Θρησκευτικο-εθνικοαπελευθερωτικός ό χαρακτήρας τις Έλλην. Επαναστάσεως

Μαρτυρίες αγωνιστών
Πρώτα ό λόγος στους πρωτομάστορες του αγώνα, στους καπεταναίους και λοιπούς αγωνιστές πού σήκωσαν τα άρματα, πολέμησαν και θυσιάσθηκαν.
Έλεγε λοιπόν ό περίφημος γέρος του Μωριά, ό Θ. Κολοκοτρώνης:
«Η επανάσταση ή εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Τής Ευρώπης οι επαναστάσεις είναι εναντίον των διοικήσεών των, είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ό πλέον δίκαιος, ήταν έθνος με άλλο έθνος».
Άλλοτε πάλι έλεγε «Ημείς όλοι οι Έλληνες, μη ανεχόμενοι πλέον τον βαρύτατον ζυγόν τής τυραννίας, με μίαν γνώμην και ορμήν, επικαλεσθέντες την θείαν βοήθειαν, εδράξαμε τα όπλα, επί σκοπώ να τον αποτινάξωμεν πλέον και να ζήσωμεν ελεύθεροι και απεφασίσαμεν ή ν’ αποθάνωμεν το έθνος ολόκληρον ή δούλοι τινός να μην είμεθα στο εξής» ή
«ό πόλεμος γίνεται διά την πατρίδα μας, είναι ιερός».
Τέλος είναι πασίγνωστος και κλασικός ό λόγος πού απηύθυνε ό Κολοκοτρώνης στην Πνύκα προς τη σπουδάζουσα τότε νεότητα, όπου μεταξύ άλλων είπε «Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα...αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία τής ελευθερίας μας και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναϊοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπό, και εκάμαμε την Επανάσταση». Ο δε στρατηγός Ι. Μακρυγιάννης έγραψε στα απομνημονεύματά του:
«Πήγα στοχάσθηκα και τόβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κινδύνους και αγώνες - θα τα πάθω διά την ελευθερίαν τής πατρίδος μου και τής θρησκείας μου».
Αλλού πάλι «Τότε οι Έλληνες ορκίσθηκαν να δουλέψουν για θρησκεία και πατρίδα και δεν τούς κόλλαγε μολύβι ούτε σπαθί» ή «Ορκισθήκαμε εις αυτό ό Καρατάσιος, ό Γάτζος και εγώ να είμαστε σύμφωνοι κι’ αχώριστοι διά την πατρίδα και θρησκεία και τον όρκον οπού κάμαμε όταν πρωτοσηκωθήκαμεν διά την λευτεριάν μας» ως και «Κι’ αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν διά την πατρίδα μας, διά την θρησκείαν μας, και πολεμούμεν όσο μπορούμεν εναντίον τής τυραγνίας».
«Κι’ όλοι οι άπλοί Έλληνες αγωνίσθηκαν με μεγάλον πατριωτισμόν και γενναιότητα διά την πατρίδα και θρησκεία. Κι’ αυτό ότ’ είναι ντουφέκι και σπαθί Ελληνικόν, θρησκευτικόν και πατριωτικόν» και
«Σάβανον έχω την σημαία οπούφκιασα και σ’ αυτείνη απάνου θέλω να πεθάνω υπέρ τής πατρίδος μου και θρησκείας μου... (και ή απάντηση των στρατιωτών του) . . .ήρθαμε να πεθάνωμεν εκεί οπού θα πεθάνης εσύ με την σημαία τής πατρίδος μας και θρησκείας μας».
Προς τον Θ. Κολοκοτρώνη έλεγε ό Μακρυγιάννης:
«Εγώ. αδελφέ. γνωρίζω τούς μεγαλυτέρους μου, όσοι δουλεύουν δια πατρίδα και θρησκεία, δι’ αυτά όπού εσηκώσαμε τ’ άρματα»
Τέλος στον επίλογο των απομνημονευμάτων του σημείωνε:
«Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζωνται διά την πατρίδα τους, διά την θρησκείαν τους, να ιδούνε τα παιδιά μου...και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζωνται εις το καλόν τής πατρίδας τους, τής θρησκείας τους και τής Κοινωνίας»
Ο άλλος δε στρατηγός και αετός τής Ρούμελης, ό Γ. Καραϊσκάκης, απευθυνόμενος στους Στερεοελλαδίτες (Δωριείς, Φωκείς, Θηβαίους και Λοκρούς) έγραψε: «Είναι φανερόν, αδελφοί,. ότι όλοι μαζί εδράξαμεν τα όπλα εξ αρχής τής Επαναστάσεως και συμφώνως τα εμεταχειρισθήκαμεν κατά του κοινού εχθρού τής πατρίδος και τής θρησκεία ς μας... (και κατέληγε) ενωθήτε μαζί μας διά να εξολοθρεύσωμεν ομοθυμαδόν τον εχθρόν και να ελευθερώσωμεν διά πάντα την πατρίδα και θρησκείαν. . .όσοι δεν βοηθήσουν στη σωτηρία τής πατρίδας και τής θρησκείας θα δώσουν λόγο στο Έθνος και στο θεό».
Άλλοτε πάλι έκανε έκκληση στους συμπατριώτες του λέγοντας:
«Ενωθήτε διά την πατρίδα, αδελφωθήτε διά την πίστιν και ορκισθήτε διά τον εξολοθρευμόν τού τυράννου, τού μόνου εχθρού τής πίστεως και τής πατρίδος».
Την παραμονή δε τής μάχης τής Αράχωβας παράγγελνε στον ηγούμενο τής μονής Ιερουσαλήμ τής Δαύλειας «να κάνουν ευκές και παρακλήσεις για μάς οπού πολεμάμε για πίστη και πατρίδα»
Τέλος ό ίδιος ό Καραϊσκάκης μαζί με τον Κ. Τζαβέλα, Ι. Μακρυγιάννη, Γεωργ. Δυοβουνιώτη, Δ. Σκαλτζά, Ν. Πανουργιά, Ν. Κριεζώτη και άλλους 17 Ρουμελιώτες καπεταναίους (συνολικά 24) σε κοινό έγγραφό τους προς την «Σεβαστήν Διοίκησιν των Ελλήνων, εις Ναύπλιον» στις 5-2-1825 μεταξύ των άλλων έγραψαν και υποστήριζαν:
«Αφ’ ου ό Θεός αποφάσισε να ελευθερωθώμεν από τας χείρας τοιούτων αντιθέων διδασκάλων, των Τούρκων.. .είχομεν ειρήνην αναμεταξύ μας... Τα έργα των χειρών μας ήτον ευτυχισμένα. Ο υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνας μας επροχώρει θαυμασίως».
Αλλά και ό Οδυσσέας Ανδρούτσος, σε γράμμα του προς τούς Γαλαξειδιώτες στις 22 Μαρτίου 1821, με το οποίο τούς παρακινούσε να συνεγερθούν, μεταξύ των άλλων τούς έγραψε:
«Ας ρωτήσουμεν την καρδιά μας και ό,τι μάς απανταχαίνει ας το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν, και ας είμεθα αδέλφια, βέβαιοι το πώς ο Χριστός μας ό πολυαγαπημένος θα βάλει το χέρι απάνω μας».
Και ό Βαρνακιώτης, άλλος Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, σε προκήρυξη του, στις 25 Μαΐου 1821, για να ξεσηκωθούν οι Έλληνες τού Ξηρομερίου, έγραψε:
«Σάς ειδοποιώ λοιπόν ότι έφθασεν ή στιγμή να αποτινάξωμεν τον τόσο βαρύ ζυγόν, να λείψετε όλοι σας από τα δυσβάστακτα δοσίματα, από τις ανυπόφορες αγγαρίες, από την καταφρόνισιν τής τιμής και θρησκείας μας και από αυτόν τον επικείμενον κίνδυνον της ζωής μας».
Τέλος ό Αλέξανδρος Υψηλάντης στην προκήρυξη πού απηύθυνε στις 23 Φεβρουαρίου 1821, ως επικεφαλίδα είχε το σύνθημα:
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»
Στο κύριο δε σώμα τής προκηρύξεως έγραψε:
«Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον διά να υψώσωμεν τον σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν: λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα και την Ορθόδοξον ημών πίστιν, από την άσεβή των άσεβών καταφρόνησιν».
Αλλά και ό Γεωργάκης Ολύμπιος στη προκήρυξη του κατέληγε:
«Εμπρός αδέλφια! Ας πεθάνουμε κοιτάζοντας άφοβα το θάνατο στα μάτια. Ζήτω ή θρησκεία και ή ελευθερία τής Ελλάδος»

Διακηρύξεις Εθνοσυνελεύσεων
Μετά τις παραπάνω ενδεικτικές θέσεις των διαφόρων πρωταγωνιστών τής Ελληνικής Επαναστάσεως, καιρός είναι να διερευνηθούν και οι θέσεις τις οποίες έλαβαν οι αντιπρόσωποι του Έθνους, οι λεγόμενοι τότε παραστάτες, στις κατά καιρούς Εθνοσυνελεύσεις.
Στην πρώτη λοιπόν Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο οι Έλληνες διακήρυξαν «Ο κατά των Τούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινας δημαγωγικάς και στασιώσεις ή ιδιοτελείς μέρους τινός του σύμπαντος Ελληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου μόνη αιτία είναι ή ανάκτησις του δικαίου τής προσωπικής ημών ελευθερίας, τής ιδιοκτησίας και τής τιμής, τα οποία . . .από ημάς μόνον ή σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Οθωμανών τυραννία επροσπάθησε με βίαν να αφαιρέση και εντός τού στήθους ημών να πνίξη».
Ενώ ή τρίτη Εθνοσυνέλευση πού συνήλθε πάλι στην Επίδαυρο (Απρίλιος 1826) διακήρυξε «Ο λαός τής Ελλάδος έλαβε τα όπλα και δεν ζητεί διά των όπλων παρά την δόξαν και την λαμπρότητα τής τού Χριστού Εκκλησίας, ή οποία μετά τού ιερού αυτής κλήρου κατεδιώκετο και καταφρονείτο».
Στην Εθνοσυνέλευση δε πού συνήλθε στην Τροιζίνα (Μάρτιος- Μάϊος 1827) διακηρύχθηκε:
«Ως Χριστιανοί ούτε ήτον ούτε είναι δυνατόν να πειθαρχήσωμεν δεσποζόμενοι από τούς θρησκομανείς Μωαμεθανούς, οι οποίοι κατέσχιζον και κατεπάτουν τας αγίας εικόνας, κατεδάφιζον τούς ιερούς ναούς, κατεφρόνουν το ιερατείον, υβρίζοντες το θείον όνομα τού Ιησού, τού τιμίου Σταυρού• και μάς εβίαζον ή να γίνωμεν θύματα τής μαχαίρας των αποθνήσκοντες Χριστιανοί ή να ζήσωμεν Τούρκοι, αρνηταί τού Χριστού και οπαδοί τού Μωάμεθ. Πολεμούμεν προς τούς εχθρούς τού Κυρίου μας ..ο πόλεμος μας δεν είναι επιθετικός, είναι αμυντικός, είναι πόλεμος τής δικαιοσύνης κατά τής αδικίας, τής Χριστιανικής θρησκείας κατά τού κορανίου, τού λογικού όντος κατά τού αλόγου και θηριώδους τυράννου».
Τέλος οι παραστάτες των επαρχιών στη Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος (Απρίλιος 1823) έδιναν τον παρακάτω όρκο:
«Ορκίζομαι εις το άγιον όνομα τής τρισυποστάτου Θεότητος και εις την γλυκυτάτην Πατρίδα, πρώτον μεν ίνα ελευθερωθή το Ελληνικόν Έθνος ή με τα όπλα εις τας χείρας να αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος».

Κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών.
Επιχειρώντας κάποια εκδίπλωση των κρίσεων και απόψεων των διαφόρων ιστορικών τής τότε εποχής θα περιορισθούμε μόνο στους κυριώτερους και, κατά το δυνατόν, πιο ειδήμονες των πραγμάτων.
Και πρώτα στον επίσημο ιστορικό τού 1821, τον Σπ. Τρικούπη, πού έγραψε: «Η Ελληνική Επανάστασις. . . διακρίνεται των λοιπών διά τινα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολλού άξια λόγου.
….Επιχείρησε επιχείρημα δεινότερον και ενδοξότερον, να εξώση διά των όπλων εκ τής Ελλάδος ξένην και αλλόθρησκον φυλήν. . . (τα άλλα έθνη) εκινήθησαν μόνον προς υπεράσπισιν των πολυμόχθως άλλοτε αποκτηθέντων και ασυστόλως τότε καταπατουμένων πολιτικών δικαίων...
Αλλ’ ή Ελλάς και προέθετο και εκήρυξε ενώπιον Θεού και ανθρώπων εξ αρχής του αγώνος, ότι ωπλίσθη προς συντριβήν του ξένου ζυγού και προς ανέγερσιν του εθνισμού και τής ανεξαρτησίας της».
Αλλού δε ό ίδιος ιστορικός σημείωνε «(Οι Έλληνες είχαν αναδεχθεί) μετά σταθεράς αποφάσεως τον ιερόν αγώνα τής πίστεως και τής πατρίδος, τής ελευθερίας και τής δικαιοσύνης, τής εθνικής τιμής και τής ευδαιμονίας εναντίον τής πνευματικής καταθλίψεως και τής αρπαγής τής πατρώας γης, τής δουλείας και τής αδικίας του εθνικού εξουδενισμού και τής κοινωνικής αθλιότητος..».
Ο δε Φιλήμων έγραψε «Ο Έλλην απεφασίσθη και εσχάτως εν ονόματι τής πίστεως και τής πατρίδος του να ριφθή νεκρός άπό τα ύψη.»
Και ό Φ. Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος σημείωνε «Αλλ’ ούτε άπό άλλον τινά επαρακινήθησαν παρά μόνον άπό το αίσθημα τής ελευθερίας και άπό το θρησκευτικόν πνεύμα».
Και ό Γ. Τερτσέτης έλεγε: «θέλω, κύριοι, σήμερον να εξετάσω τι έκαμε, τι εβουλήθη να κάμη ό βοσκός, ό ναύτης, ό έμπορος, ό γραμματισμένος, ό ιερωμένος τής Ελλάδος κατά το 1821, διά να εύρω τι πιστεύει ό Ελληνικός λαός….Το κηρύττω με συντομία• Ηθέλησε να θεμελιώση βασιλεία Ελληνική».
Κατά τον Ν. Μακρή δε «ό πόλεμος ήταν αμείλικτος και άσπονδος για την πίστη και την πατρίδα» και ότι έγινε απ’ όλους μαζί «τον κλήρο, τούς πλουσίους προύχοντες, τούς γενναίους κλέφτες και αρματωλούς».
Ο ίδιος δε σ’ άλλο σημείο έγραψε ότι ό ναύαρχος των Σπετσών Γεώργ. Ανδρούτσος έλεγε ότι οι πολιορκούμενοι του Μεσολογγίου «έχουν αποφασίσει να πεθάνουν διά την πίστιν και την πατρίδα». Αλλά και ό αυτός ό Ελβετός Μάγιερ παρουσίαζε τον αγώνα του Μεσολογγίου ως αγώνα για την θρησκεία.
Μα και οι ξένοι ιστορικοί πού έζησαν άπό κοντά και καταπιάστηκαν να γράψουν για την Ελληνική Επανάσταση σημειώνουν:
Ο Γεώργιος Φίνλεϋ: «Οι κάτοικοι τής Ελλάδος, Έλληνες ή Αρβανίτες, μάχονταν για να κερδίσουν την θρησκευτική τους ελευθερία και για να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία τής χώρας τους... (Έλληνες και Τούρκοι) εμπνέονταν άπό δυνατά αισθήματα εθνικής αποστροφής καθώς και θρησκευτικής».
Ο δε Pouqueville ονομάζει την Ελληνική επανάσταση ως «ανάλαμψιν Ορθοδοξίας» και μνημονεύει κάποιον αρχιμανδρίτη Θεοδόσιο, ό οποίος με εντολή του ναυάρχου Τομπάζη, έστειλε προκήρυξη προς τον ορθόδοξο κλήρο, όπου μεταξύ των άλλων έγραψε:
«Εγέρθητε και ό Θεός των ισχυρών θα προηγηθή. Ελευθερία πίστεως, ανεξαρτησία, πατρίς, ιδού ή πολεμική ημών κραυγή. Προσεύχεσθε, ευλογείτε, μάχεσθε. Ουδείς δε εξ υμών μενέτω αμέτοχος εν τω ιερώ πολέμω».
Σε άλλο δε σημείο τής ιστορίας του ό ίδιος ιστορικός σημειώνει ότι στην Αίγινα, όπου ευλογήθηκε ή σημαία τής εξεγέρσεως άπό τον επίσκοπο Γεράσιμο εκφωνήθηκε ή εξής προκήρυξη:
«Εν ονόματι τον παντοκράτορος Θεού:
Το Ελληνικόν έθνος...τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν εις τα όπλα διά να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσσους τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό».
Και ό Μάγιερ έγραψε στα «Ελληνικά χρονικά» του «Εις όλας αυτάς τας δυνάμεις (τού Ιμπραήμ και τού Κιουταχή) έχομεν να αντιπαραταχθώμεν, αι δε ημέτεραι δεν είναι άλλαι, ει μη ό Θεός, ή Πατρίς και οι βραχίονές μας».

Θρησκευτικο-εθνικοαπελευθερωτικός ό χαρακτήρας τις Έλλην. Επαναστάσεως
Από αυτά τα λίγα ερανίσματα κειμένων των αγωνιστών και αυτοπτών ιστορικών θέλω να πιστεύω ότι κάθε αντικειμενικός και ανεπηρέαστος ερευνητής-μελετητής μπορεί αβίαστα και αυθόρμητα να συμπεράνει ότι ό αγώνας των Ελλήνων τού 1821 όχι μόνο δεν είχε ταξικό ή κοινωνικό χαρακτήρα αλλ’ ούτε απλώς εθνικοαπελευθερωτικό. «Πρώτιστα και βασικά» ό αγώνας ήταν ιερός, θρησκευτικός. Γινόταν μεταξύ Ορθοδόξων Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Ίσως δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε και να το ομολογήσουμε. Πάντως ό ίδιος ό σουλτάνος Μαχμούτ Β’ αναγνώρισε και χαρακτήρισε τον ξεσηκωμό των «απίστων ραγιάδων» ως θρησκευτικό. Με προκηρύξεις δε και διαγγέλματά του πού διαβάστηκαν μέσα στα τζαμιά προσπάθησε να υποδαυλίσει και εξάψει και αυτός το θρησκευτικό φανατισμό, το μένος και αντεκδικητικότητα και των Μωαμεθανών κατά των «απίστων» χριστιανών.
Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, σαν προσπάθεια θρησκευτικής αντιπαραθέσεως και αντεκδικήσεως των Τούρκων θα πρέπει να δούμε και τις πολλαπλές φυλακίσεις και τις θανατώσεις Πατριαρχών και λοιπών αρχιερέων στην Κων/πολη, και στις επαρχίες.
Είναι δε γνωστό ότι στις συγκρούσεις, πού είχαν οι Τούρκοι με τούς Έλληνες, προσπαθούσαν να συλλάβουν ζωντανούς για να τούς βασανίσουν, τούς χριστιανούς κληρικούς, ώστε επάνω τους να εκτονώσουν την οργή και το μίσος τους κατά των «γκιαούρηδων».
Ας μη ξεχνούμε ακόμα ότι αυτή τη θρησκευτική πίστη οι Έλληνες τη ζούσαν με πάθος σε κάθε στιγμή τού αγώνα, πού έφθανε κάποτε μέχρι δεισιδαιμονίας και θρησκοληψίας. Η ευλάβεια τους δεν ήταν τυπική ή επιφανειακή και επίπλαστη αλλά ουσιαστική και βαθειά, πού έδειχνε πόσο έντονα τούς διακατείχε και πόσο είχαν ταυτίσει θρησκεία- πατρίδα - ζωή.
Ήταν λοιπόν ό αγώνας εκείνος, το επαναλαμβάνω για να το κάμουμε συνείδηση και να το ομολογούμε ευθαρσώς όλοι μας, πρώτιστα και πάνω απ’ όλα πόλεμος θρησκευτικός, πόλεμος ιερός. Έπειτα εθνικοαπελευθερωτικός. Πρώτα υπέρ βωμών και έπειτα υπέρ εστιών. «Υπέρ πίστεως πρώτον και έπειτα υπέρ πατρίδος». Κατά κύριο λόγο σύγκρουση δυό θρησκειών. Μιά προσπάθεια ρεβάνς για τα όσα μέχρι τότε υπέφεραν ταπεινοί και καταφρονημένοι οι Χριστιανοί από τούς Μουσουλμάνους. Βέβαια ή Φιλ. εταιρεία προετοίμασε το γένος για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, αλλ’ από την πρώτη στιγμή τής εκρήξεώς του αυτός μεταμορφώνεται σε θρησκευτικό. Χαρακτηριστικά ό Φωτάκος γράφει ότι ή Επανάσταση έγινε για να ταπεινώσει ό Έλληνας «τον υβριστήν τής θρησκείας του και των ιερών τον». Ο Υψηλάντης από το Ιάσιο παρακινεί τούς Έλληνες να ορμήσουν στις μάχες πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος. Ίσως και οι Τούρκοι, (τυφλωμένοι από το Θεό;) με ορισμένες ενέργειές τους (φυλακίσεις και θανατώσεις αρχιερέων, πυρπολήσεις ναών, βεβηλώσεις ιερών και οσίων‚ έξαψη θρησκευτικού φανατισμού Μουσουλμάνων) άθελά τους συμβάλλουν ώστε πολύ γρήγορα ό απελευθερωτικός αγώνας να μετατραπεί σε θρησκευτική αντιπαράθεση.
Το «σχοινί του Πατριάρχη» είναι μπροστά σε κάθε Έλληνα αγωνιστή και γίνεται κόκκινο πανί πού τον μεθά και μαγνητίζει αλλά και βουκέντρα πού τον ωθεί να ρίχνεται στις μάχες με άμετρη τόλμη και θάρρος, πού μόνο ή θρησκευτική πίστη μπορεί να εμπνεύσει και οιστρηλατήσει.
Πρωταρχικό κίνητρο λοιπόν τού αγώνα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το θρησκευτικό πάθος, πού εξάφθηκε τότε ακόμα περισσότερο, ώστε να διαμορφωθεί ό αγώνας σε θρησκευτικό ιερό πόλεμο τού «τώρα ή ποτέ» και τού «όλα ή τίποτε».
Μέσα σε μιά τέτοια μεγαλοβδομαδιάτικη θρησκευτική ατμόσφαιρα κατάνυξης και ανάτασης ψυχής έζησαν και βίωσαν όλοι οι Έλληνες εκείνη την τιτάνια σύγκρουση, βέβαιοι όντας ότι «εγγύς το Πάσχα». Γρήγορη ή λύτρωση. Γι’ αυτό αντί άλλου χαιρετισμοί είχαν το «Χριστός Ανέστη και ή Ελλάς ανέστη» και σα φλάμπουρο νίκης ανέμιζε (και από τότε εξακολουθεί μέχρι σήμερα) ό Σταυρός του Χριστού, τής πίστης τους. Όλα τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα και επινοήσεις των μεταγενεστέρων, ίσως από κάποιο πνεύμα εγωϊστικής αντίδρασης αν μη αντιχριστιανικής πολεμικής σκοπιμότητας και δεοντολογίας..

*Απαραίτητη σημείωση. Ότι υπάρχει μέσα σε εισαγωγικά, ο συγγραφέας του έργου στο τέλος της κάθε σελίδας παραθέτει και την πηγή του. Σ’ ολόκληρο το βιβλίο (400 σελ. περίπου) υπάρχουν πάνω από 800 τέτοιες σημειώσεις(!!).

Πηγή: Η εκπληκτική έρευνα του Κου ΠΕΤΡΟΥ Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΖΗ δ Θ., «ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ’21 (αντίδραση ή προσφορά; ), Ξάνθη 1905.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com