ΠΟΝΤΟΣ


ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ—ΣΧΕΣΕΙΣ—ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές—Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και προπάντων το Πάσχα—καθώς και στις ονομαστικές γιορτές, οι νέοι, ο υποψήφιοι γαμπροί, έκαναν επισκέψεις. Τα τριήμερα του Πάσχα οι επισκέψεις αυτές γινόντανε χωρίς σχεδόν επιφυλάξεις. Τις άλλες γιορτές, επιδίωκαν να κάνουν παρέα με συνομήλικούς τους συγγενείς των κοριτσιών, για να τηρηθούν τα προσχήματα και να παν ελεύθερα. Επικρατούσε τότε η συνήθεια, τα κορίτσια πού ήταν για παντρειά να κερνούν τούς επισκέπτες. Έτσι δινόταν ευκαιρία να ιδούν οι νέοι τις νέες, πού παρουσιαζόντανε συνήθως «μετά φόβου Θεού», συμμαζευμένες, χαμηλοβλεπούσες, αμίλητες.
Επίσης από το Πάσχα ως την Ανάληψη, κάθε Κυριακή κ’ ενδιάμεση γιορτή, μαζευόντανε τα παληκάρια και τα κορίτσια στις κούνιες. Οι νέες συνοδεύονταν από συγγενείς τους. Με το κουβεντολόγι και με τις ματιές ερχόντανε σ’ επαφή. Δεν αργούσαν να περάσουν με τη σειρά τους από τις κούνιες, είτε μαζί (πεταγότανε κάποτε ξαφνικά ο νέος στην κούνια τής νέας) είτε και χώρια. Οπωσδήποτε, για να εκδηλωθεί καλύτερα το ενδιαφέρον, οι νέοι προθυμοποιόντανε να πληρώσουν τα έξοδα, κι’ αν τελείωνε η ώρα, ανανέωναν τη διάρκεια με καινούργια πληρωμή, προστάζοντας στον επιχειρηματία ή στον αρμόδιο υπάλληλό του: κούντσον δέκα παρών, ή έναν γοροσιών κι’ άλλο =κούνησε για άλλους δέκα παράδες, ή ένα γρόσι. Από τις εκδηλώσεις αυτές δημιουργούτανε κι’ άρχιζε το κουτσομπολιό: ’Μώ σε, ντο λες; Ο τάδες κ’ η τάδενα; τελειωμένον πράμαν. Αφού εκούντσεν-ατην κ’ έλα.
Εκτός τις κούνιες, όλες αυτές τις ημέρες, είτε στην ίδια πλατεία είτε και σ’ άλλες, στηνόντανε χοροί με συνοδεία λύρας—κέμεντζε—γκάϊντας— τουλούμ’—ή και μουσικής. Άρχιζαν πρώτα οι νέοι και τραγουδώντας διάφορα κατάλληλα δίστιχα, προσπαθούσαν να προτρέψουν και τις νέες να μπούνε στο χορό:

Εγούρεψαμε τον χορόν κ’ όλα είμες παιδόπα•
Ελάτε κ’ εσείς κορτσόπα και νέα νυφαδόπα.
Λελεύω σε, λελεύω σε, κόκκινον πιπερόπον,
Για έλα έμπα σον χορόν και σ’ εκόν το χερόπον.
Λελεύω σε, λελεύω σε, νόστιμον νοσακόπο-μ’,
Για έλα έμπα σον χορόν κι’ ας τσουλτουρεύ’ το ψόπο μ’.

Στο αναμεταξύ οι νέοι, όσοι είχαν γνωστά και συγγενικά κυρίως κορίτσια πού σεργιανούσαν, κρατούσανε στο χορό με το ένα χέρι, και με τ’ άλλο ελεύθερο πια, προσπαθούσανε να τις πιάσουν, βγαίνοντας λιγάκι κι’ από τον κύκλο τού χορού, για να τις παρασύρουν.
Επίσης κ’ οι γυναίκες πού συνόδευαν τις νέες, τις προτρέπανε να πάνε να χορέψουν. Κ’ επειδή ντρεπόντανε σχεδόν όλες, αν και ήθελαν κατά βάθος και γι’ αυτό κυρίως μαζευόνταν εκεί, καταντούσε πολλές φορές με τη βία να τούς βάλουνε στο χορό κάποτε μάλιστα σέρνοντας.
Για να φαίνεται καλύτερα το πρόσωπό τους, τούς έλεγαν να βγάλουν το φακιόλι—το λετζέκ’—πού είχανε στο κεφάλι και μερικές φορές τ’ αρπάζανε ξαφνικά. Έτσι, εκτός το πρόσωπο, φαινόντανε κ’ οι ωραίες πλεξίδες τους
—τα τσέμας—και τα φλουριά πού είχανε κρεμασμένα—τα σατσλούγια— και βροντούσαν—σιακ, σιακ —ενώ χόρευαν.
Τέτοιοι χοροί γινόντανε και σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές, καθώς και σχεδόν κάθε Κυριακή όλο το Καλοκαίρι στο Τσάμπαση και στα διάφορα πανηγύρια, όπως περιγράφονται σε άλλο κεφάλαιο*.
Επίσης και το χειμώνα, τις βροχερές Κυριακές, στήνανε χορούς στις γειτονιές κάτω σε υπόγεια—μαντρία. Στους τελευταίους αυτούς χορούς, όπου κι’ ο φωτισμός δεν ήτανε πάντα αρκετός, γινόντανε κάποτε παρατράγουδα, και κυρίως κατά τις αποκριές, πού δεν είχαν τόσο μεγάλη σχέση με την αυστηρότητα των ηθών.
Όταν στο χορό ήτανε πιασμένοι αρκετοί, πού ξέρανε το ενδιαφέρον κανενός νέου σε μιά νέα (πού χόρευαν κ’ οι δυό στον ίδιο κύκλο), ή ενδιαφερόντανε να δημιουργήσουν σχέσεις μεταξύ τους, έβγαιναν ένας-ένας από τη μέση, ώστε να σμίξουν και να πιαστούν χέρι με χέρι. Και για να μη σταματήσει ό χορός, κόλλαγαν αμέσως στο κούτελο του λυράρη ένα νόμισμα. Έτσι ενθουσιαζότανε κ’ εκείνος, έπαιζε και τραγουδούσε με την καρδιά του, κι’ άναβε ό χορός καί φούντωνε το αίσθημα.
Στους χορούς οι νέοι τραγουδούσαν διάφορα δίστιχα—Ελληνικά στο Ποντιακό ιδίωμα (Κρωμέτκα τραγωδίας) και κάποτε Τούρκικα—εκφραστικά των αισθημάτων τους προς τη νέα π’ αγαπούσαν. Αν κ’ εκείνη ήτανε στο χορό, ή σεργιανούσε, δε δυσκολευότανε ν’ αντιληφθεί τούς υπαινιγμούς, και ν’ ανταποκριθεί, αν το αίσθημα ήταν αμοιβαίο, με κρυφές κλέφτικες ματιές. Στο τραγούδι βοηθούσαν κάποτε και γυναίκες, γνωστές για την κάποια αλεγροσύνη τους, κι’ αρκετά ηλικιωμένες, ώστε να μη παρεξηγηθούν. Τα κορίτσια γενικώς δεν τραγουδούσαν σε τέτοιους δημόσιους χορούς, παρά μόνο στα συγγενικά σπίτια ή και στα μαντρία, στη γειτονιά.
Σ’ όλες τις παραπάνω περιπτώσεις των χορών δεν ήτανε πολύ σπάνιες κ’ οι παρεξηγήσεις, πού δημιουργούτανε μεταξύ των αντεραστών μιάς νέας, ή συγγενών της πού αντιπαθούσαν κανένα τυχόν πολύ ενοχλητικό νέο. Συνειθισμένη πρόκληση ήτανε να διατάξουν το λυράρη να σταματήσει, ή να θελήσουν να την πάρουν μαζί τους και να στήσουν άλλού τον χορό. Έτσι γινόντανε κάποτε δυό μερίδες και στηνόνταν ηρωϊκοί καυγάδες, από τούς οποίους δεν έλειπε κ’ η δράση τις αστραφτερής λεπίδας τής δίκοπης κάμας — τού λάζου—με τα θύματά της.
Εκτός όλες τις πιο πάνω ευκαιρίες, και στις εξοχές των Κοτυώρων* πού βγαίνανε περίπατο τις Κυριακές όταν έκανε καλοκαιρία, και ιδιαίτερα την ημέρα της Ανάληψης και του Αγ. Γεωργίου, βλεπόντανε νέοι με νέες και φλερτάρανε.
Το ίδιο γινότανε και στους εσπερινούς των εορτών των τριών Εκκλησιών (Υπαπαντής, Αγ. Γεωργίου και Αγ. Νικολάου), όπου πήγαιναν τα κορίτσια ντυμένα στα γιορτινά τους για να προσκυνήσουν. Οι νέοι παραμόνευαν για να τις ιδούν. Τις ημέρες αυτές γινόντανε κάποτε και απαγωγές.
Επίσης οι νέοι πιάνανε πόστα στο δρόμο πού έπρεπε να περάσουν τα κορίτσια για νερό στις βρύσες, για να τις μπανίσουν.
Το ίδιο γινότανε και στα θαλασσινά μπάνια, όπου το μέρος πού λουζόντανε τα κορίτσια, δεν ήταν και τόσο μακρυά απ’ εκεί πού κάνανε μπάνιο οι άντρες.
Ευκαιρίες για συναντήσεις και για φλερτ παρουσιαζόντανε και στην εποχή τής συγκομιδής των φουντουκιών (20 Ιουλίου — τέλη Αυγούστου), σα παχτζάδες και σα χαρμάνα =στους φουντουκομπαξέδες και στ’ αλώνια, όπου άπλωναν κ’ έπειτα ξεφλούδιζαν τα φουντούκια.
Αν εξαιρέσομε όλες αυτές τις ευκαιρίες, όλον τον άλλο καιρό, έφηβοι και παιδούλες, νέοι και νέες, παρουσίαζαν στις σχέσεις τους μιάν εικόνα φαινομενικής αποστροφής σαν να ήσαν εχθροί, και γενικότερα απόφευγαν να κάτσουν να μιλήσουν ή και να χαιρετηθούν ακόμα.
Έτσι απαιτούσε η παραδεγμένη ηθική τάξη, κι’ ας πλημμυρούσαν τις ψυχές και τις καρδιές τους τα πιο γοητευτικά κελαηδήματα των ιδανικότερων ανθρώπινων συναισθημάτων.

ΠΡΟΞΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΕΙΣ

Για να γίνει ένα συνοικέσιο, έπρεπε από πριν να βολιδοσκοπηθούν οι γονιοί ή οι κηδεμόνες τής νέας από μέρος των γονιών τού νέου. Το αντίθετο σπανιότατα γινότανε• κι’ αυτό με μεγάλες επιφυλάξεις, για να δοθεί αμέσως η πρωτοβουλία στο μέρος τού νέου.
Οι βολιδοσκοπήσεις γινόντανε κυρίως με προξενήτρες είτε συγγενές και φίλες είτε και μ’ ορισμένες γυναίκες, πού είχανε βγάλει όνομα για την ιδιότητα αυτή και για την επιδεξιότητα και ειδικότητα πού είχαν αποκτήσει.
Ή αμοιβή τους γινότανε κυρίως σε είδη, με τον τύπο δώρων: Κανένα ζευγάρι παπούτσια, κανένα σαλβάρι κ.τ.τ. Τις λέγανε προξενητράδες (ή προξενήτρα), και το έργο τους: προξένεμαν και προξενείαν. Κάποτε μεσολαβούσαν και άντρες συγγενείς, φίλοι ή απλώς γνωστοί, πού το ‘φερνε η τύχη ή η περίσταση να υποδυθούν το ρόλο αυτόν. Αν πετύχαινε κανένας στην προσπάθειά του, τον λέγαν—όχι και χωρίς διάθεση ειρωνείας και ευθυμίας:
κουτέα (από το κουτί, δηλαδή φκιάνει κουτιά). Έλεγαν μάλιστα συμβολικά: ο τάδες εξέρ’ και χτίζ’ κουτία ή καλά κουτία χτίζ’.
Κ’ οι άντρες οι προξενητές δεν παίρνανε χρήματα. Από κανένα δώρο μόνο: καμμιά ασημένια ταμπακέρα, καμμιά πίπα, μεταξωτό μαντίλι, γραβάτα κ.τ.τ.
Άμα εξασφαλιζόνταν ευνοϊκές ενδείξεις και διαθέσεις και στα δυό τα μέρη, οι γονιοί τού νέου πήγαιναν επίσκεψη στης νέας για να τη ζητήσουν: επαίναν σο ψαλάφιμαν. Τούς δεχόντανε και τούς κερνούσανε στην αρχή σαν ξένους. Η νέα δεν παρουσιαζότανε πουθενά. Άρχιζαν έπειτα τη σχετική συζήτηση, όπου καταλήγανε σε κάποιο αποτέλεσμα. Σε περίπτωση πού είχε αποφασιστεί το συνοικέσιο, παρουσιαζόταν έπειτα η νέα, κρατώντας το δίσκο με κονιάκ και γλυκό, κάποτε μάλιστα και χωρίς να ξέρει καλά-καλά το σκοπό των επισκεπτών. Η συγκίνηση των δυστυχισμένων αυτών πλασμάτων σε τέτοιες ευτυχισμένες στιγμές τής ζωής τους ήταν απερίγραπτη, και προπάντων όταν ήξεραν ή μάντευαν το σκοπό τους.
Προβαίναν δειλά-δειλά, κρατώντας και την αναπνοή τους ακόμα, με χαμηλωμένα τα μάτια και όλο συστολή. Μερικές έτρεμαν• άλλες χλώμιαζαν κι’ άλλες κοκκίνιζαν από λιγοψυχία ή και ντροπή. Άλλες σκόνταβαν και δεν είναι πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις πού -τούς έπεφταν τα ποτήρια ή και ο δίσκος από τα χέρια. Οι υποψήφιοι συμπεθέροι και ήξεραν και έβλεπαν όλη την ταραχή και τη συγκίνηση πού γεννάται στις νέες σε τέτοιες περιστάσεις και για να μην αυξήσουν το επίπεδο τής συγκίνησης και της αιδημοσύνης τους, πίνοντας το κονιάκ περιοριζόντανε συνήθως να πούνε την ευχή: Ε, εις υγείαν, και όπως είπαμε, ό Θεός σο καλόν. Αν η νέα ήτανε ψύχραιμη και ήξερε την υπόθεση, τότε λέγαν ανοιχτά και τα καλορρίζικα.
Ο νέος περίμενε συνήθως στης προξενήτρας το αποτέλεσμα. Αν ήταν ευνοϊκό λέγαν: εχτίεν, ή έχτισαν-ατο.
Κατά την επίσκεψη αυτή όριζαν και την ημέρα για επίσημον αρραβώνα.


Πηγή*: Το αξεπέραστο ως σήμερα έργο του Ξενοφώντα Άκογλου (Ξένου Ξένιτα), Από την ζωή του Πόντου – Λαογραφικά Κοτυώρων-, εκδ. Μάτι, αναστατική έκδοση του 1938.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com