Ο επιδράσεις του Κοσμά και ό θάνατός του (24 Αυγούστου 1779)


Η επιτυχία του Κοσμά στην ίδρυση σχολείων είναι μεγάλη, γιατί συναρπάζοντας με την ευγλωττία του το ακροατήριο συγκεντρώνει για τον σκοπό του μέσα σε λίγο διάστημα μεγάλα ποσά σε μετρητά, πράγματα και ασημικά. Για να διαδώση την ελληνική στα βλαχόφωνα και αλβανόφωνα μέρη, ζητεί από τούς χωρικούς τής Ηπείρου να ιδρύουν σχολεία και να μη μιλούν μεταξύ τους παρά μόνον ελληνικά. Για να τούς ανταμείψη, υπόσχεται να πάρη όλα τα αμαρτήματά τους επάνω του και να βάλη τούς χριστιανούς να τον συγχωρήσουν. Συγκεκριμένα ύστερ’ από ομιλία στο Συρράκο και Καλαρίτες στα 1777 για την μηδαμινότητα των πολυτελών φορεμάτων, κοσμημάτων κ.λ. συγκίνησε τόσο πολύ τις γυναίκες, ώστε πούλησαν τα στολίδια τους και με τα χρήματα μπόρεσαν να βελτιώσουν τα σχολεία τους
Οι αντιλήψεις αυτές του Κοσμά, διοχετευμένες στον λαό με την δύναμη του θρησκευτικού συναισθήματος, θα επέδρασαν βαθιά στους δίγλωσσους ή ξενόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς και θα απέδωσαν ασφαλώς αποτελέσματα, πού είναι δύσκολο σήμερα να τα εκτιμήσουμε με ακρίβεια. Από τότε θα άρχισε να υποχωρή βαθμιαία ή βλαχική. Έτσι π.χ. αναφέρει η παράδοση ότι τα χωριά Μουτσιάρα, Τυφλοσέλι, Καμνάι, Καλογριανή και Βανακούλια παύουν να μιλούν την βλαχική.
Μολαταύτα αξιοσημείωτο είναι ότι δεν διαπιστώνουμε προσπάθειες του Κοσμά να συνειδητοποιήση στους Έλληνες την αρχαία καταγωγή τους. Στα σωζόμενα κείμενα των ομιλιών δεν παρουσιάζονται στοιχεία κλασσικής μορφώσεως, αλλά μόνο χριστιανικής. Η λέξη «Έλλην» έχει την χριστιανική της έννοια, σημαίνει εθνικός, ειδωλολάτρης.
Σημαντικές επίσης είναι αι επιδράσεις του Κοσμά και στην ανάπλαση της ελληνικής κοινωνίας. Ο σύγχρονός του ιστορικός της Κεφαλληνίας Λοβέρδος γράφει ότι «η αυστηρότης του ήθους, η ευαγγελική απλότης των λόγων και η δύναμις των επιχειρημάτων του επέφερον τοιαύτην μεταβολήν ηθών, ώστε πολέμιαι οικογένειαι εφαίνοντο συμβιούσαι αδελφικώς, ασπαζόμεναι αλλήλας και αιτούμεναι αμοιβαίως συγχώρησιν. Άνθρωποι διαπράξαντες βαρέα εγκλήματα εφαίνοντο κλαίοντες πικρώς τα αμαρτήματα αυτών και πανταχόθεν προσερχόμενοι εις εξομολόγησιν. Γάμοι διαλελυμένοι από πολλών ετών πάλιν απεκαθίσταντο. Πόρναι εγκατέλειπον το αισχρόν αυτών έργον και επέστρεφον πλήρεις μετανοίας και σωφροσύνης. Δεσποινίδες πλούσιαι και καλαί τα πολύτιμα αυτών κοσμήματα εδωρούντο τοις πτωχοίς ή τοις ναοίς. Δίκαι κατέπαυσαν. Κλοπιμαία επεστράφησαν. Ύβρεις συνεχωρήθησαν. Άνθρωποι διεφθαρμένοι ενεδύοντο το μοναχικόν σχήμα και ηκολούθουν τον ιεροκήρυκα και εν ολίγοις μετεβλήθη η όψις της νήσου και σύμπας ό λαός κατέστη μία οικογένεια. Η μετριοπάθεια αυτή και η ησυχία διήρκεσαν επί τινα χρόνον και αι δίκαι έπαυσαν μετά των ανθρωποκτονιών και των κλοπών». Αξιοσημείωτο είναι το φαινόμενο της ομαδικής αυτής υποβολής.
Ο ίδιος ό Κοσμάς λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του κάμνοντας τον σύντομο απολογισμό του έργου τής ζωής του γράφει στον αδελφό του Χρύσανθο (2 Μαρτίου 1779): «Τα κατ’ εμέ δε και περί εμέ φαίνονται πολλά και απίστευτα εις τούς πολλούς και μήτε εγώ δύναμαι να τα καταλάβω. Τόσον δε μόνον λέγω σοι διά να δοξάσης τον Κύριον και να χαρής, ότι γίνεται αρκετή μετάνοια εις τούς αδελφούς. Έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία Ελληνικά εποίησα, διακόσια διά κοινά γράμματα, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον μου βεβαιούντος διά τινών επακολουθησάντων σημείων. Πλην δόξα τω λέγοντι, η γάρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται».
Πραγματικά ό πατήρ Κοσμάς υπήρξε ό μεγαλύτερος παιδαγωγός το εκβαρβαρωμένου από την σκλαβιά και τις καταπιέσεις λαού τής Δυτικής Ελλάδας.
Όσο όμως ό Κοσμάς επιδρούσε βαθύτερα στις λαϊκές μάζες, τόσο μεγαλύτερη αντίδραση συναντούσε κυρίως από τούς πλουσίους, τούς κοτζαμπάσηδες και ανώτερους κληρικούς, γιατί τα κηρύγματά του για την ισότητα των ανθρώπων και για την κατάπαυση των αδικιών και των καταπιέσεων τούς ανησυχούσαν πολύ. Το περιεχόμενο αυτό τής διδασκαλίας του απειλούσε να φέρη αναταραχή στο κοινωνικό καθεστώς. Κοντά σ’ αυτά ας προστεθή η εχθρότητα των Εβραίων εναντίον του, γιατί —επηρεαζόμενος, φαίνεται, όχι μόνον από τις προαιώνιες λαϊκές παραδόσεις για τον ρόλο τους κατά την σταύρωση του Χριστού και για μυστικές και αιματηρές θυσίες τους, αλλά και από ζην αισχροκέρδεια και την φιλοχρηματία τους — τούς θεωρούσε εχθρούς του Χριστού και της πίστεως, προπαγάνδιζε την καθιέρωση τής Κυριακής αγίας, επομένως τη μετάθεση του παζαριού στο Σάββατο και καταδίκαζε κάθε συναλλαγή μαζί τους.
Η αντίδραση εναντίον του Κοσμά έγινε σφοδρότερη ιδίως κατά το τελευταίο έτος τής ζωής του και σ’ αυτήν φαίνεται ότι οι εχθροί του κατορθώνουν να συμπαρασύρουν μέρος του λαού και τούς Βενετούς προνοητές του Ιονίου. Σχετικά ό προνοητής τής Πάργας παρατηρούσε στις 30 Απριλίου 1779 (π. η.) ότι οι κάτοικοι της ήταν διαιρεμένοι ως προς την στάση τους απέναντι του «καλογήρου» και ότι ό ενθουσιασμός τους δεν ήταν πια ό ίδιος με τον περυσινό.
Ο Κοσμάς όμως μένει απτόητος και είναι αποφασισμένος ν’ αντιμετωπίση και αυτόν ακόμη τον θάνατο. Τότε οι Εβραίοι, οι οποίοι είχαν αρχίσει να δοκιμάζουν τα αποτελέσματα του αντισημιτικού του κηρύγματος, κατορθώνουν να εξαγοράσουν τον Κούρτ πασά του Μπερατιού και αυτός με την πρόφαση ότι ξεσηκώνε, τούς ραγιάδες εναντίον των Τούρκων διατάζει να τον συλλάβουν. Πραγματικά τον πιάνουν στο χωριό Κολικόντασι και τον κρεμούν έξω απ’ αυτό στις 24 Αυγούστου 1779, στην θέση Μπουγιαλή, κοντά στον Άψο ποταμό. Εκεί μερικά χρόνια αργότερα ό Αλή πασάς των Ιωαννίνων, ό οποίος του είχε δείξει την εύνοιά του, ύψωσε μεγάλο μοναστήρι, όπου κατά την επέτειο του θανάτου του συνέρρεαν εκατοντάδες προσκυνητών και αγρυπνούσαν με προσευχές γύρω από τον τάφο του. Η ανάμνηση του Κοσμά έμεινε ζωηρή στους μεταγενεστέρους.
Ο Κοσμάς υπήρξε ό πιο δραστήριος και φλογερός νεομάρτυρας, πού χάραξε βαθιά τα ίχνη του στην ιστορική μνήμη του ελληνικού λαού, προ πάντων στην Ήπειρο. Ορισμένα στοιχεία τής διδασκαλίας του έπειτα προσαρμόζονταν προς τα κατά καιρούς γεγονότα και παρουσιάζονταν ως προφητείες του. Οι κάτοικοι των χωρών από τον Ασπροπόταμο ως την Αλβανία και από την Ήπειρο ως την Θράκη ζουν ακόμη ως σήμερα την θρυλική παράδοση του Κοσμά. Την ακτινοβολία του δεν την φανερώνουν μόνον οι πολλές παραδόσεις πού κυκλοφορούν ακόμη στην ύπαιθρο για την δυνατή προσωπικότητα του αγίου, αλλά και οι συχνές τοιχογραφίες του πού κόσμησαν τις εκκλησίες μετά τον θάνατό του, το κτίσιμο νέων εκκλησιών στο όνομά του και η τιμητική θέση του στην νεοελληνική γραμματεία και λογοτεχνία. Το πέρασμά του άφησε επίσης ζωηρές εντυπώσεις και στους Αλβανούς: πολλές από τις προφητείες του, του «Τζιομπάν Μπαμπά Κοσμά», όπως τον ονόμαζαν, είχαν διαδοθή και σ’ αυτούς.
Το κήρυγμα του Κοσμά ήταν προτροπή για αγάπη, ομόνοια και εμμονή στην ορθόδοξη πίστη. Χάρη στο κήρυγμά του αυτό παρατηρείται κάποια στασιμότητα στους εξισλαμισμούς στην Ήπειρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία πού μας έδινε ό Ψαλίδας λίγα χρόνια αργότερα, ό ελληνισμός εκεί παρουσίαζε την εξής εικόνα: «εφυλάχθησαν εις την Ήπειρον Έλληνες ως την σήμερον, και εις πόλεις και εις τα χωριά καθώς εις την Τζαμουριάν, δηλ. Δέλβινον, Παραμυθίαν, Χειμάρραν, Δρυμάδες, Παλιάσαν, Πλεσίβιτζαν, Φοινίκην, Σαγιάδαν και κατά τα ήθη και κατά την γλώσσαν• ομοίως όλη η Δρυϊνούπολις κοινώς Δερρόπολις από Δερβιτζιάνων, ως κρατεί το βουνό Αργυροκάστρου, ως Λάκκαν, Παρακάλαμον και ως Πρέβεζαν και Άρταν, ομιλούν ελληνικά όλα τα χωριά και είναι χριστιανοί. Τα Ιωάννινα με όλα σχεδόν τα χωριά των είναι Έλληνες, καθώς και εις όλην την Πωγωνανήν και Κόνιτζαν, ως τα Μεσογέφυρα και το βουνό Κολόνιαν».
Γενικά το έργο του Κοσμά, κοινωνικό και εθνικό, ήταν πλούσιο σε αποτελέσματα. Πραγματικά αναδείχθηκε «πρώτος και μέγας ευεργέτης του έθνους», γιατί στάθηκε κοντά στον λαό, τον βοήθησε στην ηθική του αναμόρφωση και στην πνευματική του ανάνηψη και προετοίμασε το έδαφος για την πολιτική του ελευθερία: στερέωσε την πίστη του στην ορθοδοξία και πολλαπλασίασε τα σπέρματα της ελληνοχριστιανικής παιδείας. «Η εργασία μου, η ιδική μου, έλεγε στους χριστιανούς, είναι και ιδική σας, είναι τής πίστεώς μας, του Γένους μας». Επομένως ακολουθώντας την προαιώνια βυζαντινή παράδοση θεωρεί τις έννοιες ορθοδοξία και ελληνισμός επάλληλες και εργάζεται για την αναζωπύρωση τής ορθόδοξης πίστεως και έμμεσα για την αφύπνιση της ελληνικής συνειδήσεως. Ο Κοσμάς έχει τιμητική θέση κοντά στον καθηγητή και πνευματικό του οδηγό Ευγένιο Βούλγαρι και υψώνεται σε προφητικό οραματιστή και ιεραπόστολο μιας ιδέας, την οποία καλλιεργούν επίσης με ζήλο ό Ρήγας Βελεστινλής και ό Αδαμάντιος Κοραής. Μακριά στον ορίζοντα ροδίζει η αυγή τής αναγεννήσεως και τής ελευθερίας του ελληνικού λαού.
Το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου και η συνθήκη τού Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), πού είχε προκαλέσει τόσες επιδράσεις, καθώς και την αναπροσαρμογή των ιδεών του Κοσμά του Αιτωλού προς τις νέες συνθήκες ζωής του ελληνικού λαού, έχε και άλλες ακόμη σημαντικές επιπτώσεις, δημογραφικές, τις οποίες θα μελετήσουμε αμέσως παρακάτω.

Πηγή: Ο αξεπέραστος Απόστολος Βακαλόπουλος, στην Ιστορία του Νέο Ελληνισμού –Δ’ τόμος, Θεσσαλονίκη 1973.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com