ΠΟΝΤΟΣ

 

Εξάπλωση των κατοίκων τής Χαλδίας το Πόντου προς διάφορες κατευθύνσεις, ιδίως προς εγκατάσταση σε μεταλλούχες περιοχές.

Άλλος ζωτικός Πυρήνας του ελληνισμού υπήρξε ιδίως ή Χαλδία του Πόντου, ή ορεινή χώρα γύρω από τον Κάνη ποταμό, απ’ όπου, ιδίως κατά τον 17° και 18° αιώνα, ξεχύθηκαν νέα ρείθρα ζωής προς άλλα μέρη τής Μ. Ασίας και προς τα παράλια (βλ. χάρτη μετακινήσεων ελληνικών πληθυσμών μέσα στην Μ. Ασία*). Στον Πόντο, κυρίως στην Τραπεζούντα και στην περιοχή της, παρατηρήθηκε αύξηση του πληθυσμού της μετά το 1461. Έτσι στα 1487 ή πόλη είχε 5.500 - 6.00 κατοίκους, πού μέσα στα 30 προσεχή χρόνια αυξήθηκε κατά 500 κατοίκους. Απ’ αυτούς τα 60 – 65% ήταν Έλληνες, 11 – 12% Αρμένιοι και 14 - 20% μουσουλμάνοι . Ο πληθυσμός της καθώς και τής περιοχής, τριπλασιάζεται ή τετραπλασιάζεται μεταξύ 1520 – 1800. Η Περιοχή πάλι μεταξύ Κερασούντας και Ριζαίου γύρω στα 1500 ήταν ή πιο πυκνοκατοικημένη τής Ανατολής: ό πληθυσμός της κυμαινόταν μεταξύ 215.000 - 270.000 με αυξημένο το ποσοστό των Ελλήνων και Αρμενίων: 91 - 94% οι χριστιανοί και 6 - 9% οι μουσουλμάνοι. Η πλειοψηφία ανήκε βέβαια στους Έλληνες (84 - 89%).
Η αύξηση του πληθυσμού και οι ταραχές των τοπικών μπέηδων, των ντερεμπέηδων, χαρακτηριστικό σημάδι τής παρακμής τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και ή μείωση των εισοδημάτων των μεταλλείων, ιδίως τής Αργυρούπολης, υπήρξαν τα αίτια τής καθόδου προς τις παραλιακές πόλεις και της διασποράς προς διάφορα μέρη του εσωτερικού, κυρίως προς αναζήτηση γεωργικής εργασίας ή και ανεύρεση και εκμετάλλευση νέων μεταλλούχων περιοχών.
Οι διατάξεις για την προσκόλληση των εργατών στις μεταλλευτικές εργασίες φαίνεται ότι είχαν χαλαρωθή και έτσι διευκολυνόταν ή συνεχής αυτή μετανάστευση. Οι εμίνηδες και οι χριστιανοί ουσταμπασήδες (αρχιμεταλλευτές) δεν καταδίωκαν πια τούς φυγάδες, επειδή λόγω του υπερπληθυσμού μπορούσαν εύκολα να τούς αναπληρώσουν.
Με ζωτικό λοιπόν κέντρο την Χαλδία και προ πάντων την Αργυρούπολη σκορπίστηκαν οι άποικοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προς δυσμάς στις χώρες πέρα από την Τρίπολη, Εσπιέν, Κασσιώπη, Κερασούντα και Πάτλαμαν, γύρω από την Πουλαντζάκη, Ορντού και Φαδίσανη, πέρα από την Οινόη και την Αμισό και ακόμη πιο δυτικά• προς ανατολάς αυτοί ήταν πού ίδρυσαν τα ελληνόφωνα χωριά γύρω από την Αλεξανδρούπολη, την Τιφλίδα και προς βορράν άλλα στον Καύκασο και στην Κριμαία• αυτοί ακόμη ήταν πού ακολούθησαν και την αντίθετη διεύθυνση προς νότο και αξιοποίησαν όλα τα μεταλλεία του εσωτερικού του Μ. Ασίας, τής Αρμενίας, Μεσοποταμίας, Καππαδοκίας, Λυκαονίας και Βιθυνίας και συνοίκισαν εκεί νέα χωριά. Όταν όμως «ό Έλλην ανέκτησε πάλιν και κατώκησε τας υπ’ αυτού άλλοτε εγκαταλειφθείσας ή αφαιρεθείσας χώρας, γράφει λόγιος Πόντιος, ουδέν εν αυταίς εύρε μαρτυρούν την χριστιανικήν αυτών καταγωγήν, ουδείς ναός περιεσώθη, ουδεμία ονομασία ελληνική. Μόνον πόλεις τινές διά την κοινοτέραν και συχνοτέραν χρήσιν και την εκ τούτων καθιέρωσιν των αρχικών αυτών ονομάτων διέφυγον την κοινήν ταύτην καταιγίδα και καταστροφήν και διετήρησαν, μεταμορφωμένας όμως και επί το τουρκικώτερον, τας προτέρας αυτών ονομασίας (Κεμάχ από του Κάμαχος, Σεβάζ από τής Σεβαστείας, Τζάγγρα εκ του Γάγγρα κ. λ.)... Σπανίως απαντά τις σήμερον χωρίον και σπανιώτερον θέσιν φέρουσαν ελληνικόν ή χριστιανικόν όνομα, και τα ολίγιστα ταύτα δείκνυνται έχοντα νεώτατον τον χρόνον τής κλήσεως».
Ή βαθμιαία αυτή εξάπλωση των Ποντίων προς κάθε σημείο του ορίζοντα παρουσιάζει πολλά προβλήματα, χρονολογικά και δημογραφικά, πού θα προσπαθήσουμε να τα διαλευκάνουμε στον επόμενο τόμο*.
Οι νέες χώρες τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, Συρία και Αίγυπτος, πού είχαν κατακτηθή στα 1517, δεν παρουσίαζαν ακόμη κατάλληλο έδαφος για την εγκατάσταση Ελλήνων. Οι φοβεροί χρόνοι των καταπιέσεων και διωγμών των χριστιανών επί των Μαμελούκων ηγεμόνων είχαν βέβαια περάσει, αλλά ή τρομοκρατία εξακολουθούσε και επί του Σελίμ Α’ (1512 - 1520).
Κατά τα τέλη του 16 αι. από την Αλεξάνδρεια εισάγεται σχεδόν μόνο ρύζι και ζάχαρη. Η πόλη μέσα στον εκτεταμένο περίβολό της έχει 100 περίπου σπίτια. Το κλίμα της είναι ανθυγιεινό. Το επίκαιρο όμως λιμάνι της ως προς την επικοινωνία με την Ευρώπη και με τις Ινδίες προοιωνίζει την προσεχή οικονομική της εξέλιξη. Έχει πολλούς εμπόρους, ασφαλώς και Έλληνες. Επίσης και στο Κάιρο ζουν λίγοι Έλληνες «πραγματευτάδες», 30 - 59, γύρω από την ελληνική πατριαρχική εκκλησία του Αγίου Σάββα. Ο ίδιος ό πατριάρχης είναι φτωχός και περιφρονημένος. Έλληνες υπάρχουν και στην Ραζέττη.

Πηγή: Το υπέροχο και ανεξάντλητο έργο του Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Β’ τομ., Θεσσαλονίκη 1976.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com