ΘΡΑΚΗ

ΠΑΝΑΡΧΑΙΟΙ ΘΡΑιΚΕΣ ΑΟΙΔΟΙ-ΡΑΨΩιΔΟΙ-ΜΟΥΣΙΚΟΙ
Οι Θράκες ούτοι αοιδοί, ραψωδοί και μουσικοί αποτελούν ιδιαίτερον γνώρισμα των αρχαίων θρακών και δίδουν όλως εξαιρετικήν και ιδιάζουσαν σημασίαν εις την προϊστορικήν του Ελληνικού βίου περίοδον. Κατά γενικήν ομολογίαν ούτοι υπήρξαν οι πρωτοπόροι και εισηγηταί της ποιήσεως και μουσικής εις τας Ελληνικάς χώρας. Από την ψυχράν του βορρά χωράν, την θράκην, ερρίφθησαν εις την πέραν του Όλυμπου Ελλάδα αι πρώται θρησκευτικαί ακτίνες. Είνε δε αξία ιδιαιτέρας προσοχής η εξαιρετική επιμονή, με την οποίαν οι Έλληνες μυθογράφοι, ποιηταί και ιστορικοί αποδίδουν εις την θράκην τους πρώτους της Ελλάδος αοιδούς, ραψωδούς και μουσικούς. Και αυτός ο Πλάτων εις τον Ίωνα λέγει, ότι από τους ποιητάς άλλοι μεν εξαρτώνται και ενθουσιάζονται από τον Μουσαίον, άλλοι από τον Ορφέα, οι δε περισσότεροι κατέχονται και κρατούνται από τον Όμηρον.
ΟΡΦΕΥΣ
Υπήρξεν ο αρχαιότερος μυθικός αοιδός των θρακών, των οικούντων παρά το Αιγαίον, των Κικόνων κατά πάσαν πιθανότητα. Κέντρα της δράσεως του ήσαν η πεδιάς του Έβρου, η παρά τον Όλυμπον Πιερία Θράκη, ο Παρνασσός και ο Ελικών. Ο Οβίδιος εις τας Μεταμορφώσεις του αποκαλεί τον Ορφέα Ροδόπειον. Ο Ορφεύς ήτο υιός του βασιλέως Οιάγρου ή κατά την μυθολογικήν εκδοχήν υιός του Απόλλωνος και της μούσης Καλλιόπης. Έλαβε δε σύζυγον την Ευρυδίκην.
Ο Ορφεύς, υιός Οιάγρου και Καλλιόπης, κατά τον μυθογράφον Κόνωνα εβασίλευσεν εις τους Μακεδόνας Πίερας, ως και εις την χωράν των Οδρυσών, διότι το γένος των Μακεδόνων και των θρακών εσέβετο πολύ τους σοφούς. Κατά δε τον Βεργίλιον εβασίλευσεν εις το όρος Ίσμαρον και την Ροδόπην, τα οποία ήκουον με έκστασιν την μουσικήν του Ορφέως 1031
Ό Ορφεύς είχε διδάσκαλον τον Λίνον, μετά του οποίου τον συνέχεον οι νεώτεροι. Οι Αλεξανδρινοί προ πάντων συνέχεον τον Λίνον όχι μόνον με τον Ορφέα, αλλά και με τον Μουσαίον. Ο Λίνος πρώτος εξ όλων των Ελλήνων θεωρείται ως ο εφευρέτης των ποιητικών ρυθμών και του μέλους, εθαυμάσθη δε από τους αρχαίους δια την ποιητικήν και την μελωδίαν.
Και είχε μεν πολλούς μαθητάς, αλλ' επιφανέστεροι όλων ήσαν τρεις, ο Ηρακλής, ο Θάμυρις και ο Ορφεύς. Ο Αίνος μετεχειρίσθη τα Πελασγικά γράμματα και συνέταξε τας πράξεις του Διονύσου, κατέλιπε δε αυτάς, καθώς και τας αλλάς μυθοποιίας, εις γραπτά υπομνήματα.
Επίσης και ο Ορφεύς μετεχειρίσθη τα Πελασγικά γράμματα διδαχθείς αυτά από τον διδάσκαλον του Λίνον 1032
Μετεχειρίσθη δε την Δωρικήν διάλεκτον και ο Ορφεύς, όστις ήτο ο πρεσβύτερος των ποιητών.
Άλλ' οι Ιερείς της Αιγύπτου, διακρινόμενοι κατά την αρχαιότητα δια την σοφίαν των, ιστορούσιν εκ των αναγραφομένων εις τα Ιερά βιβλία των ειδήσεων, ότι ο Ορφεύς μετέβη προς αυτούς και εκείθεν μετέφερε τας περισσοτέρας των καλουμένων μυστικών τελετών.
Καθώς επίσης από την Αίγυπτον μετέφερε τας οργιαστικός τελετάς, τας καθιερωθείσας υπό των μεταγενεστέρων δια τας περιπλανήσεις του Ορφέως, ως και την μυθοποιίαν της καθόδου του εις τον Άδην 1033
Ό Ορφεύς κατά την διαμονήν του εις την Αίγυπτον έλαβε μέρος εις την τελετήν και τα Διονυσιακά μυστήρια και μαθών αυτά επέστρεψεν εις την Ελλάδα. Επειδή δε ήτο φίλος των Θηβαίων και ετιμάτο πολύ υπ' αυτών, μετέθεσε την γένεσιν του Διονύσου από την Αίγυπτον εις την πάλιν των Θηβών χαριζόμενος εις αυτούς. Ο δε λαός των Θηβών τούτο μεν από ά'γνοιαν, τούτο δε διότι ήθελεν ο Διόνυσος να θεωρήται Έλλην και να λατρεύεται ως τοιούτος, με μεγάλην προθυμίαν παρεδέχθη τας τελετάς και τα μυστήρια αυτά.
Κατά δε τους μεταγενεστέρους χρόνους, επειδή ο Ορφεύς είχεν αποκτήσει μεγάλην δόξαν και υπόληψιν δια το ζήτημα της μελωδίας, των τελετών και της θεολογίας, εφιλοξενήθη υπό των Θηβαίων και ετιμήθη εξαιρετικώς εις τας Θήβας. Χαριζόμενος δε εις τους Θηβαίους καθιέρωσε νέαν τελετήν, κατά την οποίαν παρέδωκεν εις τους μυουμένους, ότι ο Διόνυσος εγεννήθη εκ του Διός και της Σεμέλης, δια να κολακεύση δηλαδή τους Θηβαίους, διότι η Σεμέλη ήτο Θηβαία. Οι δε άνθρωποι το μεν εξαπατώμενοι από άγνοιαν, το δε δια το αξιόπιστον και την δόξαν του Ορφέως, προ πάντων δε, ως είπομεν προηγουμένως, παραδεχόμενοι με ευχαρίστησιν ότι ο θεός είνε Έλλην και όχι Αιγύπτιος μετεχειρίσθησαν τας τελετάς, τας οποίας εισήγαγεν ο Ορφεύς. Μετά ταύτα δε οι μυθογράφοι και οι ποιηταί παρεδέχθησαν τας τελετάς ταύτας και εγέμισαν τα θέατρα με τας σχετικός υμνολογίας και την περί τον Διόνυσον ποίησιν και εις τους μεταγενεστέρους έμεινε πλέον πίστις ισχυρά και αμετάθετος δια τας τελετάς αυτάς και τα Διονυσιακά μυστήρια, τα οποία εισήγαγεν ο Ορφεύς.
Ταύτα λέγει Διόδωρος ο Σικελιώτης, όστις ανήκει εις την σχολήν του Ιστορικού Ηροδότου, παραδεχόμενου ότι τα ονόματα των περισσοτέρων θεών της Ελλάδος και πλείσται των Ελληνικών τελετών, προ πάντων η Διονυσιακή, εισήχθησαν εις την Ελλάδα από την Αίγυπτον. Πειράται δε ο Διόδωρος με την χαρακτηρίζουσαν αυτόν πολυλογίαν να απόδειξη ταύτα, ως και την σχέσιν των θεών της Αιγύπτου με τους της Ελλάδος.
Κατ' αρχαίαν των θρακών παράδοσιν η ποίησις είχεν επινοηθή από τον Όλεν. Το όνομα τούτο εις την Φοινικικήν γλώσσαν εσήμαινε το παγκόμιον Όν. Ο Απόλλων έχει την αυτήν ρίζαν. Απολεν σημαίνει παγκόσμιος πατήρ. Αρχικώς ελάτρευον εις τους Δελφούς το παγκόσμιον Όν υπό το όνομα του Όλεν. Η λατρεία του Απόλλωνος εισήχθη από ένα νεωτεριστήν ιερέα, υπό την ώθησιν της διδασκαλίας του ηλιακού λόγου, ήτις διέτρεχε τότε τα Ιερά της Ινδικής και της Αιγύπτου. Ο μεταρρυθμιστής αυτός εταύτισε τον παγκόσμιον Πατέρα προς την διπλήν του εκδήλωσιν, το υπερφυσικόν φως και τον ορατόν ήλιον. Άλλ' η μεταρρύθμισις αυτή δεν έβγηκε σχεδόν έξω από τα άδυτα του ιερού. Ο Ορφεύς ήτο εκείνος, που έδωκε μίαν νέαν ώθησιν εις τον ηλιακόν λόγον του Απόλλωνος αναζωογονών και ηλεκτρίζων αυτόν εις τα μυστήρια του Διονύσου 1034
Προς την αρχαίαν ταύτην θρακικήν παράδοσιν φρονώ, ότι συμφωνεί και το αποδιδόμενον εις τον Απόλλωνα επίθετον Ούλιος. Εκαλείτο δε Ούλιος Απόλλων ο εν Δήλω και Λίνδω τιμώμενος Απόλλων με την έννοιαν και σημασίαν θεός της υγείας. Και τούτο εξηγείται ευκόλως, διότι ο Απόλλων ως θεός του ηλίου και του φωτός ήτο απαραιτήτως και της υγείας, αφού είνε πασίγνωστος η ευεργετική επίδρασις του ηλίου επί της ζωής και της υγείας των όντων.
Άλλως τε ο Ορφεύς, ήρως της αρχετύπου λύρας, εσχετίζετο προς τον θείον κιθαρωδόν του Ολύμπου, τον Απόλλωνα.
Εξ Απόλλωνος δε φορμικτάς αοιδάν πατήρ έμολεν, ευαίνητος Ορφεύς, λέγει ο Πίνδαρος. Αλλαχού δε ο ποιητής αποδίδει εις τον ήρωα συνηθές τι επίθετον του θεού, το του χρυσάορος. ο θεός δια τον Ορφέα είνε προσφιλής πατήρ διδάξας αυτόν την μουσικήν τέχνην, θεός, εις ον αποδίδει λατρείαν ευγνωμοσύνης και έρωτος. Η βαθεία αυτή ένωσις του Απόλλωνος και του Ορφέως καταφαίνεται εισέτι εις μίαν παράδοσιν, παρά ληφθείσαν κατά μέρος εκ της τραγωδίας των Βασσαριδών του Αισχύλου. Εις την θράκην, λέγει ο μυθογράφος Ερατοσθένης, ο Ορφεύς δεν ετιμά τον Διόνυσον εσέβετο ως τον μέγιστον των θεών τον Ήλιον, ον απεκάλει Απόλλωνα. Εγειρόμενος εις το μέσον της νυκτός ανερριχάτο τας κλιτύς του Παγγαίου όρους και έφθανεν εις την κορυφήν αυτού προ της ανατολής της ηούς. Εκεί έχων τα βλέμματα εστραμμένα προς την Ανατολήν ανέμενε την εμφάνισιν του λάμποντας θεού, του οποίου ήθελε να χαιρετίση την εμφάνισιν πρώτος. Η εξαιρετική αυτή λατρεία προς τον Απόλλωνα και η περιφρόνησις προς την λατρείαν του Διονύσου ήτο κατά τον Αισχύλον το αίτιον του θανάτου του Ορφέως, φονευθέντος υπο των Βασσαριδών, δηλαδή των θρακικών Βακχών, εκδικούμενων την προς τον θεόν αυτών περιφρόνησιν 1035
Ο Ορφεύς έξεστράτευσε μαζί με τους Αργοναύτας, απεκοίμισε δε με την δύναμιν της λύρας του τον δράκοντα, τον φρουρούντα το χρυσόμαλλον δέρας, και τοιουτοτρόπως οι Αργοναύται έκλεψαν αυτό. Κατά τον πλουν της Αργούς ηγέρθη φοβερά τρικυμία εις το θρακικόν πέλαγος, απειλούσα καταστροφήν. Τότε ο Ορφεύς επεκαλέσθη τους θεους της Σαμοθράκης, η τρικυμία αμέσως κατέπαυσε και η Αργώ εξηκολούθησε τον πλουν της προς τα στενά της Έλλης. Αι περισσότεραι άλλως τε ειδήσεις, μύθοι και παραδόσεις περί της Αργοναυτικής εκστρατείας περιστρέφονται ανά την θράκην.
Όταν δε ηγέρθη η μεγάλη παρά την Σαμοθράκην τρικυμία, οι μετάσχοντες εις την Αργοναυτικήν εκστρατείαν αριστείς ήρχισαν να αποθαρρύνωνται δια την σωτηρίαν των. Επειδή δε ο Ορφεύς ήτο ο μόνος μεμυημένος εις τα μυστήρια της Σαμοθράκη, έκαμε ευχάς εις τους θεούς αυτής και επεκαλέσθη αυτούς υπέρ της σωτηρίας των. Ευθύς δε ο άνεμος υπεχώρησε και δύο άστρα έπεσαν επάνω εις τας κεφάλας των Διοσκούρων. Όλοι οι Άργοναύται έξεπλάγησαν δια το παράδοξον γεγονός, εξέλαβον δε, ότι εσωθήσαν από τους κινδύνους με την πρόνοιαν και την βοήθειαν των θεών της Σαμοθράκης. Η περιπέτεια αυτή έγινε κατά παράδοσιν γνωστή εις τους μεταγενεστέρους, ώστε οι χειμαζόμενοι και ταλαιπωρούμενοι εις τας τρικυμίας να επικαλούνται πάντοτε τους θεούς της Σαμοθράκης, απαράλλακτα δηλαδή όπως οι χριστιανοί επικαλούνται εις την τρικυμίαν τον αγίον Νικόλαον.
Αφού δε η τρικυμία κατέπαυσεν, οι Αργοναύται εξηκολούθησαν τον πλουν και απεβιβάσθησαν εις την υπό του Φινέως βασιλευομένην Σαλμυδησσόν 1036
Αλλά φαίνεται, ότι εις τον Εΰξεινον Πόντον δεν επερίμενε καλλίτερα τύχη τους Αργοναύτας, διότι πριν φθάσουν εις την Κολχίδα περιέπεσαν εις τρικυμίαν εξαιρετικώς επικίνδυνον. Αμα όμως ο Ορφευς έκαμε ευχάς, έπαυσαν οι άνεμοι.
Κατά τον ποιητήν των Αργοναυτικών αρπάσας ο Ορφευς την κιθάραν ήρχισε να παίζη αυτήν συνοδεύων με το άσμα του, ένω οι Αργοναύται εκτυπούσαν με τα κουπιά το λάβρον ύδωρ του φοβερού Πόντου. Φαίνεται δε, ότι πολύ συχνά ενίσχυε την κωπηλασίαν της Αργούς ο φοβερός Κίκων με την Βιστονίαν φόρμιγγα και τα λιγυρά τραγούδια του .
'Ητο λοιπόν γνωστότατη εις τους αρχαίους η δύναμις της λύρας και της θείας αρμονίας του Ορφέως, δια της οποίας κατέπαυε την τρικυμίαν, εκίνει τους λίθους και εξημέρωνε τα άγρια θηρία, τα οποία άφινον τα σπήλαια και ήρχοντο κοντά του.
Ό Θράξ Ορφεύς, λέγει ο Παυσανίας, ήτο δείλος εις το να μαγεύη τα θηρία και να έρχωνται κοντά του, όταν έψαλλε 1037
Υπάρχει δε και το έξης επίγραμμα. Τήρης Παιων . . . Απόλλωνος εταίρον Ορφέα δαιδαλέης θήκεν άγαλμα τέχνης, δς θήρας και δένδρα και ερπετά και πετεηνά φωνή και χειρών κοίμισεν άρμονίη 1038
Εις τοιούτον μάλιστα βαθμόν, ώστε να γίνωνται ζηλωταί της δόξης του η να θαυμάζουν τα έργα του Ορφέως, όστις επανέφερε τους νεκρούς από τον Άδην.
«Ορφεύς παρίτω μετά της κιθάρας και της πάντα ελκούσης ωδής επιβρεμέτω Διί τα μεγάλα και ύπερφυη της θεολογίας ρήματα και νοήμα τα Ζεύ κύδιστε, μέγιστε θεών» 1039
Ό Όρφευς είνε ο αοιδός εκείνος, όστις τελειοποιήσας την κιθαρωδίαν και συνοδεύων την κιθάραν με το θεΐον αμά του εκίνει τους βράχους και τα δένδρα.
«Ο δε Ορφεύς και ο Αμφίων, οιτίνες υπήρξαν οι γοητευτικώτεροι των μουσικών και δια της μουσικής των συνεκίνουν και αυτά τα άψυχα, αν ήκουον το άσμα της γυναικός εκείνης, θα αφίνον τας κιθάρας των και θα εστέκοντο να την ακούσουν. Διότι πώς είμπορουσαν να κρατούν τόσην αρμονίαν και τόσην ακρίβειαν ρυθμού και το πλήκτρον της κιθάρας να κτυπά συγχρόνως με την γλώσσαν και πώς ειμπορούσαν να έχουν την λεπτότητα εκείνην και την ευκινησίαν των δακτύλων ο Θραξ εκείνος και ο άλλος, ο οποίος ήτο βουκόλος εις τον Κιθαιρώνα, και συγχρόνως κατεγίνοντο εις την κιθάραν ; »
Ο Ορφεύς ήτο μεν υιός του Οιάγρου, Θραξ το γένος, κατά δε την παιδείαν και την ποίησιν ανώτερος των μνημονευομένων αοιδών και ποιητών. Διότι και ποίημα συνέταξε θαυμαζόμενον και διαφέρον από τα άλλα δια την μελωδίαν και την εμμέλειαν του. Εις τόσην δε μεγάλην δόξαν έφθασεν, ώστε να νομίζεται ότι με την μελωδίαν του έθελγε τα θηρία και τα δένδρα.Ασχοληθείς δε εις την παιδείαν και μαθών τα μυθολογοιμενα περί της θεολογίας απέβη μέγιστος των Ελλήνων εις τας τελετάς και τας θεολογίας και τας μελωδίας .
Άποθανούσης δε της συζύγου του Ευρυδίκης, την οποίαν εδάγκασεν όφις, κατέβη εις τον Άδην θέλων να την λαβή οπίσω και κατέπεισε τον Πλούτωνα να την στείλη επάνω. Ο Πλούτων υπεσχέθη να εκπλήρωση την επιθυμίαν του, εάν κατά την επιστροφήν δεν γυρίση να την ιδή πρίν η φθάση εις την οικίαν του. Ο Ορφεύς όμως μη πιστεύων ότι η Ευρυδίκη τον ακολουθεί, εστράφη να.την ιδή και η Ευρυδίκη επέστρεψε πάλιν εις τον Άδην 1040
Τοιαύτη δε και τοσαύτη ήτο η γοητεία της γλώσσης και της λύρας του Ορφέως, ώστε με το υπέροχον άσμα του εις τα πολύδενδρα σπήλαια του Ολύμπου, όπου ποτέ εκιθάριζε, συνήθροιζε τα άγρια θηρία και εκίνει τα δένδρα.
Ο Ορφεύς ελέγετο, ότι εκινούσε και δένδρα και πέτρας και θηρία και πτηνά, θα ειμπορούσε δε να είπη ας, ότι, ενω οι άνθρωποι ήσαν θηριώδεις και δεν είχον ήθη ούτε νόμους εγνώριζον, τους έφερεν εις θεογνωσίαν και τους παρεκίνησεν εις την ευσέβειαν, ότι απέκτησε φήμην, επειδή με τους λόγους του εμαλάκωσε τους πετρώδεις και θηριώδεις ανθρώπους 1041
Ο δε Αριστοφάνης αφιερώνει τας εξής εμπνευσμένας γραμμάς δια την μαγικήν γλυκύτητα και την δύναμιν της λύρας του Ορφέως.
Έτσι και οι κύκνοι ψάλλουν με χαράν τιό, τιό τιό τιό τιό τιοτίγξ, όταν όλοι εις μίαν φωνήν ενωμένοι κτυπούν τα πτερά των και υμνούν τον Απόλλωνα καθισμένοι εις την όχθην του Έβρου ποταμού. Το άσμα έρχεται μέσα από τα αιθέρια σύννεφα, τα άγρια θηρία ζαρώνουν από τον φόβον των και η ήσυχη ξαστεριά σβύνει τα ωργισμένα κύματα του πελάγους .
Ό δε Πίνδαρος αποκαλεί, ως είπομεν και προηγουμένως, τον Ορφέα ευαίνητον.
Κατά τον Αθήναιον Ορφεύς εξ όλων των ημιθέων εθεωρείτο ο μουσικώτατος και σοφώτατος.
Κατά δε τον Σουίδαν ο Ορφεύς εφέρετο και ως βασιλεύς των θρακών, επί της εποχής του δε αϊ Αμαζόνες εδασμολόγησαν τους Φρύγας 1042
Καθώς δε τους πολύ μεταγενεστέρους του Ορφέως Όμηρον και Ησίοδον, τοιουτοτρόπως και τον Ορφέα διακρίνει η ευσέβεια. Και καθώς ο Όμηρος εκ θεοσέβειας κινούμενος αρχίζει τα μεγάλα έπη του με την επίκλησιν της θεάς μούσης (Άνδρα μοι, έννεπε, Μούσα—Μηνιν, άειδε, θεά), τοιούτο τρόπως ο Ορφεύς κατά τον Απολλώνιον αποδίδει πάντοτε την τέχνην του εις τον θεόν της μουσικής Απόλλωνα, όστις τον εδίδαξε.
Κατά δε τον ευσεβέστατον Απολλόδωρον, τον οποίον δυνάμεθα να χαρακτηρίσωμεν ως ένα ευαγγελιστήν της αρχαίας Ελληνικής θεολογίας, ο Ορφεύς έφεύρε και τα Διονύσια μυστήρια
Την σπουδαιοτάτην ταύτην πληροφορίαν την αναγράφει και ο Αριστοφάνης λέγων, «ότι ο Όρφεύς εδίδαξε την ιεράν τελετήν και άποχην από τους φόνους».
Και ο Ευριπίδης θεωρεί τον Ορφέα ως εισηγητην των Διονυσίων μυστηρίων λέγων, «ότι ο Ορφευς έδειξε φανάς μυστηρίων των απορρήτων», δηλαδή εδίδαξε τα απόρρητα μυστήρια του Διονύσου, τα οποία τελούνται ύπό το φως των λαμπάδων.
Κατά δε Διόδωρον τον Σικελιώτην ο Ορφεύς επίσης παρέδωκε τον Διόνυσον, τον γεννηθέντα .εκ του Διός και της Περσεφόνης, δηλαδή τον Ζαγρέα Διόνυσον, τον διασπώμενον κατά την μυθολογίαν υπό των Τιτάνων . Κατά δε τον Παυσανίαν οι Αιγινήται τιμώσιν από όλους τους θεούς περισσότερον την Εκάτην και κατ' έτος κάμνουν τελετην εις την Εκάτην λέγοντες, ότι την τελετήν ταύτην την καθιέρωσεν εις αυτούς ο Θραϊ Ορφεύς. Εις δε τους Λακεδαιμονίους υπήρχε ναός Κόρης της Σωτείρας, έλεγον δε, ότι τον είχε κατασκευάσει ο Ορφεύς.
Οι αρχαίοι δεν συμφωνούν περί του τρόπου του θανάτου του Ορφέως Κατά τίνα παράδοσιν,. την οποίαν διέσωσεν η ευσέβεια του Παυσανίου, ο Ορφεύς εκεραυνώθη υπό του Διός, διότι εδίδαξεν εις τους ανθρώπους εν τοις μνστηρίοις λόγους, τους οποίους δεν είχον ακούσει προηγουμένως παρ' ουδενός.
Εις την πόλιν της Μακεδονίας Δίον ύπηρχεν επίγραμμα, κατά το οποίον ο Ορφεύς απέθανε κεραυνωθείς υπό του Διός, έχον ούτω θρήϊκα χρυσολύρην τηδ' Όρφέα Μούσαι έθαψαν ον κτάνεν υψιμέδων Ζευς ψολόεντι βέλει.
Πλην τούτο είνε κατά πάσαν πιθανότητα παραλλαγή των καλουμένων Ορφικών, διότι ο Όρφεύς απέθανε σπαραχθεΐς υπό των Μαινάδων της Θράκης, εξ ου και η παροιμία «αμουσότερος Λειβηθρίων», δηλαδή των θρασσών, αϊ οποΐαι εφόνευσαν τον Ορφέα.
Και ο Απολλόδωρος λέγει, ότι ο Ορφεύς απέθανε σπαραχθείς υπό των Μαινάδων και ετάφη εις την Πιερίαν. Άλλ' υπήρχε και άλλη χαρακτηριστική παράδοσις. Εις το όρος Παγγαΐον φύεται βοτάνη, καλούμενη κιϋάρα δια την έξης αΐτίαν. Αι Μαινοίδες διασπαράξασαι τον Όρφέα έρριψαν τα μέλη του εις τον ποταμόν Έβρον. Από ,δε το αίμα, το οποίον έρρευσεν, εφάνη βοτάνη, κιθάρα καλούμενη. Όταν δε τελούνται τα Διονύσια, αυτή αναδίδει ήχον κιθάρας, οι δε εγχώριοι περιβεβλημένοι νεβρίδας και κρατούντες θύρσους ψάλλουν τον εξής ύμνον.
«Και τότε φρονήσεις, όταν έση μάτην φρονών», καθώς ιστορεί ο Κλειτώνυμος εις τα θρακικά του. 1043
«Άλλοίμονον Τι σοι συνέβη, αγνέ της Θράκης αοιδέ, εις σε τον μελαγχολικόν βραστηντών κορυφών και των φαράγγων; Οι άνθρωποι έσχισαν τον προφήτην και οι ιερείς διεμέλισαν τον θεόν. Ο Ορφεύς θα είνε πάντοτε σπαραγμένος υπό των Βακχών, καθώς ο Διόνυσος υπό των Τιτάνων. Πλην η λάμψις των πυρσών του πετά εις τον κόσμον. Ο καθαρός πυρσός του Ορφέως είνε το μυστήριον του Διονύσου και της Περσεφόνης» .
Ο Αισχύλος εις ένα από τα απολεσθέντα δράματα του, τας έλεγεν ότι ο Ορφεύς εσπαράχθη από τας Βασσαρίδας, δηλαδή τας κάς Βάκχας, διότι προσέφερεν εξαιρετικήν λατρείαν εις τον Απόλλωνα, τον οποίον, ως αοιδός, κατά φυσικώτατον λόγον εσέβετο ως τον μέγιστον των θεών, και δια την περιφρόνησιν του προς-τον Διόνυσον.
Υπήρχε δε εις τους αρχαίους η παράδοσις, ότι αι Μούσαι εσύναξαν ευλαβώς τα λείψανα του σώματος του και τα ενεταφίασαν εις το ιερόν αυτών, το ευρισκόμενον εις την πόλιν Λείβηθρον παρά τον Ολυμπον, οπόθεν τα οστά αυτού μετεφέρθησαν εις την πόλιν Δίον. Η δε κεφαλή του Ορφέως και η λύρα, ριφθέντα υπό των Βακχών εις τον ποταμόν Έβρον, μετεφέρθησαν υπό των κυμάτων εις τάς ακτάς της Λέσβου, όπου συνελέγησαν ευσεβώς και ετέθησαν εις το ιερόν του Βάκχου της πόλεως Αντίσσης.
«Άλλ' ο μύθος οΰτος, λέγει ο Decharme, δεν είνε, ει μη η έκφρασις ιστορικού τίνος γεγονότος, διότι η λυρική τέχνη ανεπτύχθη προ παντός και ήκμασε κατά πρώτον εις την Λέσβον, η δε Άντισσα ήτο η πατρίς του λυρικού Τερπάνδρου».
Την παράδοσιν ταύτην την τόσον χαρακτηριστικήν έλαβεν ως θέμα ο Λουκιανός και διηγείται τα έξης χαριτωμένα.
«Οταν αί γυναίκες της Θράκης κατεσπάραξαν τον Ορφέα, λέγουν, ότι η κεφαλή του, η οποία ερρίφθη μαζί με την λύραν εις τον Έβρον, έφθασεν εις τον Μέλανα κόλπον και έπλεε μαζί με την λύραν. Και η μεν κεφαλή διηγούνται ότι έψαλλεν ένα θρήνον δια τον θάνατον του Ορφέως, η δε λύρα συνώδευε με τους ήχους, τους οποίους εσχημάτιζον αϊ πνοαί του ανέμου πλήττουσαι τας χορδάς. Και έτσι έφθασεν εις την Λέσβον, όπου οι κάτοικοι την μεν κεφαλήν έθαψαν εκεί, όπου τώρα εΐνε ο ναός του Βάκχου, την δε λύραν ανέβηκαν εις τον ναόν του Απόλλωνος, όπου επί πολύ έσωζετο. Μετά καιρόν Νέανθος, ο υιός του τυράννου Πιττακού, μαθών την ιστορίαν της λύρας, ότι κατεγοήτευε και θηρία και δένδρα και λίθους, εξηκολούθει δε και μετά τον θάνατον του Ορφέως και χωρίς κάνεις να την εγγίζη να εκπέμπη μελωδίας, επεθύμησε να την σφετερίσθη και δωροδοκήσας δια πολλών χρημάτων τον Ιερέα τον έπεισε να του δώση την λύραν του Όρφέως και εις την θέσιν της να βάλη άλλην λύραν ομοίαν. Αφού δε την έλαβε, την μεν ημέραν δεν ενόμισεν ασφαλές να την μεταχειρισθεί, αλλά νύκτα και καΰβων αυτήν υπό τα ένδυμα του εξήλθε μόνος εις το προάστειον και ήρχισε να κρούη και να πλήττη τας χορδάς. Ήλπιζεν ο άμουσος και άτε- χνος νέος, ότι, αν και δεν εγνώριζε μαυσικήν, θα έπαιζε θεσπέσιας μελωδίας, με τας οποίας θα κατέθελγε τους πάντας και θα εγίνετο ευτυχής και περίφημος, κληρονόμος της μουσικής του Όρφέως, αλλά το μόνον αποτέλεσμα ήτο να συναθροίσουν οι ήχοί του τους σκύλλους—ήσαν δε πολλοί εις το μέρος εκείνο—οΐανες τον κατεσπάραξαν και έτσι μόνον κατά το πάθημα εξωμοιώθη με τον Όρφέα και μόνον τους σκύλλους προσείλκυσε και έξώργισεν εναντίον του. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον απεδείχθη σαφέστατα, ότι η θέλγουσα δεν ήτο ή λύρα, αλλ' η τέχνη και το άσμα, τα όποια μόνα είχε λάβει εξαίρετα από την μητέρα του ο Όρφεύς, του οποίου η λύρα δεν ήτο καθόλου καλλίτερα από τας αλλάς λύρας» 1044
Ο περιηγητής Παυσανίας περιγράφει τα κατά τον Ορφέα ως έξης.
«Εις τους ποιητάς δε η και άλλως πως επιφανείς δια την μουσικήν τέχνην των ανέθεσαν εικόνας, ως λ,χ. εις τον θάμυριν, όντα τυφλόν πλέον και εφαπτόμενον της λύρας του. Εις δε τον θράκα Όρφέα εΐνε μεν ζωγραφισμένη πλησίον του η καλούμενη Τελετή, πέριξ δε αυτού θηρία εκ λίθου και χαλκού, ακούοντα αυτόν αδοντα. Πολλά μεν λοιπόν και άλλα ανύπαρκτα πιστεύουν οι Έλληνες και μάλιστα, ότι ο Όρφεύς εΐνε υιός της Μούσης Καλλιόπης και όχι της θυγατρός του Πιέρου και ότι τα θηρία ήρχοντο προς αυτόν ψυχαγωγούμενα από την μελωδίαν του, ότι προς τούτοις κατέβη ζών εις τον Άδην ζητών παρά των χθονίων θεών την σύζυγον του. Μοί φαίνεται όμως, ότι ο Όρφεύς ανεδείχθη ανώτερος όλων των προ αυτού δια την ωραιότητα των επών του και απέκτησε μεγάλην δύναμιν. 'Επιστεύετο δε, ότι εύρηκε τας τελετάς των θεών, καθαρμούς έργων ανοσιών, καθώς και ιάματα, όπως αποφεύγουν οι άνθρωποι την οργήν των θεών. Λέγουν δε, ότι αι γυναίκες των θρακών επεβουλεύθησαν μεν τον θάνατον του, επειδή είχε καταπείσει τους άνδρας των να τον ακολουθούν, δεν ετολμούσαν όμως να προβούν εις τον θάνατον του φοβούμεναι τους άνδρας των. Μεθύσασαι όμως μίαν ημέραν προέβησαν εις το τόλμημα τούτο και από το γεγονός αυτό έμεινε πλέον η συνήθεια να πηγαίνουν εις τας μάχας μεθυσκόμενοι, δια να αποκτούν δηλαδή θάρρος μεθύοντες. Λέγουν δε μερικοί, ότι ο Όρφεύς απέθανε κεραυνωθείς υπό του θεού. Έκεραυνώθη δε, διότι έδίδασκεν εις τους ανθρώπους εν τοις μυστηρίοις όσα δεν είχον ακούσει ποτέ έως τότε; Άλλοι δε πάλιν λέγουν, ότι, προαποθανούσης της συζύγου του, ήλθε δι'αυτήν εις το Άορνον της Θεσπρωτίας, όπου ύπηρχε νεκρομαντεΐον. Νομίσας δε ότι θα τον ακολουθήση η ψυχή της Ευρυδίκης και επειδή απέτυχε διότι εστράφη να την ίδη, ηυτοκτόνησεν από την λύπην του. Λέγουν δε, ότι αί αηδόνες, αϊ οποίαι έχουν την φωλεάν των εις τον τάφον του Ορφέως, αύται ψίλλουν γλυκύτερον και περισσότερον. Οι δε Μακεδόνες, οι κατοικούντες την υπό το όρος Πιρίαν και την πόλιν Δίον, λέγουν ότι ο Ορφεύς απέθανε σπαραχθείς ύπο των γυναικών.
» Πλησίον δε της πόλεως Δίου υπάρχει στήλη και επάνω εις αυτήν υδρία λίθου, περιέχει δε η υδρία αυτή τα οστά του Ορφέως, καθώς λέγουν οι εγχώριοι. Πλησίον δε ρέει και ο ποταμός Ελικών, του οποίου το ρεύμα, αφού προχώρηση εβδόμηκοντα πέντε στάδια, εξαφανίζεται εις την γην. Αφού δε χάθη υπό την γην είκοσι δύο στάδια, ανέρχεται πάλιν εις την γην και λαβών το όνομα Βαφύρας αντί Ελικώνος κατέρχεται εις την θάλασσαν πλωτός εις τα πλοία. Οι κάτοικοι του Δίου λέγουν, ότι ο ποταμός αυτός κατ' αρχάς έρρεεν ολόκληρος και συνεχής, εξηφανίσθη δε ύπο την γην, όταν αί γυναίκες εφόνευσαν τον Ορφέα και ηθέλησαν να απονίψουν το αίμα του, δια να μη δώση το ύδωρ του καθάρσιον του φόνου του Ορφέως.
»Ήκουσα δε και άλλον λόγον εις την Λάρισαν, ότι δηλαδή εις τον Όλυμπον υπήρχε ποτέ πόλις κατοικουμένη, τα Λείβηθρα, από την οποίαν αρχίζει να τρέπεται το όρος προς την Μακεδονίαν και πλησίον της πόλεως αυτης είνε το μνημα του Όρφέως. Μάντευμα δε είχεν έλθει από την θράκην εις τους Λειβηθρίους παρά του Διονύσου, ότι τότε θα καταστραφή η πόλις των Λειβηθρίων, όταν θα ίδη ο ήλιος τα οστά του Ορφέως. θα καταστραφώ δε υπό συός (χοίρου). Αυτοί δε δεν έδωσαν τόσην σημασίαν εις τον χρησμόν ούτε επίστευσαν ότι υπάρχει θηρίον τόσο μέγα και δυνατόν, ώστε να καταστρέψη την πόλιν, ότι δε ο συς διακρίνεται μάλλον δια την θρασύτητα και όχι την δύναμιν του. Κατά θείαν όμως βούλησιν συνέβη το έξης. Ημέραν τινά περί την μεσημβρίαν ποιμήν τις έκλινεν εαυτόν προς τον τάφον του Ορφέως και απεκοιμήθη. Κατά τον ΰπνον του δε ήρχισε να ψάλλη τα άσματα. του Όρφέως με φωνήν μεγάλην και γλυκά. Οι ευρισκόμενοι δε εκεί πλησίον, ως και οι οργώνοντες την γην, άφηκαν όλοι την εργασίαν των και ήρχισαν να μαζεύωνται Ολόγυρα εις τον ποιμένα, δια να ακούσουν το άσμα, το οποίον έψαλλε κοιμώμενος. Επειδή δε ήρχισαν να σπρώχνωνται και να φιλονικούν ποίος θα σταθή πλησιέστερον εις τον ποiμένα, ανέτρεψαν την στήλην, έπεσε κάτω ή υδρία και έσπασε, τοιουτοτρόπως δε ο ήλιος είδεν όσα εκ των οστών του Ορφέως είχον απομείνει. Αμέσως δε την ερχομένην νύκτα ο θεός έρριψε βροχήν και ο ποταμός Σύς (όστις είνε εκ των παρά τον Όλυμπον χειμάρρων) ανέτρεψε τας οικίας των ανθρώπων και τα ιερά των θεών, απέπνιξε δε και τους ανθρώπους και τα εν τη πόλει ζώα όλα αδιακρίτως. Αφού δε κατεστράφησαν οι Λειβήθριοι, οι Μακεδόνες του Δίου κατά τους λόγους του Λαρισαίου ξένου εκόμισαν εις πατρίδα των τα οστά του Ορφέως. Όστις δε ησχολήθη και επολυπραγμόνησε με την ποίησιν, γνωρίζει ότι έκαστος εκ των ύμνων του Ορφέως εΐνε συντομότατος και ελάχιστος εΐνε ό αριθμός των. Οι Λυκομίδαι δε γνωρίζουν αυτούς και τους ψάλλουν κατά τας τελετάς. Οι ύμνοι ούτοι του Ορφέως έχουν τα δευτερεία ερχόμενοι μετά τα ομηρικά έπη, όσον αφορά όμως δια την προς το θείον τιμήν υπερβαίνουν ταύτα» .
«Εις δε τoν νάον των Δελφών μετά την εικόνα του Πατρόκλου παριστάνεται ο Oρφεύς καθήμενος τρόπον τίνα επί λόφου. Κατά την εικόνα ταύτην ο Ορφεύς με την αριστεράν του χείρα πιάνει κιθάραν, εις δε την δεξιάν υπάρχουν κλώνοι ιτέας, τους οποίους ψαύει, είνε δε άνακεκλιμένος εις δένδρον. Το άλσος φαίνεται ότι είνε της Περσεφόνης• εις αυτό είνε φυτευμέναι αίγειροι και ιτέαι, κατά την δοξασίαν δηλαδή του Όμηρου. Φέρει δε ο Ορφεύς Έλληνικήν ενδυμασίαν και σχήμα, ούτε δε η εσθής του είνε θρακική ούτε επί της κεφαλής του έχει κάλυμμα θρακικόν. Προς το άλλο μέρος της ιτέας είνε προσανακεκλιμένος ο Προμέδων. Υπάρχουν όμως και οι φρονούντες, ότι το όνομα του Προμέδοντος ύπεισηλθεν εις την ποίησιν υπό του ζωγράφου Πολυγνώτου. Προς τούτοις υπάρχει εις την εικόνα ανηρ Έλλην, ακροώμενος με εξαιρετικήν προσοχήν την μουσικήν του Ορφέως. Κατά την εικόνα φαίνεται ότι ο ακροώμενος είνε ο Σχεδίος, ο αρχηγός των Φωκέων, οιτίνες εξεστράτευσαν κατά της Τροίας, και μετά τούτον εις την εικόνα παριστάνεται ο Πελίας καθήμενος επί θρόνου, πολιός τα γένεια και την κεφαλήν, ενορά δε τον Ορφέα. Ό δε Σχεδίος παριστάνεται κρατών εγχειρίδιον και στεφανωμένος με αγριάδα».
Ό δε Στράβων γράφει τα έξης σχετικά με τον Ορφέα.
Τον παλαιόν καιρόν οι μάντεις ησχολούντο και επεδίδοντο εις την μουσικήν. Έχει δε η πόλις Δίον πλησίον χωρίον την Πίμπλειαν, όπου διέτριβεν ο Κίκων Ορφεύς, ανήρ γόης, όστις ήρχισε το στάδιόν του από την μουσικήν, την μαντικήν και τους περί τας τελετάς οργιασμούς, κατόπιν όμως ήρχισε να έχει πολύ μεγαλύτερας αξιώσεις και κατήρτισεν ολόγυρα του όχλον, ακολουθούντα αυτόν, επί του οποίου εξήσκει μεγάλην επιρροήν. Και άλλοι μεν τον ήκολούθουν θεληματικώς, άλλοι όμως ύποψιασθέντες, ότι τους επιβουλεύεται, εστασίασαν και τον εφόνευσαν. Εδώ πλησίον είνε και τα Λείβηθρα 1045
Άπό την μελωδίαν, τον ρυθμόν και τα όργανα όλη η μουσική είνε και Ασιατική. Το δε γίνεται φανερόν και εκ των τόπων, εις τους οποίους έχουν τιμηθή αϊ Μούσαι. Η Πιερία δηλαδή, ο Όλυμπος, η Πίμπλεία και το Λείβηθρον ήσαν τον παλαιόν καιρόν θρακικαί, τόρα δε τας κατέχουν οι Μακεδόνες. Και τον Ελικώνα δε θράκες τον καθιέρωσαν εις τας Μούσας, αυτοί, οι όποιοι είχαν εποικίσει την Βοιωτίαν και καθιέρωσαν και το άντρον των Λειβηθρίων νυμφών. Και ο Μουσαίος και ο Θάμυρις, οι οποίοι επεμελήθησαν και ετελειοποίησαν την αρχαίαν μουσικήν, είνε θράκες. Και του Ευμόλπου δε το όνομα από την θράκην, καθώς επίσης και οι καθιερώσαντες την λατρείαν του Διονύσου, δηλαδή ο Ορφευς και η συνοδεία του, εις όλην την Ασίαν μέχρι της Ίνδικης από την θράκην μετέφεραν και το πλείστον της μουσικής .
Εννοείται, ότι ο Στράβων λέγων ανωτέρω περί Ασιατικής μουσικής εννοεί την Φρυγικήν μουσικήν, επεξηγεί δε τούτο αμέσως προσθέτων, ότι «καθώς οι Φαύγες εΐνε άποικοι θράκες, τοιουτοτρόπως και τα ιερά αυτών εκ θράκης έχουν μεταφερθή εις την Φρυγίαν» 1046
Όλαι δε αι διασωθείσαι αύται γραμμαί του Παυσανίου και του Στράβωνος αποτελούν πράγματι πολυτιμοτάτας μαρτυρίας και άφθαρτους περγαμηνάς δια τους πανάρχαιους θράκας, οιτίνες ομολογουμένως υπήρξαν οι διδάσκαλοι και είσηγηται της μουσικής και της λατρείας των θεών ανά το πανελλήνιον. Αί δοξασίαι του Ορφέως εισήχθησαν δια των περιηγήσεων του ενωρίτατα εις την Ελλάδα αμέσως μεν εκ της Πιερίας εις τον Ελικώνα και Παρνασσόν, εμμέσως δε εκείθεν πανταχού της Ελληνικής γης μέχρι της Σικελίας και των Ελληνικών αποικιών, της Αιγύπτου, και της Τριπολίτιδος.
Κατά τον διάσημον Βυζαντινόν γραμματικόν και λεξικογράφον Σουΐδαν Φερεκύδης ο Αθηναίος, πρεσβύτερος του Συρίου Φερεκύδου, φέρεται συναγωγών πρώτος τα του Ορφέως.
Ετιμάτο δε ο Ορφεύς εις όλο το Πανελλήνιον.
Παρά την Κορώνειαν της Μεσσηνίας υπήρχε το Λιβήθριον όρος. Εις αυτό υπήρχον αγάλματα Μουσών και Νυμφών, αποκαλουμένων Λιβηθρίων. Ήσαν δε εκεί και πηγαί, εκ των οποίων η μία ωνομάζετο Λιβηθριάς, η δε άλλη Πέτρα, ομοιάζουσα με μαστούς γυναικός, και απ'αυτήν εξήρχετο ύδωρ ομοιάζον το γάλα.
Εις τους Δελφούς εγίνετο αρχαιότατον αγώνισμα, κατά το οποίον δια πρώτην φοράν έθεσαν αθλα, άτινα ήσαν απλούστατα συνιστάμενα εις το να ψάλλουν ύμνον εις τον θεόν. Έψαλε δε και ενίκησεν εις το άσμα ο εκ Κρήτης Χρυσόθεμις, του οποίου ο πατήρ Καρμάνωρ λέγεται ότι εκάθηρε τον Απόλλωνα. Μετά δε τον Χρυσόθεμιν μνημονεύεται, ότι ενίκησεν ό Θράξ Φιλάμμων και μετ' αυτόν ο Θάμυρις, υίος του Φιλάμμωνος. Ο δε Όρφεύς δεν ηθέλησε να λαβή μέρος εις το αγώνισμα τούτο δια την σεμνολογίαν των τελετών του και το φρόνημα του εν γένει (δηλαδή ως μέγας διδάσκαλος αυτός δεν εθεώρησεν αξιοπρεπές να λαβή μέρος εις τοιούτο αγώνισμα), αλλ' ούτε ο Μουσαίος, όστις υπήρξε κατά πάντα μιμητής του.
Οι Αιγινήται εξ όλων των θεών ετίμων προ πάντων την Έκάτην και καθ' έκαστον έτος έκαμνον τελετήν προς τιμήν αυτής λέγοντες, ότι την τελετην αυτήν την καθιέρωσεν εις αυτούς ο Θραξ Όρφεύς.
Κατάντικρυ της Ολυμπίας Αφροδίτης των Λακεδαιμονίων υπήρχε ναός της Σωτείρας Κόρης, έλεγον δε, ότι τον ναόν τούτον τον έκαμεν ο Όρφεύς. Οι Λακεδαιμόνιοι εσέβοντο την χθονίαν Δήμητρα λέγοντες, ότι τούτο παρέδωκεν εις αυτούς ο Όρφεύς, φαίνεται όμως ότι το παρέλαβον από το εν Ερμιόνη Ιερόν. Εις την αρχαίαν πόλιν της Λακωνίας Βρυσέαν υπήρχε ναός του Διονύσου και άγαλμα εις το ύπαιθρον. Εις τον ναόν τούτον μόνον εις τας γυναίκας επετρέπετο να εισέρχωνται και αύται ετέλουν με απόρρητον μυστικισμόν τα κατά τας θυσίας νόμιμα. Επί των ακρών δε του Ταϋγέτου υπήρχεν ιερόν της επικαλούμενης Ελευσίνιας Δήμητρας, εις το οποίον ελέγετο, ότι εκρύβη ο Ήρακλής, δια να θεραπεύση το τραύμα του ο Ασκληπιός. Ύπήρχε δε εις τον ναόν και ξόανον του Όρφέως, έργον, ως ελέγετο, των Πελασγών.
Εις την ιεράν Ολυμπίαν μεταξύ των αναθημάτων υπήρχεν η εικών του Αγώνος, πλησίον δε αυτού ο Διόνυσος και ο Ορφεύς.
Εις τον Ελικώνα δε υπήρχε το Ιερόν των Μουσών και η Ίππου κρήνη, ως και το άντρον των Λειβηθρίων νυμφών. Εκ τούτου δε δύναται να συμπεράνη τις, ότι θράκες ήσαν οι καθιερώσαντες τον Ελικώνα εις τας Μούσας, αυτοί εκείνοι, οι οποίοι και την Πιερίδα και το Λείβηθρον και την Πίμπλειαν δια των ιδίων θυσιών ανέδειξαν 1047
Παραθέτομεν εδώ τας γλαφυρωτάτας και εμπνευσμένος γραμμάς του Εdouard Schure περί του Ορφέως καi του μεγάλου έργου του ως μουσικού, αοιδού καi μυσταγωγού.
«Εις τα ιερά του Απόλλωνος, τα οποία κατείχαν την Ορφικήν παράδοσιν, μία μυστηριώδης εορτή ετελείτο κατά την iσημερίαν της ανοίξεως. Ήτο η στιγμή που έξανάνθιζαν οι νάρκισσοι κοντά εις την πηγήν της Κασταλίας. Οι τρίποδες, αι λύραι του ναού επάλλοντο αφ' εαυτών και ο αόρατος θεός εθεωρείτο, ότι εξαναγύριζε από την χωράν των 'Υπερβορείων επάνω εις δίφρον, τον οποιον έσυραν κύκνοι. Τότε ή ιέρεια, ένδεδυμένη ως Μούσα, στεφανωμένη με δάφνας, έψαλλε μόνον εμπρός εις τους μεμυημένονς την γέννησιν του Όρφέως, υιού του Απόλλωνος και μιας Ιέρειας του θεού...
»Πλησίον των πηγών του Έβρου υψώνεται το ορός Καουκαίον (Ροδόπη). Δάση πυκνά δρυών χρησιμεύουν εις αύτο ως ζώνη. Κύκλος από βράχους και λίθους Κυκλώπειους το στεφανώνει. Από χιλιάδων ετών ο τόπος ούτος είνε ένα όρος ιερόν. Οι Πελασγοί, οι Κέλται, οι Σκύθαι και οι Γέται, οι μεν κατόπιν των άλλων, είχον έλθει διαδοχικώς να λατρεύσουν τους θεούς των. Πλην δεν είνε πάντοτε ο ίδιος θεός, τον όποιον ζητεί ο άνθρωπος, όταν ανέρχεται τόσον υψηλά; Εάν όχι, τότε διατί κτίζει εις αυτόν με τόσους κόπους κατοικίαν εις την χωράν του κεραυνού και των ανέμων. 1048
»Ένας ναός του Διός υψώνεται τόρα εις το κέντρον του αρχαίου ιεροϋ, το ογκώδες και δυσπρόσιτον ως ένα φρούριον. Εις την είσοδον ένα περιστύλιον εκ τεσσάρων δωρικών κιόνων προβάλλει τους πελώριους στύλους μιας σκοτεινής στοάς.
»Είς το ζενίθ ο ουρανός είνε αίθριος, αλλ' η θύελλα μαίνεται ακόμη επάνω εις τα όρη της Θράκης, τα οποία διαγράφουν μακρόθεν τας κοιλάδας και τας κορυφάς των ωσάν μαύρον ωκεανόν συσπώμενον υπό καταιγίδας και αυλακούμενον υπό αστραπής ...
Εμπρόσθεν του Ορφέως ευρίσκονται τόρα τα στρατόπεδα των θρακών, που εκοιμώντο κάτω από τας σκηνάς των. Ό Όρφεύς εβάδιζεν ήσυχα ανάμεσα εις τους αποκοιμισμένους πολεμιστάς, αποκαμωμένους από τα νυκτερινά όργια.
»Αμέσως τα στρατόπεδα αναστατώθηκαν, τα ξίφη έλαμψαν και οι αρχηγοί έτρεξαν έκπληκτοι να ιδούν τον αρχιερέα.
—Είμαι, είπε προς αυτούς, ο απεσταλμένος του Ναού. Όλοι σεις, βασιλείς, αρχηγοί και στρατιώται της Θράκης, εγκαταλείψατε τον αγώνα σας αυτόν εναντίον του Διός και του Απόλλωνος. Οι θεοί απευθύνονται προς σας δι' εμού.
»Τους ωμίλησε κάτω από μια βαλανιδιά δια τας ευεργεσίας των μεγάλων θεών, δια την γοητείαν του ουρανίου φωτός, την ήσυχον και ασκητών ζωήν των ιερέων, που εξυμνούσαν επάνω εις την κορυφήν της Ροδόπης τον Ύψιστον. Διά τους μύστας εκείνους, πού έμειναν σιωπηλοί κάτω από το βλέμμα του ουρανού μελετώντες τα μυστήρια της φύσεως. Δια τους υπέροχους μύστας, των οποίων ο λόγος εγεννούσε την χαράν, τον έρωτα, την ευμορφιά.
»Καί ενώ ωμιλούσε, η σοβαοά και γλυεία φωνή του ηχούσε σαν να έβγαιναν οι φθόγγοι της από μια μαγική, αόρατη λύρα. Και από τα βάθη του δάσους—ενώ αι καρδίαι των θρακών αισθάνονταν μίαν βαθειάν συγκίνησιν—εβγήκαν αϊ Βακχίδες περίεργοι με αναμμένα δαδιά στα χέργια. Σιγά σίγα εγοητεύθηκαν και αύται από την θείαν μουσικήν του Ορφέως. Ήταν μισόγυμνες. Τα μελαγχολικά των στήθια σπαρταρούσαν εις κάθε βήμα. Εις τας φλόγας των αναμμένων πυρσών τα μάτια των ανέδιδαν αγρίας αναλαμπάς . . .
»Έφθασεν η ώρα της θυσίας. Οι ιερείς της Ροδόπης δεν κάμνουν άλλο τίποτε, ει μη την θυσίαν του πυρός. Κατέρχονται τας βαθμίδας του ναού και ανάπτουν τα αφιερώματα των αρωματικών ξύλων με ένα δαύλον του ιερού. Τέλος ο ποντίφηξ εξέρχεται από τον ναόν. 'Ενδεδυμένος με λίνα λευκά, ως οι άλλοι, είνε στεφανωμένος με μύρτα και κυπαρίσσια. Κρατεί σκήπτρον εξ εβένου με κεφαλήν από ελεφαντόδοντα και φέρει ζώνην χρυσήν, επάνω εις την οποίαν κρύσταλλοι ρίχνουν λάμψεις θαμβάς, σύμβολα μιας μυστηριώδους ηγεμονίας. Είνε ο Ορφεύς .1049
»Ορφεύς, πατήρ των μυστών, μελωδικός σωτήρ των ανθρώπων. Ορφεύς βασιλεύς, αθάνατος και τρις στεφανωμένος, εις τον Άδην, επί της γης και εις τους ουρανούς. Βαδίζων με ένα αστέρα εις το μέτωπον μεταξύ των αστέρων και των θεών...
»Ό Όρφεύς υπήρξε το εμψυχωτικόν πνεύμα της ιεράς Ελλάδος, ο αφυπνιστής της θείας της ψυχης.
»'Η επτάχορδος λύρα εγκολπούται το σύμπαν. Καθεμία απ' αυτάς απηχεί μίαν διάθεσιν της ανθρωπινής ψυχής, περιέχει τον νόμον μιας επιστήμης, η δε θεουργική και Διονυσιακή ώθησις, την οποίαν ο Όρφεύς μετέδωκεν εις την Ελλάδα, μετηγγίσθη δια της λύρας εις όλην την Ευρώπην. Ας χαιρετήσωμεν εν τω πρόσωπω του τον μέγαν της Ελλάδος μυσταγωγόν . . .
»Διέσχισε λειμώνας, εις τους οποίους εφύετο ό ασφοδελός. Έβάδισε κάτω από την σκιάν των λευκών, που ψιθυρίζουν τόσον θλιβερά. Ήκουσε τα διακεχυμένα εις τον αέρα πένθιμα άσματα και δεν ηξευρε πόθεν ήρχοντο. Είδε κρεμάμενα εις δένδρα φρικώδη προσωπεία και αγάλματα κήρινα, ως τα σπαργανωμένα παιδιά. Εδώ κ' εκεί λέμβοι διέσχιζαν τον ποταμόν με κωπηλάτας σιωπηλούς, ως οι νεκροί...
»Ένδεδυμένος πορφύραν ο Ορφεύς, κρατών εις το χέρι την έλεφαντίνην και χρυσήν λύραν του κατηυγάζετο από αιωνίαν νεότητα. Ο κατηχούμενος ανεγνώρισε τον Ορφέα από τα μακρυά μαλλιά του και τον λάμποντα κρύσταλλον του σκήπτρου του.
»Ό Όρφεύς είπεν εις τον κατηχούμενον.
—Έπιες εις τας πηγάς του αγίου φωτός, εισήλθες με καρδίαν καθαράν εις. τας αγκάλας των μυστηρίων, η ώρα ή πανηγυρική έφθασε, κατά την οποίαν θα σε οδηγήσω έως εις τας πηγάς της ζωής και του φωτός. Όσοι δεν ανήγειραν τον πυκνόν πέπλον, όστις καλύπτει από τους οφθαλμούς των ανθρώπων τα αόρατα θαύματα, δεν έγιναν τέκνα των θεών. 1050
»Άκουσε λοιπόν τας αληθείας, που πρέπει να μυηθης και διδάξης εις τον λαόν και αποτελούν την δύναμιν των άδυτων των ναών. Ό θεός είνε εις και αιωνίως αμετάβλητος. Βασιλεύει πανταχού. Άλλ' οι θεοί είνε αναρίθμητοι και ποικίλοι, ενώ η θεότης είνε αιώνιος και ατελεύτητος. Οι μεγαλείτεροι θεοί είνε αί ψυχαί των άστρων. Ήλιος, αστέρες, γαΐαι και σελήναι, κάθε άστρον έχει την ιδικήν του ψυχήν και όλαι κατάγονται από το ουράνιον πυρ του Διός και από το αρχικόν φως.
»Γνωρίζεις τι είνε η λύρα του Ορφέως; Ο ήχος των εμπνευσμένων ναών. Εις την μουσικήν των η Ελλάς συναρμόζεται, ως μία λύρα, και αυτό το μάρμαρον ακόμη θα ψάλη με λαμπρούς ρυθμούς, με θείας αρμονίας.
»Κοιμήσου υπό την προστασίαν του βράχου τούτου. Μη φοβήσαι τίποτε. Ένας μαγικός ύπνος θα κλείση τα βλέφαρα σου, κατ' αρχάς θά τρέμης και θα ίδης πράγματα τρομερά, κατόπιν ένα γλυκύτατον φως, μία άγνωστος μακαριστής θα κατακλύση τας αισθήσεις και το ειναί σου . . .
Χαιρετώ σας, που ήλθατε, δια να αναγεννηθήτε υστέρα από τας γηίνας θλίψεις και τώρα αναγεννάσθε. Έλάτε; να λουσθήτε εις το φως του ναού σεις, οι οποιοί βγαίνετε από το σκότος, μύσται, γυναίκες, μεμυημένοι. Ελάτε να χαρήτε σεις, οι οποίοι υποφέρατε, ελάτε να αναπαυθήτε σεις, οι οποίοι αγωνισθήκατε. Ο ήλιος, τον οποίον επικαλούμαι επί των κεφαλών σας και θα λάμψη εις τας ψυχάς σας, δεν είνε ο ήλιος των θνητών. Είνε το καθαρόν φως. του Διονύσου, ο μέγας ήλιος των μεμυημένων. Ως εκ των παρελθόντων παθών σας, ως εκ της προσπάθειας, ήτις σας οδηγεί, θα νικήσετε και, αν πιστεύετε εις τους θείους λόγους, έχετε ήδη νικήσει. Βοήθειαν εις όλους τους αδυνάτους, παρηγορίαν εις τας πάσχουσας, ελπίδα εις όλους. Άλλα δυστυχία είς τους κακούς, αλλοίμονον εις τους βέβηλους, θα καταισχυνθούν. Διότι εν τη εκστάσει των Μυστηρίων έκαστος βλέπει μέχρι βάθους της ψυχής του άλλου. Οι κακοί πλήττονται με τρόμους, οι βέβηλοι με θάνατον . . .
—Τέκνον των Δελφών, πόθεν έρχεσαι; ερώτησε ο ιεροφάντης.
—Ω διδάσκαλε των μεμυημένων, θείε γόη, θαυμαστέ Ορφεύς, είδα ένα θείον όνειρον. Είνε γοητεία της μαγείας ή δώρον των θεών; Τι συνέβη λοιπόν; Μήπως ο κόσμος έχει πλέον αλλάξει; Πού είμαι τόρα;
—Κατέκτησας τον στέφανον της μυήσεως και έζησες εις το όνειρον μου. Η Ελλάς αθάνατος. Άλλ' ας εξέλθωμεν πλέον απ' εδώ, διότι, δια να εκπληρωθή τούτο, πρέπει εγώ μεν να αποθάνω, συ δε να ζήσης.
»Ώ Ευρυδίκη! Εις την ζωήν σου μ' έδιδες την μέθην της ευτυχία νεκρά με ωδήγησες εις την Άλήθειαν, Από έρωτα ενδύθηκα το λινόν φόρέμα αφοσιωθείς εις την μεγάλην μύησιν και τον ασκητικον βίον. Δια του έρωτος εισέδυσα εις την μαγείαν και ανεζήτησα την θείαν επιστήμην. Από έρωτα διέσχισα τα σπήλαια της Σαμοθράκης, τα φρέατα των Πυραμίδων και τους τάφους της Αιγύπτου. Άνέσκαψα τον τάφον, δια να ζητήσω εις αυτόν την ζωήν και πέραν της ζωής είδα τους προδόμους του Άδου, τας ψυχάς, τας διαφανείς σφαίρας, τον αιθέρα των θεών.
»"Ετσι οι θράκες ύμνησαν ως προφήτην εκείνον, τον οποίον είχον φονεύσει ως ένα εγκληματίαν, όστις τους είχε προσηλυτίσει δια του θανάτου του. Ετσι ο Όρφικός λόγος διεισέδυσε μυστηριωδώς εις τας φλέβας της Ελλάδος δια των μυστικών οδών των άδυτων και της μυήσεως. Οι θεοί ενηρμονίσθησαν προς την φωνήν του, ωσάν χορός μεμυημένων μέσα εις τον ναόν υπό τους ήχους αοράτου λύρας και ή ψυχή του Ορφέως κατέστη η ψυχή της Ελλάδος» 1051
Ο Ορφεύς λοιπόν, ο πρώτος Θραξ αοιδός, είνε ο μεγάλος εκπρόσωπος των αρχαίων αοιδών και ραψωδών, οι οποίοι προηγήθησαν κατ' απαραίτητον συνθήκην από όλους τους άλλους Έλληνας ποιητάς, τας παραδόσεις δε του Ορφέως ηκολούθησαν άλλοι διάσημοι της απώτατης εκείνης αρχαιότητος θράκες, δηλαδή ο μυστικοπαθής Μουσαίος, ο περιφανής ψάλτης Εύμολπος και ο γλυκύς Θάμυρις.
Σύμφωνα δε με τας παραδόσεις του μεγάλου διδασκάλου των έγιναν και αυτοί εισηγήται της δημώδους λατρείας των θεών, διότι αυτοί συνέταξαν τους ύμνους, οι οποίοι μετά ταύτα εφέροντο εις τα στόματα των εδώ και εκεί από της καλύβης του αγρότου μέχρι των πολυτελών ανακτόρων πλανωμένων αοιδών και ραψωδών. Αι δοξασίαι δε αύται των θρακών συνετέλεσαν πάρα πολύ, ως τελετουργικόν μέσον, εις την διαμόρφωσιν της Ελληνικής θρησκείας, εκδηλουμένης πάντοτε εις τας ποικίλος αυτής εκφάνσεις και τας μυστηριακός ακόμη συνθέσει; της επί τη βάσει των τελετουργικών τούτων ύμνων των θρακών.
Κατά ταύτα υπήρξαν μεν οι θράκες ιδρυταί της Έλληνικής λατρείας, διότι, καθώς είπομεν, αυτοί εισήγαγαν τους θεογονικούς μύθους και τας μυθοπλαστικός παραδόσεις, αλλ' η επισημοποίησις και η κωδικοποίησις τρόπον τινά ταύτης έγινε πολυ αργότερον, συνετελέσθη δηλονότι προ της αυγής των ιστορικών χρόνων, κατά τον έβδομον αιώνα, οπόταν ήρχισαν να αναφαίνωνται οι μεταρρυθμισταί, οι οποίοι ετελειοποίησαν την άπλην και στοιχειώδη εκείνην λατρείαν, συγχρόνως δε ανέλαβον το έργον της ηθικής και δογματικής διαπλάσεως της θρησκείας. Τοιούτοι δε ήσαν οι διάσημοι Ορφικοί. 1052
«Συνετάγησαν τότε, ως παρατηρεί ο Decharme, βιβλία προς διάδοσιν των ιδεών τούτων, θεογονία-,Ιεροί ύμνοι, μαγικοί και εξιλαστήριοι τύποι, άτινα (κατά την γνώμην ημών χάριν σεβασμού ή μάλλον δια να τα περιβάλουν με περισσότερον κύρος και αυθεντίαν) απεδίδοντο εις τον Ορφέα, τον πρώτον πατέρα της Ελληνικής ποιήσεως. Τοιουτοτρόπως ο Όρφεύς κατέστη ο υποτιθέμενος ιδρυτής μυστηριώδους τίνος λατρείας, αρχαίας όσον και αί αρχαι του Ελληνικού πολιτισμού και η τις, αφού έζησε ν επί μακρόν εις το σκότος, ανεφαίνετο εις το φως χάριν των ευσεβών ψυχών, αίτινες ήρχοντο ζητούσαι ηθικά παραγγέλματα εις την υπόθεσιν ευδαίμονος αθανασίας».
Σχετικώς προς τα ανωτέρω ένεκα της υψίστης σπουδαιότητας από ηθικής και δογματικης απόψεως, την οποίαν έχουν αί Ορφικαι αύται διατάξεις, ασχολούμεθα εις ιδιαίτερον κεφάλαιον του βιβλίου τούτου περί του καλουμένου Όρφικού κύκλου, όπου γίνεται φανερόν πόσον ούτος υπήρξε σύστημα γόνιμον εις σπουδαία θρησκευτικά δόγματα και ηθικά προβλήματα. Και πώς δια του Ορφισμού ο Όρφεύς, ο αρχικός και απλούς ιδρυτής του συστήματος τούτου, απέκτησεν έξαιρετικόν κύρος και μεγίστην σπουδαιότητα δια την περίοδον των πανάρχαιων χρόνων. 1053
ΦΙΛΑΜΜΩΝ
Ούτος ήτο υιός του Απόλλωνος και της νύμφης Λευκονόης η υιός του αοιδού Χρυσοθέμιδος, εκ Θράκης, και της νύμφης Άγριόπης η κατά την Φερεκύδην'
Φιλωνίς η θυγάτηρ Δηϊόνος, κατοικούσα τον Παρνασσόν, περιεπλέχθη εις αυτόν και με τον Απόλλωνα. Διότι τόσον πολύ είχε το κάλλος εράσμιον, ώστε και αυτοί οι θεοί να την ζηλεύουν και να συνευρίσκωνται με αυτήν κατά την επιθυμίαν της. Τοιουτοτρόπως εκ του Απόλλωνος εγεννήθη ο Φιλάμμων, ανηρ σοφιστής, όστις εθεωρείτο ότι πρώτος συνέστησε τους χορούς των παρθένων .
Πατήρ του Ευμόλπου και του θαμύριδος, περίφημος θραξ αοιδός. Συνέταξεν, ως λέγεται, ύμνους εις την Λητώ και πρώτος ωργάνωσε και εδίδαξεν εις τους Δελφούς τους χορούς των παρθένων, καθώς και την τελετήν των Λερναίων
«Καταστήσασθαι δε την Λερναίων τελετήν Φιλάμμωνά φασι. Τα μέν ούν λεγόμενα επί τοις δρωμένοις δηλόν εστίν ουκ όντα αρχαία» 1054
Ο Φιλάμμων θεωρείται σύγχρονος του Ορφέως, διότι συνόδευσε τους Αργοναύτας εις την εκστρατείαν, όταν η Αργώ προσήγγισε τας ακτάς της θράκης.
Ο Φερεκύδης μάλιστα λέγει, ότι ο Φιλάμμων και ουχί ο Ορφευς συναπέπλευσε με τους Αργοναύτας. Και ότι ο Ορφεύς κατά μεν τον Ασκληπιάδην ήτο υιός του Απόλλωνος και της Καλλιόπης, κατ' άλλους δε του Οιάγρου και της Πολυμνίας.
Κατά την μαρτυρίαν του Ηροδότου και του Παυσανίου εις την σύνταξιν των προς τους θεούς Ιερών ύμνων προηγήθη του Φιλάμμωνος, ως και του Ορφέως ακόμη, ο Λύκιος Ωλήν, όστις τοιουτοτρόπως θεωρείται o αρχαιότερος αοιδός. Τούτου έσώζοντο εις την Δήλον επί μακρότατον χρόνον ύμνοι περιέχοντες μυθολογικός παραστάσεις πολύτιμους από θεογο- νικής απόψεως. Παραθέτομεν εδώ τας υπάρχουσας μαρτυρίας επί του ζητήματος τούτου.
Αι γυναίκες της Δήλου επαιτούν επικαλούμενοι τα ονόματα των παρθένων (την Ώπιν και την Άργην) εις τίνα υμνόν, τον οποίον o Λύκιος Ώλην εποίησεν εις αυτάς. Ο Ώλήν δε ούτος, ελυών από την Λυκίαν, συνέθεσεν όλους τους παλαιούς ύμνους, οι όποιοι εψάλλοντο εις την Δήλον . Οι Δήλιοι επίσης έθυον εις την Ειλείθυιαν και εψάλλον ύμνους εις τον Ώλήνα.
Ό Λύκιος Ωλήν, αρχαιότερος όλων την ηλικίαν, εποίησεν εις τους Δηλίους ύμνους και άλλους.
Ή δε Βοιώ, επιχωρία γυνή, εποίησεν ύμνον εις τους Δελφούς, λέγει δε, ότι ο Ώλήν ούτος πρώτος εμάντευσε και πρώτος έψαλεν εις το έξάμετρον. Εις το τέλος δε του ύμνου της η Βοιώ ωνόμασε τον Ώλήνα'
Ωλήν θ', ος εγένετο πρώτος Φοίβοις προφάτας, πρώτος δ' αρχαίων επέων τεκτάνατ' αοιδάν.
Ο Λύκιος δε Ωλήν, όστις και τους αρχαιότατους ύμνους εποίησεν εις τους Έλληνας, ούτος ο Ωλήν εις τον ύμνον της Ειλειθυίας λέγει, ότι η Είλείθυια είνε μήτηρ του Έρωτος. Μετά τον Ώλήνα δε o Πάμφως και ο Όρφεύς έπη εποίησαν. Και οι δύο δε έχουν ποιήσει έπη εις τον Έρωτα, δια να τα ψάλλουν και αυτά οι Λυκομίδαι εις τας τελετάς 1055
Μετά τον Ωλήνα δε ο Πάμφως, πανάρχαιος ποιητής, πολύ προ του Όμηρου, θεωρείται ότι μετά του Λίνου, Όρφέως και Μουσαίου έγραψεν ύμνους δια τα Ελευσίνια μυστήρια, τα Διονύσια και εις την Δήμητρα χάριν των Αθηναίων
«Πάμφως, όστις δια τους Αθηναίους έχει ποιήσει τους αρχαιότατους τών ύμνων και πρώτος, αυτός, εξ όσων γνωρίζομεν, έψαλεν εις τας Χάριτας» '.
Εκτός δε τούτων υπό το όνομα Βάκις, πιθανόν ψευδώνυμον, εδόθησαν χρησμοί, φερόμενοι και υπό το όνομα του Όρφέως, του Μουσαίου και εν γένει των Όρφικών κατά τας αρχάς της εβδόμης εκατονταετηρίδος χρησμοί, οιτίνες αργότερον συνεσωματώθησαν εις ιδιαιτέραν συλλογήν υπό του Πεισιστράτου και των υιών του.
ΜΟΥΣΑΙΟΣ
Ούτος ήτο μυθικός εποποιός, μάντις και iερεύς ταυτοχρόνως, πολύ προ του Όμήρου. Οι ιερείς των Αιγυπτίων εκ των αναγραφομένων εις τα βιβλία των ιστορικών ειδήσεων έλεγον, ότι εκτός του Ορφέως και o Μουσαίος μετέβη ως περιηγητής εις την Αίγυπτον, δια να διδαχθή 1056
Ο Γλαύκος και ο Αριστόξενος περί του Μουσαίου έλεγον ο μεν, όχι είνε εκ Θράκης, ο δε, ότι είνε αυτόχθων εξ Έλευσίνος 1057
Το βέβαιον όμως είνε, ότι γενικώς ο Μουσαίος θεωρείται ως μαθητής του Ορφέως παρακολουθήσας αυτόν τακτικώς εις τας περιοδείας και την διδασκαλίαν του. Κατά τινας μάλιστα θεωρείται υιός του Ορφέως.
Ο Μουσαίος θεωρείται ως εισηγητής εις την Αττικήν της θρησκευτικής ποιήσεως και το όνομα του είνε στενώτατα συνδεοεμένον με αυτήν. Εις τούτο οφείλεται και ο χαρακτηρισμός του Ευριπίδου, όστις τον αποκαλεί «σεμνόν πολίτην και επί πλείστον (διάσημον) άνδρα ένα".
Διεσώθη μάλιστα υπό του Διόδωρου η παράδοσις, ότι ο Ηρακλής μετέβη εις τας Αθήνας και έλαβε μέρος εις τα Ελευσίνια μυστήρια, τελετάρχης δε τότε ήτο o Μουσαίος, ο υιός του Ορφέως 1058
Εις τον Μουσαίον αποδίδονται άσματα καθιερώσεως, τύποι εξαγνισμού αμαρτημάτων, τύποι εξιλαστκοί φόνων ή βαρύτατων παραπτωμάτων, θεραπείαι νοσημάτων, χρησμοί διάφοροι, τύποι μυσταγωγικοί καθιερωμένοι εις την λατρείαν των Ελευσίνιων μυστηρίων και της Ορφικής αΙρέσεως, ύμνοι, συλλογή χρησμών εν είδει ιερού εγκολπίου η ως η σημερινή ιερά σύνοψις, τέλος σύνθεσις τυπικού τίνος θεογονίας. Πλην τα εις αυτόν αποδιδόμενα δεν είνε, ως φαίνεται, όλα γνήσια πλην του Ύμνου εις Δήμητρα.
Μεταξύ των χρησμών του Μουσαίου υπήρχε και ο αφορών την ήτταν των Αθηναίων εις την εν Αιγός ποταμοίς μάχην.
Και γαρ Αθηναίοισιν επέρχεται άγριος όμβρος ηγεμόνων κακότητι' παραιφασίη δε τι; έσται, ήτταλοισ' ημούσουσι πόλιν, τίσουσι δε ποινήν.
Ό Αριστοφάνης λέγει περί του Μουσαίου, ότι εισήγαγε «θεραπείας νόσων και χρησμούς»1059
Ο Αθηναίος Ονομάκριτος, όστις ήτο χρησμολόγος και είχε την θρησκευτικήν υπηρεσίαν και εντολήν να διαθέτη τους χρησμούς του Μουσαίου, ενέβαλεν εις τα ποιήματα του Μουσαίου ψεύδη χρησμόν ιδικής του εμπνεύσεως, αλλά συλληφθείς επ' αυτοφόρω υπό Λάσου του Έρμιονέως έξεδιώχθη υπό του τυράννου των Αθηνών Ιππάρχου. Ο Λάσος ήτο λυρικός ποιητής ζών εις την αυλήν του Ίππαρχου, όστις επροστάτευε τα γράμματα, καθώς ο πατήρ του Πεισίστρατος. Κατ εισήγησιν δε του Λάσου Ιδρύθη εις τας Αθήνας άγων διθυραμβοποιών κατά την εορτήν του Διονύσου, τo όποιον, ως θα εκθέσωμεν εις άλλο μέρος του βιβλίου, ενδιαφέρη πολύ από θρακικής απόψεως.
Κατά τον Παυσανίαν τα εις την Αττικήν ψαλλόμενα θρησκευτικά άσματα δεν ήσαν του Μουσαίου ούτε του Ορφέως, αλλά του Ονομακρίτου, εκτός του εις την Δήμητρα ύμνου του Μουσαίου. Ο ευσεβής περιηγητής μας λέγει επιπλέον, ότι έκαμε και συλλογήν των θρησκευτικών τούτων ύμνων 1060
ΕΥΜΟΛΠΟΣ
Ούτος ήτο υιός του Μουσαίου ή κατά την μυθολογίαν υιός του Ποσειδώνος και της Χιόνης. Διάσημος αοιδός, αρχαίος μουσικός, ιερεύς της Δήμητρος και πολεμιστής κατήλθεν εις την Ελευσίνα. Εβοήθησε τους Ελευσίνιους κατά των Αθηναίων, πλην κατά τον πόλεμον εφονεύθη υπό του Ερεχθέως μαζί με τους υιούς του Φόρβαντα και Ιμμάραδον ή κατ' άλλους εφονεύθη μόνον ο Ιμμάραδος, όστις ωδήγει τα συμμαχικά στρατεύματα. Και υπετάγησαν μεν οι Ελευσίνιοι μετά την τοιαύτην έκβασιν του πολέμου εις τους Αθηναίους, επετράπη όμως εις τους απογόνους του Ευμόλπου να προΐστανται μετά των απογόνων ίου Κελεού εις τα Ελευσίνια μυστήρια, τα οποία εισήγαγεν επισήμως πρώτος ο Εύμολπος. Τοιουτοτρόπως δε έκτοτε οι Ευμολπίδαι απετέλεσαν ανεγνωρισμένην τάξιν ιερρατικήν εις την τελετήν των Ελευσίνιων μυστηρίων '.
Κατά τον Σουΐδαν ο Εύμολπος έγραψε τελετάς Δήμητρος και την εις Κελεόν άφιξιν αυτής και την; των μυστηρίων παράδοσιν, την γενομένην εις τας θυγατέρας του Κελεού, έπη όλα τρισχίλια, δηλαδή εις τρισχιλίους στίχους.
Δύο δε εκ της οικογενείας των Ευμολπιδών εξελέγοντο τιμής ένεκα πάντοτε επιμεληταί των Ελευσίνιων μυστηρίων δια την ιερατείαν της μεγάλης θεάς. Η οικογένεια των Ευμολπιδών. ελέγετο και των θρακιδών. Και εθεωρήθη μεν ο πόλεμος των Ελευσίνιων κατά των Αθηναίων ως μυθική παράδοσις, ο Θουκυδίδης όμως αναγνωρίζει αυτόν ως ιστορικόν γεγονός, ως και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Οι αρχαιότατοι Αθηναίοι, λέγει ο Πλάτων, ανατεθραμμένοι εις όλην την ελευθερίαν και λογαριάζοντες πώς δια την υπεράσπισιν της ελευθερίας είνε χρέος να πολεμούν και με Ελληνας υπέρ Ελλήνων και με βαρβάρους υπέρ όλων των Ελλήνων, επολέμησαν δια τον ίδιον λόγον και εναντίον του Ευμόλπου, όστις είχεν εισβάλει εις την χωράν των.
Ό δε Αριστοτέλης λέγει, ότι μετά τον πόλεμον εκείνον απεφασίσθη, όπως το ιερόν της Ελευσίνας είνε κοινόν εις τους Αθηναίους και τους Ελευσίνιους, να έχουν δε την επιμέλειαν αυτού οι Κήρυκες και οι Ευμολπίδαι σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Και ο Στράβων δε λέγει, ότι ο Ιών νικήσας τους μετά του Εύμολπου θράκας τόσον ευδοκίμησεν, ώστε οι Α- θηναίοι επέτρεψαν εις αυτόν την πολιτείαν και την αρχήν 1062
Παραθέτομεν δε και τας σχετικάς μαρτυρίας του ρήτορος Ισοκράτους. «Έτι ταπεινής ούσης της Ελλάδος, ήλθον εις την χωράν ημών θράκες μετ' Ευμόλπου, υιού του Ποσειδώνος».
«Τους παλαιούς αγώνας, τους οποίους έκαμον οι Αθηναίοι προς τους θράκας».
«Οι θράκες εισέβαλαν εις την χωράν μας με τον Εύμολπον, τον υιόν του Ποσειδώνος, όσας διεφιλονίκησε την πόλιν μας με τον Έρεχθέα λέγων, ότι ο Ποσειδών πρότερον κατέλαβε τας Αθήνας» 1063
Άλλ' οι θράκες αργότερον επολέμησαν με τους Αθηναίους και είι Κόδρου.
«Αθηναίοι προς θράκας πόλεμον έχοντες στρατηγόν εχειροτόνησαν Κόδρον. Οι δε θράκες, ως γνωστόν, εξ αγνοίας του χρησμού εφόνευσαν τον Κόδρον».
Ο δε Παυσανίας δια το ουσιωδέστατον τούτο από θρακικής απόψεως ζήτημα γράφει τα εξής.
Οι Ρειτοί τον παλαιόν καιρόν ήσαν το σύνορον των Ελευσίνιων. Περί δε του μνήματος του Ευμόλπου τα ίδια έλεγον οι Αθηναίοι με τους Ελευσινίους. Ο Εύηγμολπος ούτος ήλθεν από την θράκην. Υπό του Όμηρου δε ουδέν λέγεται περι του γένους αυτού, επονομάζει δε εις τα έπη του τον Εύμολπον αγήνορα (γενναίον). Γενομένης δε, μάχης μεταξύ Ελευσίνιων και Αθηναίων, απέθανεν εκ των Αθηναίων μεν ο Ερεχθεύς, εκ των συμμάχων δε ο Ιμμάραδος, υιός του Ευμόλπου. Αποφασίζεται δε μετά τον πόλεμον τούτον, όπως οι Ελευσίνιοι γίνουν μεν υπήκοοι των Αθηναίων, τελούν όμως τα Ελευσίνια μυστήρια άνευ της συμμέτοχης των Αθηναίων. Την δε ιεράν τελετήν και τα της λατρείας των δύο θεών τελούν ο Εύμολπος και αι θυγατέρες του Κελεού 1064
Ο Εύμολπος εκτός του Φόρβαντος και του Ιμμαράδου είχε και νεώτερον υιόν, όστις ωνομάζετο Κήρυξ. Εκ τούτου πιθανώς προήλθεν εις την Ελευσίνα και η οικογένεια των Κηρύκων. Περί του Κήρυκος έχομεν την μαρτυρίαν του Παυσανίου, ότι «τελευτήσαντος του Ευμόλπου, Κήρυξ νεώτερος λείπεται των υιών»
Υπήρχεν εις τους αρχαίους Έλληνας και ποίησις, καλούμενη Ευμολπία, θεωρείται όμως, ότι αυτή είχε ποιηθή προηγουμένως υπό του Μουσαίου. Ο Παυσανίας μας λέγει, ότι αυττά είνε τα έπη
Αυτίκα δε Χθονίης σφών δη πινυτόν φάτο μύθον, συν δε τε Πύρκων αμφίπολος κλυτού 'Εννοσιγαίου.
ΘΑΜΥΡΙΣ
Ούτος ήτο υιός του Φιλάμμωνος και της νύμφης Αργιόπης. Κατά τον Παυσανίαν η Άργιόπη κατοικούσε προηγουμένως περί τον Παρνασσόν, επειδή δε έμεινεν έγκυος, λέγουν ότι είχε μετοικήσει εις τους Οδρύσας, διότι ο Φιλάμμων δεν ηθέλησε να την οδήγηση εις την οικίαν του. Δια τούτο ο θάμυρις ονομάζεται Όδρύσης και θράξ
Η κατ άλλην έκδοσιν.
Ο Φιλάμμων, παίς Φιλωνίδος, ήτο ωραιότατος. Μία δε των νυμφών ηράσθη τον νεανίαν και έμεινεν έγκυος. Εντρεπομένη δε έφυγεν από την Πελοπόννησον και έλθουσα εις την Αττικήν έτεκε παιδίον τον θάμυριν, όστις έφηβος γενόμενος απέβη διάσημος κιθαρωδός, ώστε οι θράκες και βασιλέα αυτών, αν και ξένον, τον κατέστησαν 1065
Ο Θάμυρις ήτο νεώτερος από τους γνωστούς θράκας αοιδούς της απώτατης αρχαιότητος, τον οποίον μνημονεύει και ο Όμηρος, όστις μας λέγει, ότι αί θυγατέρες του Διός Μούσαι ετύφλωσαν τον θάμυριν και αφήρεσαν απ' αυτόν την αρμονίαν, διότι επροκάλεσε αυτάς εις μουσικόν διαγωνισμόν βέβαιος ων ότι θα τας νικήση.
Μούσαι αντόμεναι θάμυριν τον θρήικα παύσαν αοιδής. Στεύτο γαρ ευχόμενος νικησέμεν, εί περ αν αύται Μούσαι αείδοιεν, κούραι Διός αιγιόχοιο' αϊ δε χολωσάμεναι πηρόν θέσαν, αυτάρ αοιδήν θεσπεσίην αφέλοντο και εκλέλαθον κιθαριστύν.
Το επεισόδιον τούτο, δια το οποίον ο Θάμυρις ετιμωρήθη τόσον σκληρώς υπό των Μουσών, μνημονεύεται και από τους μεταγενεστέρους κατά τον εξής τρόπον.
Ο δε Θάμυρις, διαφέρων από τους άλλους δια την ωραιότητα των επών και την κιθαρωδίαν, εφιλονίκησε με τας Μούσας περί μουσικής συμφωνήσας με αυτάς ότι, εάν μεν ευρέθη ανώτερος, θα τας πλησίαση όλας, εάν δε νικηθή, θα στερηθή εκείνου, το οποίον αύται θα θελήσουν. Επειδή δε αϊ Μούσαι εφάνησαν ανώτεραι αυτού, τον εστέρησαν και τα όμματα και την κιθαρωδίαν.
Ο δε Θάμυρις, προικισμένος με φύσιν εξαιρετικήν, επλούτισε την μουσικήν τέχνην και δια την υπεροχήν του εις την μελωδίαν έλεγεν, ότι αυτός ψάλλει έμμελέστερον από τας Μούσας.
Και ο τραγικός Ευριπίδης μνημονεύει την τύφλωσιν του θρακός αοιδού λέγων" Μούσαι μεγίστην εις έριν μελωδίας κλείνω σοφιστή θρηκί κατυφλώσαμεν θάμυριν.
Ελέγετο προς τούτοις, ότι πρώτος ο Θάμυρις, μετεχειρίσθη την κιθάραν άνευ άσματος, μετ` άσματος δε ο μυθικός Λίνος και ο λυρικός ποιητής Αρίων.
Ο Θάμυρις και ο Ορφεύς επρόσθεσαν εις την λύραν δύο αλλάς χορδάς, την επάτην και παρυπάτην, έγινε δε ή λύρα έκτοτε επτάχορδος.
Τοιουτοτρόπως δε εις τον θάμυριν ανευρίσκομεν τον πρώτον της αρχαιότητος ραψωδόν, διότι είνε πλέον οριστικώς παραδεδεγμένον, ότι τα Ομηρικά έπη δεν είνε η απαρχή της Ελληνικής ποιήσεως. Και φαίνεται μεν, ότι τα δημοτικά έπη έχουν την αρχήν των εις τον Ορφέα, Μουσαίον και Εύμολπον, πλην ο Θάμυρις είνε ο γνησιώτερος αυτών εκπρόσωπος και τα έργα αυτού, ως τα του Όμηρου, φέρουν τον πρώτον του έπους καθολικόν χαρακτήρα. Έψαλλον δε αυτά οι μεταγενέστεροι κοινοί αοιδοί και πλανόδιοι ραψωδοί εις τελετάς ή εις τα ανάκτορα ηγεμόνων, αφιερωμένα εις την εξύμνησιν θεών και ηρώων, των αρετών και των κατορθωμάτων των. Τοιουτοτρόπως δε οι ραψωδοί ούτοι εχρησίμευσαν τρόπον τινά διδάσκαλοι του Όμηρου, όστις ετελειοποίησε τας δημώδεις ταύτας ραψωδίας εις έπος τέλειον και επίσημον, έντεχνον και αρτίως διεσκευασμένον.
Ο Bergk θεωρεί τον θάμυριν ως ανήκοντα εις την ιερατικήν ποίησιν. Άλλα δύναται τις αδίστακτους να χαρακτηρίση, ότι γενικώς τοιαύτη ήτο όλη η ποίησις όλων των αρχαίων θρακών αοιδών.
Κατά τον Παυσανίαν σχετικώς προς τον θάμυριν, παρά την Ηλέκτραν υπήρχε πηγή. Εδώ δε κατά την αφήγησιν του Ομηρου συνέβη εις τον θάμυριν η συμφορά του. Διεφθάρη όμως και ετυφλώθη ο Θάμυρις υπό νόσου. Το ίδιον δε έπαθε και ο Όμηρος, όστις διετέλεσε τυφλός καθ' όλην του την ζωήν και εξηκολούθησε ποιών τα έπη του, ενώ ο Θάμυρις έχασεν υπό του κακού, το οποίον τον έπληξε, και το άσμα.
Ο διάσημος ζωγράφος Πολύγνωτος εις την λέσχην των Κνιδίων εν Δελφοίς είχε φιλοτεχνήσει πλησίον του Ορφέους την εικόνα του θαμύριδος κατά την οποίαν ούτος κάθηται πλησίον του Πελίου έχων διεφθαρμένας τας όψεις και εν γένει το σχήμα ταπεινόν, με μεγάλην γενειάδα και μεγάλην κόμην. Υπήρχε δε και λύρα ριγμένη παρά τους πόδας του, έχουσα σπασμένους τους πήχεις και σπασμένας τας χορδάς της.




 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com