουδαρχικού κράτους των σταυροφόρων Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου και Γουλιέλμου Σαμπλίττη. Το πριγκιπάτο της Αχαΐας διαιρέθηκε σε 12 βαρονίες. Από το 1205 μέχρι το 1430 κυβερνήθηκε από περίπου 20 άρχοντες. Το 1430 το πριγκιπάτο διαλύθηκε και το μεγαλύτερο μέρος του προσαρτήθηκε στο Δεσποτάτο του Μορέως του οποίου Δεσπότης ήταν ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
Όσο ήταν ακόμη άρχοντας της Πελοποννήσου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εμφανίστηκαν οι Τούρκοι. Το 1446 ο Μουράτ ο Β΄ πέρασε τον Ισθμό, κατέλαβε την Κόρινθο, αλλά αποκρούστηκε στην Πάτρα και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Το 1452 δεύτερος Τούρκος επιδρομέας, ο Τουρχάν, επιτέθηκε χωρίς επιτυχία. Τέλος το 1460 ο κατακτητής της Πόλης Μωάμεθ ο Β΄ κατέλαβε την Αχαΐα και ολόκληρο το δεσποτάτο της Πελοποννήσου και έδιωξε τους αδελφούς του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που το κυβερνούσαν.
Την περίοδο της τουρκοκρατίας ο νομός γνώρισε άσχημες μέρες. Οι Βενετοί, που ήταν οι πιο ισχυρή δύναμη της εποχής στην θάλασσα, έκαναν συχνά επιθέσεις στην Πάτρα. Οι διαμάχες Τούρκων και Βενετών είχε σαν αποτέλεσμα την ερήμωση της Αχαΐας και την ελάττωση του πληθυσμού της. Το 1687 τελικά οι Βενετοί κατέλαβαν ολόκληρη την Πελοπόννησο και την διαίρεσαν σε δύο επαρχίες (Πατρών και Αιγίου). Το 1715 οι Τούρκοι ξαναπήραν την Πελοπόννησο και άσκησαν καταπιεστική πολιτική όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τότε πολλοί κάτοικοι της Αχαΐας κατέφυγαν σε άλλους τόπους. Στον Α΄ Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768-1774) ο τοπικός ηγέτης Πόλος και ο μητροπολίτης Παρθένιος ξεσήκωσαν τους κατοίκους της Αχαΐας, οι οποίοι κατόρθωσαν το 1769 για ένα μικρό διάστημα να την ελευθερώσουν. Μετά όμως από αυτή τη σύντομη ελευθερία ακολούθησαν τουρκοαλβανικές σφαγές που κράτησαν ως το 1779. Τα τελευταία χρόνια της τούρκικης κυριαρχίας ο νομός γνώρισε οικονομική και εμπορική άνθιση. Η Πάτρα και το Αίγιο (Βοστίτσα) θεωρούνταν από τα καλύτερα λιμάνια, στα οποία κατέπλεαν πολλά ευρωπαϊκά καράβια.
Η Αχαΐα υπήρξε ο τόπος που δόθηκε το σύνθημα της ελληνικής επανάστασης το 1821. Στις 13 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα, ενώ στις 25 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς ύψωσε την σημαία της επανάστασης στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου της Πάτρας. Έτσι πολλά μέρη της Αχαΐας απελευθερώθηκαν από τις πρώτες μέρες της επανάστασης. Η Πάτρα όμως ελευθερώθηκε μόλις το 1828, όταν παραδόθηκε από τους Τούρκους στο Γάλλο στρατηγό Μαιζόν. Η σύγχρονη ιστορία της Αχαΐας είναι συνδεμένη με την ιστορία της υπόλοιπης Ελλάδας.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com