Οι αρχαίοι λαοί και η διαίρεση της Θεσσαλίας

Το Περραιβικό κράτος
Αρχική κοιτίδα των Περραιβών ήταν η περιοχή της ηπείρου με κέντρο τη Δωδώνη (Ομήρου, Ιλιάς Β). Στη Γεωμετρική περίοδο και στα Αρχαϊκά χρόνια το κράτος τους περιελάμβανε το βόρειο και βορειοδυτικό τμήμα του νομού Λάρισας, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής του Τιταρήσιου ποταμού και μικρό τμήμα του νομού Τρικάλων, βορείως του Ζάρκου. Το μεγαλύτερο τμήμα του κράτους τους ήταν ορεινό, ενώ πεδινά εδάφη τους ήταν το τρίγωνο Τιταρήσιος- Πηνειός Κάτω Όλυμπος. Σημαντικότατη πόλη της Περραιβίας ήταν οι Γόννοι (πιθανώς το όνομά τους να το οφείλουν στο μυθικό βασιλιά Γουνέα, έναν από τους Έλληνες βασιλείς που πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία), ο Γοννοκόνδυλος και ο Λαπαθούς, βορειότερα προς τη σημερινή Καλλιπεύκη, η Φάλαννα, η Ηλώνη (κοντά στο Κ. Αργυροπούλι), η Ολοσσών (Ελασσών), η Μάλλοια, το Ερεικίνιο, και κατά μερικούς ιστορικούς η Μονδαία (κοντά στη Δεσκάτη).
Τέλος στο Περραιβικό Κοινό ανήκαν οι πόλεις που ακόμα και στις δυσκολότερες για τους Περραιβούς εποχές έμειναν αυτόνομες : Άζωρος , Δολίχη και Πύθιο που απάρτιζαν την Περραιβική Τριπολίτιδα.
Ο Λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος περιγράφει αναλυτικά την τοπογραφία της Περραιβίας και μας δίνει χρήσιμες πληροφορίες για τη στρατηγική σημασία κάποιων πόλεων της περιοχής, κυρίως δε της Περραιβικής Τρίπολης. Σημαντικά ευρήματα έχουν έλθει στο φως από το Πύθιο που αποδεικνύουν ότι εκεί βρισκόταν η πρωτεύουσα της Περραιβικής συμμαχίας. Σημαντικότερη ανακάλυψη ήταν τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα. {Σύμφωνα με άλλη ιστορική άποψη, που μάλλον δεν ευσταθεί, η Περραιβική Δωδώνη είναι διαφορετική από αυτή της Ηπείρου και μένει απλά να εξακριβωθεί η θέση της. Αναζητείται επίσης και η θέση της Κύφου, μιας άλλης ομηρικής πόλης που αναφέρεται ως Περραιβική.} Με την ισχυροποίηση του θεσσαλικού κράτους, 11ος- 9ος αι., οι Περραιβοί περιορίστηκαν σε πιο απομακρυσμένες περιοχές διατηρώντας την αυτονομία τους όπως οι Μάγνητες και οι Αχαιοί της Φθιώτιδας. Στα χρόνια του Θεσσαλικού κοινού οι Περραιβοί ίδρυσαν κι αυτοί το δικό τους Κοινό (πολιτική συμμαχία) και έπαιρναν μέρος στα αμφικτυονικά συνέδρια, όπως και οι περισσότερες ελληνικές πόλεις-κράτη. Γενικά η ιστορία των Περραιβών ήταν μια ιστορία συγκρούσεων επειδή κατοικούσαν «σε τόπο που βρισκόταν πάνω σε στρατηγικής σημασίας δρόμους που συνέδεαν τη βόρεια με τη νότια Ελλάδα». Το όνομα Περραιβία το βρίσκουμε σε ιστορικές πηγές μέχρι τα Βυζαντινά χρόνια.

Πελασγιώτιδα
(Σημ. Κύριος οδηγός μας στην αναφορά των θέσεων των κυριοτέρων πόλεων κάθε θεσσαλικής περιοχής θα είναι ο ιστορικός Fr, Stαhlin μέσω του έργου του που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Θεσσαλικό Ημερολόγιο.) Η Πελασγιώτιδα περικλειόταν βόρεια από τα νότια σύνορα της Περραιβίας και τη δεξιά όχθη του Πηνειού μέχρι τις υπώρειες της Όσσας, έφτανε ανατολικά στους πρόποδες του Μαυροβουνίου και τις όχθες των λιμνών Νεσσωνίτιδας και Βοιβηίδας. Νότια εκτεινόταν μέχρι το Χαλκωδόνιον όρος (Μικρό Μαυροβούνι ή Καραντάου) και την περιοχή νοτίως των Φερών, έχοντας μικρή παράλια λωρίδα εκμετάλλευσης στον Παγασητικό (5-6 χλμ. νότια του Βόλου). Τέλος, δυτικά φυσικά όρια της Πελασγιώτιδας αποτελούσαν τα χαμηλά όρη Τίτανος και Φυλλήιο. Κέντρο και έδρα των ηγετών της Πελασγιώτιδας, και για μεγάλο χρονικό διάστημα ολόκληρης της Θεσσαλίας, ήταν η Λάρισσα (για ένα μικρό χρονικό διάστημα πήρε τη θέση της η Κραννών), ενώ στα έτη μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο ανέτειλε το άστρο των Φερών.
Η βορειότερη πόλη της Πελασγιώτιδας ήταν το Μόψιο κοντά στα ερείπια του Ραχμανίου στην περιοχή του Μακρυχωρίου.
Από το Μόψιο καταγόταν ο ομηρικός Μόψος, γνωστός μάντης των Ελλήνων, ο οποίος μετά τον Τρωικό πόλεμο έμεινε στην Μ. Ασία και ίδρυσε αποικίες (από το όνομά του προέρχεται και η Μοψουεστία των Βυζαντινών που ήταν έδρα επισκοπής).
Νοτιότερα του Μοψίου βρισκόταν η Ελάτεια, κτισμένη στις βόρειες πλαγιές του Δωτίου πεδίου. Οικιστής της θεωρούνταν ο Λαπίθης Έλατος (δες α΄ τόμο, καθώς και το βιβλίο του εκπαιδευτικού Β. Χ. Γιακοβή, «Η Ελάτεια της Λάρισας»). Η πόλη αυτή θεωρούνταν προμαχώνας και βιγλάτορας της Κοιλάδας των Τεμπών. Ήταν κτισμένη 200 περίπου μέτρα ψηλότερα από τον Ευαγγελισμό κοντά στη θέση του διαλυμένου χωριού της Τουρκοκρατίας Μουρλάρ. Άλλη σημαντική πόλη ήταν το Συκύριον και η θέση του πιθανολογείται σε μια ακτίνα από τη Μαρμαρίνη μέχρι τη θέση του σημερινού Συκουρίου και πάντως ΒΑ της αρχαίας λίμνης Νεσσωνίτιδας. Αυτή την πόλη τη χρησιμοποιούσε ο Περσέας, ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, στους πολέμους του εναντίον των Ρωμαίων. Κάπου ανάμεσα στο Συκούριο και τη Λάρισα ήταν η μικρή πόλη Τρίπολη Σκαιά (Livius 42, 54, 10). Άλλη πόλη της περιοχής ήταν η Λάρισσα της Όσσας (Στράβων θ΄ 440). Ο Αρβανιτόπουλος πιθανολόγησε τη θέση της ΝΔ του χωριού Ελάτεια προς το Πουρνάρι στη θέση Παλιόκαστρο. Εκεί κοντά πρέπει να βρισκόταν και κάποιο ιερό των Νυμφών. Σύμφωνα με εκδοχή του Στέλιν ίσως η Λάρισσα της Όσσας να ταυτίζεται με την περιοχή του χωριού Μαρμαρίνη (Άμυρον ή Αμυρικόν Πεδίον Λαρισαίων). Γνωστή από την Ιλιάδα μας είναι και η Γυρτών, κατ’ άλλους Περραιβική πόλη (λεξ. Σουίδα), πάντως σίγουρα προθεσσαλική.
Κατά τη μυθολογία ήταν πατρίδα του βασιλιά Φλεγύα (δ. α΄ τόμο) και του λαού των Φλεγύων. Πάντως στα νομίσματα της πόλης εικονίζεται ο μυθικός βασιλιάς Καινέας. Είναι σίγουρο ότι βρισκόταν στη δεξιά όχθη του ποταμού Πηνειού και ότι δε μεσολαβούσε άλλη πόλη μεταξύ αυτής και της Λάρισας. Πιο πιθανή θέση φαίνεται αυτή κοντά στο σημερινό οικισμό της Γυρτώνης περίπου 1 χλμ. από τον Πηνειό. Πάντως η ακριβής θέση της δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη. Μικρότερη πόλη ήταν η Κονδαία που βρισκόταν κοντά στο σημερινό οικισμό Μαυρόλιθο. Η Κονδαία, η Γυρτώνη και το Μόψιο προστατεύονταν από τον ορεινό όγκο του Έρημου όρους. Ο Στέλιν πίστευε ότι κοντά στις προηγούμενες πόλεις βρισκόταν και η πόλη Μινύα, ίσως στο ύψος του χωριού Παραπόταμος. Νότια της Γυρτώνης άρχιζε η λίμνη Νεσσωνίς, η οποία σχηματιζόταν από τα νερά της Όσσας και των άλλων χαμηλότερων βουνών. Κατά την Αρχαιότητα αυτή ήταν ίσως μεγαλύτερη, σε έκταση επιφανείας, από τη Βοιβηίδα, αλλά όχι και σε βάθος καθότι ήταν πολύ ρηχή. Είναι σίγουρο ότι πλημμύριζε συχνά και κατά το Στράβωνα αυτή ήταν και η αιτία που της έδωσαν το όνομα ενός από τους πιο κακόφημους Κενταύρους, του Νέσσου. Κατά την περίοδο των πλημμυρών διπλασίαζε την έκτασή της και ενωνόταν με τη Βοιβηίδα. Στη νότια όχθη του Πηνειού και στην καρδιά της ανατολικής θεσσαλικής πεδιάδας βρισκόταν η πρωτεύουσα της Πελασγιώτιδας και, για πολλούς αιώνες, ολόκληρης της Θεσσαλίας, η Λάρισα.
Ήταν κτισμένη γύρω από το λόφο του Φρουρίου ή Αγίου Αχιλλίου, όπως λέγεται σήμερα και η έκτασή της ήταν αισθητά μικρότερη της σημερινής. Βόρεια και δυτικά έφτανε ως τις όχθες του Πηνειού, ανατολικά στο ύψος της Πλατείας Λαού (υπόγειο πάρκιγκ) και νότια περίπου έως το ύψος της οδού Γρηγορίου Ε΄ και Ηπείρου.
Το πολίτευμά της ήταν πάντα αριστοκρατικό και δικαίωμα ψήφου είχαν οι μεγάλοι κτηματίες, μικρό μέρος των οποίων ήταν και κάποιοι αυτόχθονες προ-Θεσσαλοί.
Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι συμφωνούν ότι ο χώρος συγκέντρωσης των πολιτών, η Αγορά δηλαδή, ήταν δυτικά του Φρουρίου (προς την Κεντρική Πλατεία).
Αργότερα, στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. κτίζεται το Αρχαίο Θέατρο της πόλης (θέατρο α΄) στο οποίο παίρνονταν οι σοβαρές αποφάσεις για την πόλη και δίνονταν παραστάσεις έργων των αρχαίων τραγικών και κωμωδιογράφων. Για το Αρχαίο θέατρο της Λάρισας θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω.
Ανώτερο αξίωμα της πόλης ήταν ο Ταγός. Ο Ταγός της Λάρισας ήταν και ταγός συνήθως ολόκληρης της Θεσσαλίας (ο «ταγός» προέρχεται από το ρήμα τάσσω και σημαίνει τον ανώτερο πολιτικό και στρατιωτικό άρχοντα, τον ηγέτη, τον αρχηγό). Ο τίτλος του Ταγού ήταν κληρονομικός και μεταβιβαζόταν σε πρόσωπα της ίδιας οικογένειας. Ο γνωστότερος οίκος των ταγών της Λάρισας ήταν αυτός των Αλευάδων με μυθικό πρώτο ταγό τον Αλεύα τον Πυρρό (δες α΄ τόμο). Κοντά στην πόλη, λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα απ’ αυτήν ήταν κτισμένη η πόλη Άργισσα, στην οποία αναφερθήκαμε στην προηγούμενη ενότητα, γνωστή και ως Άργουρα. Στα κλασικά χρόνια, αλλά και στην Ελληνιστική Εποχή οι αρχαίοι συγγραφείς (Στράβων, Στέφανος Βυζάντιος) αναφέρουν στις όχθες του ποταμού Πηνειού, δυτικά της Λάρισας, τη μικρή πόλη Άργουρα. Πρόκειται φυσικά για το διάδοχο οικισμό της νεολιθικής Άργισσας. Πολύ σπουδαία πόλη της Πελασγιώτιδας υπήρξε η Κραννών, κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό. Ονομάστηκε έτσι από μια πηγή (κράννα σημαίνει πηγή στην αιολική διάλεκτο), το νερό της οποίας ήταν θερμό και ιαματικό. Ο Στράβων πίστευε ότι πριν από την κάθοδο των Θεσσαλών, η πόλη ονομαζόταν Εφύρα. Από την Κραννώνα κατάγονταν οι Σκοπάδες, ένας θεσσαλικός οίκος ταγών. Η ακριβής θέση της αρχαίας Κραννώνος έγινε γνωστή από μια επιγραφή που βρήκε ο Άγγλος περιηγητής Leak, στις αρχές του 19ου αιώνα, κοντά στη θέση που ήταν η ιαματική πηγή. Εκεί εικάζεται ότι υπήρχε ναός προς τιμήν του Ασκληπιού. Στις πλαγιές του λόφου Κάστρο της περιοχής, σώζονται λείψανα αρχαίου τείχους. Επίσης, βρέθηκαν στην περιοχή πολλοί συνεχόμενοι τύμβοι (3-4 μ.) από την περιοχή του κάστρου μέχρι τα όρια του σημερινού χωριού Δοξαράς.
Οι τύμβοι σκέπαζαν δεκάδες τάφους, κιβωτιόσχημους ή θολωτούς από τη Μυκηναϊκή Εποχή (πελασγική Κραννών). Οι θέσεις ίσως αυτές προσφέρονται για επίσκεψη σχολείων κατόπιν σχετικής συνεννόησης με τους αρμόδιους αρχαιολόγους. Η πόλη είχε φτάσει σε μεγάλη ακμή και έφτασε κάποια στιγμή αμφισβήτησε την πρωτοκαθεδρία της Λάρισας.
Νοτιoανατολικά βρισκόταν η πόλη Σκοτούσσα, που έφτασε σε μεγάλη ακμή κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και είχε δικό της νομισματοκοπείο.
Το ιππικό της θεωρούνταν από τα καλύτερα της περιοχής . Το 368 την κατέλαβε ο Αλέξανδρος των Φερών και αργότερα ο Φίλιππος ο Β΄. Από το 2ο αιώνα π.Χ. η πόλη έπεσε σε παρακμή. Σπουδαιότερη πόλη και κύρια αντίπαλος της Λάρισας ήταν οι Φερές (σημ Βελεστίνο)που κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. έφτασε στο απόγειο της ακμής της υπό την ηγεσία διαφόρων τυράννων, με πιο σημαντικό τον Ιάσονα των Φερών ο οποίος προσπάθησε να ενώσει όλους τους Έλληνες κάτω από το σκήπτρο του με σκοπό την οργάνωση εκστρατείας στην Περσία.
Επίνειο των Φερών ήταν η πόλη Παγασαί, 5-6 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Ιωλκού. Μικρότερες πόλεις της Πελασγιώτιδας ήταν το ομηρικό Αρμένιον ή Ορμένιον, το Φάκιο στα σύνορα με τη Θεσσαλιώτιδα και ο Άτραξ ανάμεσα στα χωριά Κάστρο και Πηνειάδα, που οφείλει το όνομά του στον Άτραγα το γιο του Πηνειού και της Βούρης. Είχε εκδώσει νομίσματα τον 4ο αιώνα π.Χ.. Μερικοί ιστορικοί τοποθετούν τον Άτραγα στην Περραιβία.

Η Αχαΐα Φθιώτις
Οι κάτοικοι της περιοχής ήταν οι Αχαιοί που αναφέρονται στην Ιλιάδα στον κατάλογο των πλοίων ως άνδρες του Αχιλλέα, μαζί με τους Μυρμιδόνες και τους Έλληνες. Η αρχική έκταση της Φθιώτιδας ήταν πολύ μεγαλύτερη, από την περιοχή βόρεια της Φαρσάλου και την Ιωλκό μέχρι την Ηράκλεια Τραχίνα (Μαλιακός) κι από τις πηγές του Σπερχειού μέχρι τον Παγασητικό κόλπο. Η έκτασή της συρρικνώθηκε με την άφιξη των εισβολέων Θεσσαλών που κατέκτησαν την Τετράδα Φθιώτιδα (πεδιάδα των Φαρσάλων), μετονόμασαν την πρωτεύουσά της από Φθία σε Φάρσαλο και κατέστησαν υποτελή την ορεινή Αχαΐα Φθιώτιδα.
Αργότερα έχασαν από τους Μαλιείς τις νοτιότερες περιοχές του κράτους τους (πηγές του Σπερχειού Εχίνος, κ.α.). οι κυριότερες πόλεις της ορεινής Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν οι πιο κάτω: Στα ΒΔ ήταν κτισμένη η Εκκάρα, πολύ κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό, όπου σώζονται τμήματα οχύρωσης. Ανατολικότερα της Εκκάρας βρίσκονταν οι Θαυμακοί (το σημερινό όνομα της κωμόπολης Δομοκός, φαίνεται ότι προήλθε από παραφθορά του αρχαίου). Η ακρόπολή της, κτισμένη σε υψόμετρο 616 μ., ήταν από τις πιο οχυρές θέσεις της Αχαΐας. Η πόλη έφτασε σε ακμή μετά το 230 π.Χ., έτος κατάληψής της από την Αιτωλική Συμπολιτεία. Άλλη πόλη ήταν η Πρόερνα, κτισμένη σε ένα ύψωμα κοντά στα Βρυσιά των Φαρσάλων. Η πόλη ερημώθηκε μετά την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους το 191 π.Χ. Σημαντική πόλη ήταν η Μελίτεια, κτισμένη σε υψόμετρο 680 μ. Κοντά στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, δίπλα στο σημερινό χωριό Μελιταία. Μερικοί ιστορικοί, ανάμεσά τους και ο Στέλιν, πιστεύουν ότι το αρχικό της όνομα ήταν Πύρρα και η παλιά θέση της ήταν χαμηλότερα στην πεδιάδα. Μάλιστα οι Μελιταιείς πίστευαν ότι τα ερείπια ανήκαν στη μυθική πόλη Ελλάς. Τον 5ο αιώνα π.Χ. η Μελίτεια ήταν σε νομισματική ένωση με τις Φερές μέχρι και τα χρόνια των τυράννων των Φερών (τέλος 4ου αι. π.Χ.). Τα περισσότερα νομίσματα της πόλης εικονίζαν ένα στάχυ. Το 265 π.Χ. μετείχε στην Αιτωλική Συμπολιτεία και αργότερα στο τελευταίο Κοινό των Θεσσαλών. Πολύ ισχυρή πόλη και αντίπαλος της Μελίτειας ήταν το Πεύμα. Ήταν κτισμένη στην κορυφή του βουνού (617 μ.) που βρίσκεται δίπλα στην Καλλιθέα των Φαρσάλων και τα ερείπιά της είναι τα καλύτερα διατηρημένα της περιοχής. Στην περιοχή σήμερα (2007) εκτελούνται ανασκαφικές εργασίες από ομάδα φοιτητών και καθηγητών της Αρχαιολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αλμπέρτα του Καναδά υπό την επίβλεψη του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου των Αθηνών.
Περιμένουμε, λοιπόν, την περάτωση του έργου τους και τη δημοσίευση σχετικά με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της ομάδας. Η πόλη συμμετείχε στο Κοινό των πόλεων της Αχαΐας κι αυτό το συμπεραίνουμε από το «ΑΧ» που είναι χαραγμένο στα νομίσματά της. Εποχή άνθισης της πόλης ήταν η περίοδος 3ου- 1ου αιώνα π.Χ.. Το όνομά της δεν έχει ετυμολογηθεί ακόμη. (Προσωπικά πιστεύουμε ότι ίσως προέρχεται από το ρήμα «πεύθομαι» = πληροφορούμαι και τα παράγωγα ουσιαστικά «πεύσις» = ερώτηση ή πληροφορία και «πευθώ» = είδηση. Αν η πιθανότητα αυτή επαληθευθεί, από τους ειδικούς, τότε ίσως το Πεύμα να αποδειχθεί κάτι σαν κέντρο μαντείας ή και μαγείας, κάτι που ευνοεί και η θέση του). Άλλες μικρότερες ημιορεινές πόλεις της Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν η Πήρεια λίγο ανατολικότερα των Θαυμακών, η Φυλλιαδών κάπου στα σύνορα των σημ. επαρχιών Δομοκού και Αλμυρού και η Ομβριακή με τις Ξυνίες δίπλα στην αποξηραμένη σήμερα λίμνη Ξυνιάδα. Πόλεις που βρίσκονταν στην ανατολική Αχαΐα Φθιώτιδα (στο Ν. Μαγνησίας σήμερα) ήταν οι Φθιώτιδες Θήβες και η γειτονική Πύρασσος (Ν. Αγχίαλος) το Δίον, ο Φθιωτικός Ορχομενός, η Δημητριάς (στα Ελληνιστικά χρόνια) η ορεινή Φυλάκη, πατρίδα του μυθικού Πρωτεσίλαου (δες α΄ τόμο), η Ιτών(ος) όπου λατρευόταν η Ιτωνία Αθηνά, η Άλως (ή Άλος) και οι πόλεις του νότου Πτελεός, Αντρών (Φανός Μαγνησίας σήμερα), Λάρισα Κρεμαστή και Αλώπη.
Οι τέσσερις τελευταίες υποστηριζόμενες από μακεδονική φρουρά αντιστάθηκαν πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες θεσσαλικές πόλεις στη ρωμαϊκή εισβολή και έπεσαν τελικά το 171 π.Χ.. Τέλος αξίζει να αναφερθούμε λίγο περισσότερο στην Ερέτρια και το Θετίδιο ως Αχαϊκές πόλεις που βρίσκονται εντός των ορίων του νομού της Λάρισας. Η πόλη Ερέτρια αναφέρεται από τον Πολύβιο (ΙΗ΄ 20, 5) ως πόλη της Αχαΐας Φθιώτιδας ενώ το Θετίδιο ανήκε στην Τετράδα Φθιώτιδα. Τα ερείπια της Ερέτριας βρίσκονται κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό και σε κατηφορική πλαγιά κοντά στις όχθες του Ενιπέα προς τον Παλιόμυλο. Τα τείχη της είχαν πάχος 2,5-3 μ. και σε κάποια μέρη σώζονται μέχρι του ύψους των 2 μέτρων. Η ακρόπολη ήταν νότια, στο πιο απρόσιτο μέρος της περιοχής. Εκεί βρέθηκε μια επιγραφή της Αρχαϊκής Εποχής (700-500 π.Χ.) που επιβεβαιώνει τη λατρεία του Απόλλωνα, στην οποία αναφέρθηκε και ο Στράβων (θ,΄47). Η θέση Τσαγγλί Μαγούλα της προϊστορικής εποχής για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως είναι σε άλλη θέση αρκετά πιο μακριά προς το Βορρά. Η θέση του Θετίδιου πιθανολογείται στις ΝΔ υπώρειες του Χαλκωδόνιου όρους (Καραντάου) πολύ κοντά στην αρχαία Σκοτούσσα. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της θεάς Θέτιδας, μητέρας του Αχιλλέα (α΄ τόμος). Τέλος μικρότεροι οικισμοί στην επαρχία των Φαρσάλων, που αναφέρονται και από τον Ξενοφώντα στα Ελληνικά του ήταν ο Πρας και το Ναρθάκιον, στις πλαγιές του ομώνυμου όρους. Γνωστή στην ιστορία είναι και η θέση Κυνός Κεφαλαί. Έτσι ονομάζονταν δυο απόκρημνοι βράχοι του Χαλκωδόνιου όρους, βορείως της Σκοτούσσας και του Θετίδιου. Η ονομασία αυτή οφείλεται στο σχήμα των βράχων. Σ’ αυτή τη θέση ο στρατός του Θηβαίου Πελοπίδα νίκησε τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου των Φερών (364 π.Χ.) και αργότερα ο Ρωμαίος ύπατος Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος νίκησε τον προτελευταίο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε, πατέρα του Περσέα, και κυριάρχησε οριστικά στη Θεσσαλία.

Η Μαγνησία
Η Μαγνησία της Αρχαιότητας περιελάμβανε όλη την ανατολική παράκτια ζώνη του Αιγαίου από τις εκβολές του Πηνειού ως το σημερινό Τρίκερι. Δυτικά όρια αυτής της ζώνης ήταν η νοητή γραμμή που σχηματίζεται από τη λίμνη Νεσσωνίδα, τη λίμνη Βοιβηίδα, τους λόφους του Σέσκλου (Πιλάφ τεπέ) και τον Παγασητικό, λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από την Ιωλκό. Κυριότερες πόλεις του Νότου ήταν οι εξής: προς την πλευρά του Αιγαίου η Ολιζών, οι Αφέται, που ονομάστηκαν έτσι διότι πιστεύεται ότι από εκεί ξεκίνησαν οι Αργοναύτες την εκστρατεία τους, η Θαυμακία και προς τον Παγασητικό η Κορόπη, οι Κορακαί, η Μεθώνη, το Ορμίνιο, η Ιωλκός, που ήταν η κυρίαρχη πόλη της Μαγνησίας. Μερικοί εντάσσουν στις μαγνησιακές πόλεις και την μακεδονική Δημητριάδα. Το βορειότερο όρος της αρχαίας Μαγνησίας ήταν η Όσσα {(= παρατηρητήριο) που προέρχεται από το ρήμα «όσσομαι» = βλέπω, προβλέπω, προφητεύω} που οι πρόποδές του ξεκινούν από το Αιγαίο και τα Τέμπη και καταλήγουν εσωτερικά στις όχθες των δυο λιμνών της θεσσαλικής πεδιάδας. Γύρω από την Όσσα ήταν κτισμένες οι πόλεις : Ομόλιον (βόρεια), Ευρυμεναί, Μύραι, Ριζούς και Μελίβοια στην ανατολική πλαγιά και η Άμυρος , στις όχθες του Άμυρου ποταμού, δυτικά. Το Ομόλιον ήταν κτισμένο στους βόρειους πρόποδες της Όσσας χωρίς να είναι πολύ κοντά στη θάλασσα.
Κοντινότερες εξωμαγνησιακές πόλεις σ’ αυτήν ήταν οι Γόννοι της Περραιβίας και το Ηράκλειον (Πλαταμώνας) με τη Φίλα της Μακεδονίας. Η ακρόπολη της πόλης ήταν κτισμένη αρκετά ψηλά (233 μ.) και κοντά στον Ι. Ναό (εξωκλήσι) του Προφ. Ηλία του σημερινού χωριού Ομόλιο. Εκεί βρέθηκαν τα θεμέλια ενός ναού και θραύσματα μελανόμορφων αγγείων του 5ου και 4ου αιώνων π.Χ. καθώς και η βάση του ποδιού ενός τεράστιου αγάλματος (5 μ.) που πιθανολογείται ότι παρίστανε το Δία. Από την ακρόπολη, έως τα ριζά του βουνού, πολύ κοντά στο σημερινό χωριό, κατέβαινε ζεύγος τειχών στις άκρες των δύο ρεμάτων της περιοχής.
Το Ομόλιον ήταν σημαντική Μαγνησιακή πόλη, η σπουδαιότερη εκτός του Παγασητικού, η οποία μάλιστα έστειλε στην Αμφικτυονία των Δελφών πέντε φορές αντιπροσώπους (Ιερομνήμονες) από τους δύο συνολικά που έστελναν οι Μάγνητες. Το Ομόλιον έκοβε νομίσματα μέχρι και τον 3ο π.Χ. αιώνα.
Όταν το 167 π.Χ. διαλύθηκε η συμμαχία Μακεδόνων-Μαγνητών το Ομόλιον προσκολλήθηκε στη Θεσσαλία (Στέλιν) με την οποία είχε ανετότερη συγκοινωνία. Από την Ομόλη έχουμε πολλά ευρήματα, μερικά από τα οποία εικονίζονται στην παρούσα εργασία.
Η άλλη γνωστή πόλη της περιοχής ήταν οι Ευρυμεναί, που σύμφωνα με το Στράβωνα βρισκόταν κοντά στο Ομόλιο και κατά τον Απολλώνιο το Ρόδιο ήταν κτισμένη κοντά στη θάλασσα και έκοβε δικό της νόμισμα. Οι περισσότεροι ερευνητές πιστεύουν ότι η θέση της πόλης ήταν στο Κόκκινο Νερό. Επόμενη πόλη ήταν η Ριζούς. Αυτή βρισκόταν πιθανότατα στην παράλια ζώνη κάπου μεταξύ της Παλιουριάς και της Κουτσουπιάς. Σπουδαιότατη πόλη ήταν η Μελίβοια, η πατρίδα του μυθικού ήρωα της τρωικής εκστρατείας Φιλοκτήτη. Έκοβε δικό της νόμισμα και ήταν αντίπαλος πόλη με τις Φερές την εποχή του τυράννου Αλεξάνδρου. Η κατοίκηση της πόλης σταματά το 186 π.Χ., έτος καταστροφής της από τους Ρωμαίους. Η πόλη έχει μείνει γνωστή στην ιστορία για την παραγωγή της πορφύρας και η ακριβής θέση της ήταν κάπου μεταξύ του Πολυδενδρίου και του Αγιόκαμπου. Κατά τη Βυζαντινή Εποχή (ίσως) οι κάτοικοι της Μελίβοιας ίδρυσαν τη Σκήτη, που είχε πιθανώς αρχικά την ονομασία Κενταυρόπολη. Νοτιότερα αυτών των πόλεων και κοντά στο σημερινό σύνορο των νομών Μαγνησίας και Λάρισας βρίσκονταν κατά σειρά η πόλη Κασθαναία, και τα πολίσματα Ιπνοί, Σηπιάς στα ομώνυμα ακρωτήρια αντιστοίχως.
Ως ερείπια της Κασθαναίας (τόπος με καστανιές), πιθανολογούνται τα ευρήματα στα ΒΑ του Κεραμιδίου σε βραχώδη περιοχή δίπλα στη θάλασσα. Ο Λυκόφρων (907) την αποκαλεί «απροίκιστη», χωρίς λιμάνι και καλλιεργήσιμη γη. Οι Ιπνοί βρίσκονταν στην παραλία του Βένετου, λίγο νοτιότερα της Κασθαναίας ενώ η ακτή της Σηπιάδας πρέπει να ήταν αυτή κάτω από το Πουρί του Πηλίου. Εκεί ήταν η Σηπιάς, όπου καταστράφηκε ένας μεγάλος αριθμός πλοίων του Ξέρξη, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε στην επικράτεια της Δημητριάδας. Η περιοχή της Μαγνησίας είχε πολλά σπήλαια, πολύ γνωστά μάλιστα απ’ αυτά ήταν αυτό της Πλάκας στην Όσσα, κοντά στο χωριό Σπηλιά σε υψόμετρο 1100 μ. Το σπήλαιο αυτό, στολισμένο με σταλακτίτες, ήταν αφιερωμένο στις Νύμφες. Εκεί βρέθηκαν μαρμάρινες στήλες και πήλινα αφιερώματα. Στο Πήλιο βρέθηκε το Χειρώνιον άντρον (σπηλιά του Κενταύρου Χείρωνα), όπου, κατά τη μυθολογία, κατοικούσε ο Κένταυρος Χείρων (Χείρων< χειρ= χέρι, αυτός με το θαυματουργό χέρι)

Η Τετράδα Φθιώτις
Αυτή ήταν, από τους κλασικούς χρόνους, τμήμα της κυρίως Θεσσαλίας σε αντίθεση με την Αχαΐα Φθιώτιδα που θεωρούνταν εξωθεσσαλική , περίοικη δηλαδή, κατακτημένη χώρα (υποσημ. Ηρόδοτος Ζ΄132, 196, 198). Πρωτεύουσα της Τετράδος ήταν η Φάρσαλος, το τοπωνύμιο της οποίας προέρχεται από τη λέξη «φάρσος» που σημαίνει αποκομμένο τμήμα πόλης. Προκάτοχη πόλη της Φαρσάλου ήταν η Φθία, πρωτεύουσα των μυθικών Μυρμιδόνων (δες α΄ τόμο) και η οποία ήταν σίγουρα προθεσσαλική. Ήρωες των Φαρσαλίων ήταν ο Αχιλλέας κι ο Πάτροκλος, ενώ λατρεύονταν μεταξύ άλλων ο Δίας Σωτήρ, ο Ερμής, η Αφροδίτη Πειθώ, η Θέτις, ο Παν και ο Χείρων. Η Φθία ήταν κτισμένη στο λόφο κοντά στις πηγές του παραποτάμου του Πηνειού Απιδανού, ενώ η μετέπειτα Φάρσαλος, χαμηλότερα προς τους πρόποδες του λόφου. Στο τέλος της Αρχαιότητας ονομαζόταν Φάρσαλον και αργότερα Φάρσαλα.
Δύναμη της πόλης ήταν η κυριαρχία της στις ορεινές περιοχές της Αχαΐας (υποσημ. Ξενοφών «Ελληνικά» και Θουκυδίδης δ΄ 78,1). Η Φάρσαλος, τουλάχιστον την Αρχαϊκή και την Κλασική Εποχή, βρισκόταν σε ανταγωνισμό με τη Λάρισα. Ο γνωστότερος αριστοκρατικός οίκος ήταν αυτός των Εχεκρατιδών (Αντιοχιδών) που αντικαθιστούσε συχνά στην «ταγεία» της Θεσσαλίας τον αντίστοιχο οίκο των Αλευάδων της Λάρισας. Οι Εχεκρατίδες διατήρησαν τα σκήπτρα της πόλης μέχρι το 475 π.Χ. (μετά τους περσικούς πολέμους) για να αναλάβουν έπειτα την εξουσία οι ολιγαρχικοί της πόλης , οι περισσότεροι εκ των οποίων στηρίζονταν στη Σπάρτη (Στρόφακος, Πάναιρος, Πολυδάμας). Γνωστός ταγός της Φαρσάλου στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα , στα χρόνια της Λαρισινής κηδεμονίας ολόκληρης της Θεσσαλίας , ήταν ο Δάοχος, ο γιος του Ολυμπιονίκη Αγία. Όταν αργότερα συγκρούστηκαν για την ηγεμονία η Λάρισα και Φερές, η Φάρσαλος πήρε θέση υπέρ των δευτέρων. Ο Ξενοφών (υποσημ.Ελληνικά στ΄ 1,17) μας λέει ότι μετά το 395 π.Χ. η Φάρσαλος εξαναγκάστηκε να υποταχθεί στις Φερές παραχωρώντας στον Φεραίο ταγό τη νομή της εξουσίας στην Αχαΐα Φθιώτιδα.
Όταν στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ η Φάρσαλος συμμάχησε με τους Μακεδόνες, της επεστράφη η κατοχή του λιμανιού της Άλου και επειδή οι Φαρσάλιοι Δάοχος και Θρασύδαιος βοήθησαν τον Μακεδόνα βασιλιά στην καθυπόταξη της Θεσσαλίας, ορίστηκε η Φάρσαλος στο διάστημα 346-323 να αναλάβει τα ηνία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ολόκληρης της Θεσσαλίας. Πολύ αργότερα, το 196 π.Χ., η Φάρσαλος δεν ανήκε στο θεσσαλικό Κοινό , επειδή της δόθηκε το προνόμιο της ελεύθερης πόλης. Πάρα πολλά οικοδομικά μέλη της αρχαίας Φαρσάλου χρησιμοποιήθηκαν από τους Τούρκους κατακτητές για την κατασκευή διάφορων δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων (υποσημ. Stahlin: «Η Τετράδα Φθιώτιδα» Θεσσαλικό Ημερολόγιο Τ. 6ος – 15ος ), όπως το «σουνέτι» (κτίριο περιτομών) ή το τουρκικό νεκροταφείο. Πάντως μέχρι και σήμερα είναι ορατά τμήματα του τείχους νότια της σημερινής πόλης.
Πολλά ευρήματα της αρχαίας Φαρσάλου κοσμούν μουσεία της Ελλάδας, αλλά και του εξωτερικού. Στην ίδια την πόλη ο επισκέπτης μπορεί να δει υπολείμματα ενός μυκηναϊκού θολωτού τάφου, μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα με επιγραφή για κάποιους ακτήμονες που απέκτησαν γη (400 π.Χ.) που αποτελεί σήμερα την αγία τράπεζα στον Ι. Ναό των Εισοδίων στο Ρίζι των Φαρσάλων καθώς και την Αρχαιολογική Συλλογή των Φαρσάλων στο 1ο Δ. Σχολείο της πόλης. Και κάπου εδώ θα πρέπει να αναρωτηθούμε: Μήπως ήρθε η ώρα για Μουσείο στα Φάρσαλα;
Πολύ σημαντικό εύρημα είναι το λεγόμενο ανάγλυφο της Φαρσάλου (470 π.Χ.) το οποίο παριστάνει δύο γυναίκες και θεωρείται αριστούργημα λεπτότητας και χάρης αλλά είναι πολύ…δύσκολο να το θαυμάσουμε διότι βρίσκεται στις προθήκες του Μουσείου του Λούβρου, όπου το μετέφερε, προφανώς για να το….προφυλάξει ο Γάλλος περιηγητής L. Heuzey. Σημαντικό είναι επίσης και το αναθηματικό συγκρότημα από εννιά μαρμάρινους ανδριάντες που πρόσφερε το 340 π.Χ. ο Δάοχος προς τιμήν των προγόνων του στους Δελφούς (Μουσείο Δελφών). Στην επικράτεια της Φαρσάλου ανήκε το Θετίδιο (ή Θετίδειον) και η Σκοτούσσα.
Σύμφωνα με το Στράβωνα το Θετίδιον πρέπει να βρισκόταν στην κοιλάδα του Ενιπέα πολύ πριν την Ερέτρια και κοντά στην Παλαιοφάρσαλο, κοντά στο χωριό Κάτω Δασόλοφο (Στράβων θ΄431).
Εκεί κοντά είχε στρατοπεδεύσει ο Ρωμαίος στρατηγός Χοστίλιους το 170 π.Χ. (Λίβιος 44, 1,5), ενώ η πεδιάδα βορείως των Φαρσάλων και πριν από την κοίτη του Ενιπέα ήταν το επίκεντρο της σύγκρουσης των στρατών του Ιουλίου Καίσαρα και του Πομπήιου, το 48 π.Χ.. Πιο πιθανό φαίνεται ότι το Θετίδιο και η Σκοτούσσα ήταν κοντά στα σημερινά ομώνυμα χωριά. Τα ερείπια κοντά στο χωριό Πολυνέρι , στο λόφο Χτούρι, ανήκουν σε πόλη της Μυκηναϊκής περιόδου. Ίσως στη μυθική πόλη Ελλάς. Άλλοι ιστορικοί (Wace – Allen) τοποθετούν την πόλη Ελλάς κοντά στην πηγή της Υπέρειας.

Η Εστιαιώτιδα
{Η Εστιαιώτιδα, η Θεσσαλιώτιδα, η Δολοπία είναι έξω από το κεντρικό μας θέμα που είναι κυρίως η περιοχή της Λάρισας, αλλά πρέπει να αναφερθούμε , έστω περιληπτικά, και σ’ αυτές για να έχουμε μια πληρέστερη, το κατά δύναμη, συνολική εικόνα της αρχαίας Θεσσαλίας}.
Η Εστιαιώτις ή Ιστιαιώτις μαζί με τη Δολοπία, ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους «Άνω Θεσσαλία» (Στράβων θ΄437), επειδή βρισκόταν κοντά στην οροσειρά της Πίνδου. Τα όριά της ήταν στα βόρεια η κοιλάδα του ποταμού Ίωνα (Μουργκάνης) και τα Καμβούνια, νότια ο ποταμός Πάμισος, δυτικά η κορυφογραμμή της Πίνδου , ενώ ανατολικά με την επικράτεια των πόλεων Περραιβίας, δηλαδή η έκταση της Εστιαιώτιδας κάλυπτε περίπου το σημερινό νομό των Τρικάλων. Οι βορειότερες πόλεις της Εστιαιώτιδας ήταν η Οξύνεια και σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς η Μονδαία. Πάντως άλλοι την εντάσσουν στην Περραιβία.
Στην πεδιάδα ήταν κτισμένη η Φαΰτός (Ζάρκο), η Φαρκαδών, το Πελιναίον και η πρωτεύουσα Τρίκκη που διαρέεται από τον παραπόταμο του Πηνειού Ληθαίο.
Κοντά στην Καλαμπάκα ήταν το Αιγίνιο. Βορειότερα του Αιγινίου κατοικούσαν διάφορα συγγενή με τους Θεσσαλούς φύλα, όπως οι Τυμφαίοι (όρος Τύμφη) και οι Αίθικες. Στις βουνοπλαγιές του Κόζιακα (Κερκέτιο όρος) πρέπει να ήταν οι πόλεις Φαλώρεια και Πιάλεια. Σπουδαία πόλη της Εστιαιώτιδας ήταν οι Γόμφοι που κυριαρχούσαν στα δυο περάσματα της περιοχής, δηλαδή τις κοιλάδες του Πορταΐκού ποταμού και του Πάμισου. Μικρότερες πόλεις ήταν το Αθήναιον και το Πότναιον και στην πεδιάδα η Φήκη και η Σιλάνα. Στη νότια Εστιαιώτιδα βρισκόταν η Μητρόπολη (Ονθύριο) και η Ιθώμη που σήμερα περιλαμβάνονται εντός των ορίων του νομού της Καρδίτσας.

Η Θεσσαλιώτιδα
Η ονομασία της οφείλεται στην άφιξη των νέων κατακτητών (Θεσσαλών) που κυριάρχησαν στην περιοχή. Σπουδαιότατη πόλη-κέντρο της περιοχής, κτισμένη σε απομονωμένο λόφο, σαν νησίδα μέσα στον κάμπο, ήταν το Κιέριον που αντικατέστησε την προθεσσαλική Άρνη. Άλλες μικρότερες πόλεις ήταν η Καλλίθηρα, το Θετώνιο, το Τεύμα και δίπλα στην Πελασγιώτιδα το Φάκιο, το Λιμναίον , ο (η) Φύλλος, όπου υπήρχε το ιερό του Φυλλίου Απόλλωνα, το Αστέριον και η Πειρασία. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση της πόλης Ίχνες, όπου, σύμφωνα με το Στράβωνα (Θ 435) λατρευόταν η Ιχναία Θέμις. Νοτιοδυτικά της Θεσσαλιώτιδας κατοικούσαν οι Δόλοπες που θεωρούνταν αρχαίο ελληνικό έθνος. Στα Μυκηναϊκά χρόνια φαίνεται πως ηττήθηκαν από τους Αχαιούς της Φθιώτιδας και ένα μεγάλο τμήμα του λαού τους αποχώρησε κι εγκαταστάθηκε στη Σκύρο, όπου πολύ αργότερα εξοντώθηκαν από τους αρχαίους Αθηναίους. Τα υπόλοιπα πολίσματα των Δολόπων ήταν υποταγμένα στην Θεσσαλιώτιδα, μέχρι το 198 π.Χ. που έπεσαν στα χέρια της Αιτωλικής Συμπολιτείας, το 174 π.Χ. στον Περσέα της Μακεδονίας και το 167 π.Χ. υποτάχθηκε ως «ελεύθερη» χώρα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Γνωστές πόλεις της Δολοπίας ήταν οι Κτιμένες (ή Κτιμένη), η Μενελαΐς και οι Αγγείαι. Σπουδαίο ήταν το ιερό της Ομφάλης (τοπική λατρεία) ΝΔ της σημερινής Λουτροπηγής Σμοκόβου. Τέλος οι πόλεις Αργιθέα (Αργεθία) και Πότναιο ανήκαν στην επικράτεια της Αθαμανίας.

Η πόλη Λάρισας
Η λέξη Λάρισσα είναι προελληνική και σημαίνει ακρόπολη. (Για την προέλευση του ονόματος και άλλα μυθικά στοιχεία δες τον α΄ τόμο).
Η κατοίκηση στην πόλη (λόφος Α. Αχιλλίου) είναι συνεχής από τη Χαλκοκρατία μέχρι σήμερα. Εκεί που είναι η Κεντρική πλατεία ήταν η Αγορά της αρχαίας πόλης, με ναούς, δημόσια κτίρια και κατοικίες των αρχόντων. Στην Αγορά σύχναζαν μόνο ελεύθεροι πολίτες , δηλαδή η εύπορη άρχουσα τάξη. Ο υπόλοιπος λαός και οι Πενέστες σύχναζαν στην εμπορική αγορά. Στην πλατεία Ταχυδρομείου πρέπει να βρίσκονταν ο ναός του Κερδώου Απόλλωνα. Το πολίτευμα της Λάρισας ήταν ολιγαρχικό μέχρι το 400 π.Χ. περίπου. Στην εποχή της Ρωμαιοκρατίας καθίσταται έδρα του Κοινού των Θεσσαλών με ανώτερο άρχοντα το Στρατηγό που αντικαθιστά τον τίτλο του Ταγού. Το 140 π.Χ. μάλιστα η Λάρισα αναγορεύτηκε σε πόλη Augusta από τον Οκταβιανό Αύγουστο, ως δείγμα μεγάλης εύνοιας των Ρωμαίων προς την πόλη. Από αυτή την περίοδο έχουμε πολλά ευρήματα, όπως τμήματα δρόμων, βαλανεία (δημόσια λουτρά), κατοικίες, ψηφιδωτά στο κέντρο της πόλης αλλά και σε περίχωρα (Καλό Νερό, Νερόμυλοι κ.α.)
Το σημαντικότερο όμως εύρημα είναι το Αρχαίο Θέατρο της πόλης (Α΄), στα ριζά του λόφου του Φρουρίου, στο οποίο οι εργασίες και οι απαλλοτριώσεις των πέριξ οικοπέδων συνεχίζονται ως σήμερα. Αυτό κατασκευάστηκε στα Ελληνιστικά χρόνια και όταν με τη ρωμαϊκή κατάκτηση, έπαψε να χρησιμοποιείται για θεατρικές παραστάσεις, κατασκευάστηκε το Θέατρο Β΄(1ος π.Χ. αι.) ανάμεσα στο Εργατικό Κέντρο και στο παλαιό κτίριο της Περιφέρειας (δες λεπτομέρειες στο κεφάλαιο «Αρχαίο Θέατρο Λάρισας» που ακολουθεί). Στην πόλη λατρευόταν, σύμφωνα με επιγραφές που έχουν σωθεί, εκτός του Κερδώου Απόλλωνα, η Πολιάς Αθηνά και ο Ελευθέριος Δίας, χωρίς όμως να έχουμε ευρήματα τέτοιων ναών. Άλλοι μικρότερης σημασίας ναοί ήταν της Δήμητρας, της Αφροδίτης Ανοσίας (όπου σύμφωνα με την παράδοση κάποιες Λαρισαίες σκότωσαν με λιθοβολισμό την εταίρα Λαΐδα, ίσως επειδή ζήλεψαν τα κάλλη της). Μικρότερα ιερά της Λάρισας ήταν αυτά του Βάκχου, της Εκάτης (Εννοδίας), του Ηρακλή και της Άρτεμης. Τέλος κατά το 2ο αιώνα π.Χ. , επηρεαζόμενοι από το θρησκευτικό συγκρητισμό της εποχής, οι Λαρισαίοι ανήγειραν ιερά προς τιμήν του Σέραπη, του Άνουβη και της Ίσιδας. Ακόμα, σύμφωνα πάντα με τις διασωθείσες επιγραφές, η Λάρισα είχε ένα Ωδείο και δύο Γυμνάσια.
Πολλές πληροφορίες για τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, μπορεί να λάβει κάθε ενδιαφερόμενος από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λάρισας στο κτίριο του παλιού τζαμιού και προσεχώς, ευχόμαστε σύντομα, στο νέο κτίριο του Διαχρονικού Μουσείου στο λόφο του Μεζούρλου.
Αξίζει να αναφερθεί ότι τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Λάρισσας έζησε ο φημισμένος γλύπτης Τηλεφάνης από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με τοπική παράδοση, στο εργαστήριό του στη Λάρισα κατασκεύασε το γλυπτό που παρίστανε τη Νύμφη Λάρισα, καθώς και ένα του Απόλλωνα.

Η Φίλα, μια μακεδονική πόλη στη Θεσσαλία
Η πόλη Φίλα ιδρύθηκε πολύ αργότερα από τις υπόλοιπες θεσσαλικές πόλεις από το Μακεδόνα βασιλιά Δημήτριο Β΄ τον Αιτωλικό, λίγο μετά το 240 π.Χ. Ο σκοπός της ίδρυσης της πόλης ήταν ο έλεγχος των στενών των Τεμπών κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων Μακεδόνων και Αιτωλών. Έτσι, προφανώς, η πόλη είχε φρουριακή οχύρωση. Ονομάστηκε Φίλα προς τιμήν της γιαγιάς του Δημητρίου Φίλας που ήταν κόρη του Αντιπάτρου και σύζυγος του Δημητρίου Α΄ του πολιορκητή. Αναφορά στην πόλη Φίλα κάνει ο γεωγράφος Στέφανος Βυζάντιος (6ος αι. μ.Χ.) και πολύ αργότερα ο γνωστός μας από τις έρευνες στα Φάρσαλα Heurzey, Γάλλος περιηγητής που βρήκε νομίσματα με την παράσταση της θεάς Νίκης με τη λέξη ΦΙΛΑ και στην πίσω όψη με το γνωστό μακεδονικό έμβλημα, το ρόπαλο του Ηρακλή. Για τη θέση της πόλης ο Τίτος Λίβιος μας λέει ότι αυτή απείχε 7 χιλιόμετρα δυτικά του Ηρακλείου (Πλαταμώνας). Πιθανότερη θέση της πόλης φαίνεται πως είναι η περιοχή Μπουρουβάρια κοντά στα λιγοστά ερείπια του βυζαντινού οικισμού Διαβατό, που είναι ο προκάτοχος οικισμός του σημερινού Πυργετού. Την άποψη αυτή ασπάζονται τόσο ο Heurzey όσο κι ο Desdevise.

Πηγή: Η τεράστια έρευνα του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου Εκπαιδευτικού, H ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΜΟΣ Β΄ «Από τις απαρχές της προϊστορίας στην τετραρχία και τη Ρωμαιοκρατία » (8.000 – 197 π.Χ.), Λάρισα 2007



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com