ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΙΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ
ΧΩΡΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΖ’ ΚΑΙ ΙΗ’ ΑΙΩΝΑ


Η Εκκλησία και οι πνευματικοί της αγώνες.
Μιλώντας στο παραπάνω κεφάλαιο για την εξάπλωση της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού στον βαλκανικό χώρο είδαμε την αξιοσημείωτη δράση των κληρικών. Ποια όμως είναι η πνευματική και ειδικά η παιδευτική δραστηριότητά τους στον ελληνικό χώρο;
Ο ομφαλός της εξακολουθεί να είναι η Κωνσταντινούπολη, η έδρα του οικουμενικού πατριάρχη, ό οποίος ζή με απλότητα πού εντυπωσιάζει τούς ξένους: υπηρετείται από δύο κακοντυμένους μοναχούς και 2-3 λαϊκούς• το δωμάτιό του είναι γυμνό και φτωχικό, παρατηρεί ό Pere Tarillon στα 1714, και ό ίδιος δεν έχει τίποτε επάνω του πού να τον ξεχωρίζη από τούς άλλους κληρικούς. Συσπειρωμένοι γύρω από το πατριαρχείο (βλ. εικ. 24) οι Έλληνες και τριγυρισμένοι τα ερείπια του παλιού μεγαλείου ζουν με τις αξέχαστες αναμνήσεις του. Είναι περήφανοι για την καταγωγή τους και εμμένουν με σταθερότητα στην πίστη τους. «Θα έλεγε κανείς, γράφει ό ίδιος ξένος κληρικός, ότι αυτή η μεγάλη πόλη και όλη η δύναμη πού περικλείει ανήκει σ’ αυτούς».
Η ορθόδοξη εκκλησία με την εμμονή της στην παράδοση και με την ακαμψία των δογμάτων της ασκεί άκρο σεβασμό και γοητεία στους πιστούς της, ακόμη και στους ξένους. «Δεν αντέχονται, γράφει ό διαμαρτυρόμενος και καλός γνώστης του θέματος Ricaut, την παραμικρή αλλαγή στο λατρευτικό τους μέρος, όσο ασήμαντη κι’ αν είναι και όσο κι’ αν έχη μικρή σχέση με την ουσία τής θρησκείας. Οι λειτουργίες τους π.χ. έχουν ένα παράλογο μάκρος (όπως μου ομολόγησαν μερικοί από τούς ιερείς τους) και μερικά σημεία πού θυμίζουν ειδωλολατρεία, άλλα πάλιν, για τα οποία οι πιο φρόνιμοι ντρέπονται και θα εύχονταν να τ’ αποκόψουν. Μολαταύτα δεν θα τολμούσαν να μεταρρυθμίσουν τίποτε, ούτε ακόμη το ύφος. Λέγουν πώς όλα αυτά τα πράγματα έχουν παρεντεθή έτσι μέσα στο σώμα τής θρησκείας, ώστε δεν θα μπορούσε κανείς να τα αποσπάση χωρίς να θέση σε κίνδυνο την ίδια την θρησκεία».
Την αντανάκλαση τής αυστηρής αυτής λατρείας την βρίσκει κανείς και στην θρησκευτική ζωγραφική, την μόνη μορφή τέχνης πού εξακολουθεί να υφίσταται κατά την τουρκοκρατία. Οι εικόνες των αγίων ήταν ζωγραφισμένες επάνω σε χρυσό φόντο με στύλ «ξερό και σκληρό», όπως τις χαρακτηρίζει ό Άγγλος περιηγητής Dallaway, ό οποίος —όπως και τόσοι άλλοι— δεν είναι σε θέση να κατανοήση το πνεύμα τής βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης. «Δεν έχουν οι Έλληνες, προσθέτει, την παραμικρή ιδέα από προοπτική και ιστορία».
Τα τρωτά όμως της ορθόδοξης εκκλησίας βρίσκονται αλλού, στο ήθος και στην μόρφωση των λειτουργών της, μοναχών, ιερέων και ανώτερων κληρικών. Τα μελανά τους σημεία και οι αδυναμίες τους, πού κατά ένα μεγάλο μέρος απορρέουν από την σκλαβιά, κάνουν πολύ κακή εντύπωση. Εκτός από τούς αληθινούς φορείς του πνεύματος του Χριστού, οι άλλοι, απαίδευτοι, βάναυσοι κι ανήθικοι, κηλίδωναν όχι μόνο το δικό τους όνομα, αλλά και γενικότερα της Εκκλησίας. Ιδίως οι ασίγαστες φιλοδοξίες τους, πού απέβλεπαν προς το πατριαρχικό αξίωμα, ύφαιναν με την ανάμειξη των Φαναριωτών και με την επέμβαση ισχυρών Τούρκων να δυσδιάκριτο πλέγμα από δολοπλοκίες. Έτσι εξηγούνται οι αλλεπάλληλες βραχυχρόνιες αλλαξοπατριαρχείες, προς μεγάλη χαρά των παραγόντων του σουλτανικού παλατιού, οι οποίοι προθυμοποιούνταν να εξαγοραστούν με μεγάλα ποσά για να υποστηρίξουν την άνοδο του νέου Πατριάρχη. Το φαινόμενο αυτό ήταν τόσο συχνό, ώστε να μακαρίζεται ό Καλλίνικος ό Β’ ό από Προύσης (1694-1702), πού πατριάρχευσε —για τρίτη όμως φορά— οκτώ ολόκληρα χρόνια αμετακίνητος και πέθανε επάνω στον θρόνο του, γεγονός ασυνήθιστο κατά τον αιώνα εκείνον. Έτσι καταπολεμούνταν, όπως γράφει ό Υψηλάντης, «εκατέρωθεν ό αποστολικός και αυγουστότατος αυτός θρόνος. . . ου μόνον διά κακίαν και πάθη των αρχιερέων τε και κληρικών, αλλ’ εσθότε και διά παρανόμους επιπηδήσεις πατριαχευσάντων τινών». Ντρέπεται ό ίδιος για την κατάντια των αρχιερέων αυτών και αφήνει σε άλλους «ειδότας και βουλομένους» να καταγράψουν «τούς βίους των, τα ήθη, τας πράξεις τας αισχροκερδείς και εν κρυπτέ αρπαγάς».
Η σιμωνία λοιπόν και τα ποικίλα δώρα διασπαθίζουν τα πατριαρχικά χρήματα, διαφθείρουν τις συνειδήσεις και εξευτελίζουν τόσο το κύρος του ανώτατου αυτού εκκλησιαστικού αξιώματος, ώστε μετά τα μέσα του 18ου αι. ν’ αποφεύγεται η πατριαρχεία. Το φαινόμενο τής σιμωνίας επαναλαμβάνεται πιο φανερά στις τάξεις των επισκόπων (βλ. εικ. 26) και των κατώτερων κληρικών. Έτσι το πατριαρχείο παρά τις πλούσιες δωρεές των διαφόρων ορθόδοξων ηγεμόνων και τις πρόθυμες συνεισφορές των ιδιωτών — δεν γνωρίζει ημέρες καλές. Η φτώχεια είναι η μόνιμη σύντροφός του.
Η κατάσταση είναι κάπως καλύτερη στα άλλα πατριαρχεία, πού είναι απομακρυσμένα από την πρωτεύουσα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνη ότι δεν ήταν φτωχά.
Από τούς οικουμενικούς πατριάρχες πού κυβέρνησαν την Εκκλησία με σύνεση, δεξιότητα, ευστροφία και ευρύτητα πνεύματος ξεχωρίζει ό Σαμουήλ Χαντζερής, πρώην μητροπολίτης Δέρκων, άνδρας με μεγάλη μόρφωση, ήθη αυστηρά και δυνατό χαρακτήρα, ό οποίος διαχειρίστηκε τις αγκαθερές υποθέσεις του Γένους σε δύσκολες περιστάσεις και κατόρθωσε ν’ αποδώση στον οικουμενικό θρόνο κάτι από την παλιά του αίγλη.
Ο Σαμουήλ, του οποίου το πορτραίτο μας το δίνει με δυνατές πινελιές ό ιστορικός της Εκκλησίας Σέργιος Μακραίος, γεννήθηκε και σπούδασε μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Προέρχεται από τον κύκλο των Φαναριωτών και υποστηρίζεται από σημαίνουσες προσωπικότητες. Ο Νερουλός τον αναφέρει ως φίλο των γραμμάτων και της μυήσεως του Γένους στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, κυρίως την γαλλική, αλλά ό Γεδεών του καταλογίζει συντηρητικό πνεύμα, αστοργία και περιφρόνηση προς τούς μεγάλους διδασκάλους του Γένους, Βούλγαρη και Νικηφόρο Θεοτόκη, τούς μύστες των θετικών επιστημών στην Ελλάδα.
Η αλήθεια είναι ότι ό Σαμουήλ σεβόταν τούς πατέρες της Εκκλησίας και τον Αριστοτέλη, αλλά θαύμαζε τούς Ευρωπαίους σοφούς των θετικών επιστημών, πού τόσα επιτεύγματα είχαν παρουσιάσει την εποχή εκείνη.
Στα 1766 και 1767 ό Σαμουήλ υπάγει τις αυτοκέφαλες αρχιεπισκοπές Ιπεκίου και Αχρίδας στον οικουμενικό θρόνο, προβάλλοντας ως αίτια τα τεράστια χρέη πού είχαν συνάψει, καθώς και την ακαταστασία πού επικρατούσε στις περιοχές εκείνες με την ανάμειξη των πασάδων του τόπου στην εκλογή των υποψήφιων αρχιεπισκόπων. Η ανώμαλη αυτή κατάσταση προετοίμαζε το κατάλληλο κλίμα για την προσέλευση των καταπιεζόμενων χριστιανών των περιοχών εκείνων στον ισλαμισμό.
Η κακή παράδοση τής σιμωνίας, πού παρατηρείται στις αυλές των πατριαρχείων, διέπει και τις μικρότερες των επισκόπων. Η κακή αυτή πλευρά, γνωστή στους πιστούς, προκαλεί τα πικρά σχόλιά τους. Έτσι ανώνυμος γράφει κατά τα τέλη του 18ου αι.: «Εκείνοι οπού εις τούτον τον αιώνα ανεβαίνουν εις τον βαθμόν τής αρχιερατικής αξίας είναι δούλοι και υπηρέται ή του πατριάρχου ή των προκρίτων αρχιερέων, πρωτοσύγκελλοι, εφημέριοι του πατριαρχείου, οι οποίοι δουλεύουν τούς προεστούς τους με πολλήν υπομονήν και με την ελπίδα να γίνουν διάδοχοι του ιδίου τους προεστού ή άλλης επαρχίας δεσπόται. Και όταν αποθάνη καμίας επαρχίας ό αρχιερεύς, ευθύς αρχινούν με βίαν τας μεσιτείας, άλλοι εις τον πατριάρχην, άλλοι εις προκρίτους αρχιερείς, άλλοι εις άρχοντες και αρχόντισσες, πολλάκις και εις πρόσωπα των μεγιστάνων• και από τούς πολλούς επιτυγχάνει ένας και λαμβάνει την αξίαν αυτήν. Πλην όσον και αν επιτύχη, του ακολουθούν έξοδα πολλά, και πέντε, και δέκα, και δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια. Αυτά τα έξοδα γίνονται άλλα κανίσκια εις τούς μεσίτας, άλλα εις την Πόρταν, άλλα εις τούς προκρίτους αρχιερείς, όλα με χρεωστικάς ομολογίας. Και αν ίσως και η επαρχία έχη και χρέη παλαιά από τούς προαπερασμένους αρχιερείς, όλα τα υπόσχεται αυτός, με το πλέον ολιγότερον διάφορον 15 εις τα εκατόν —και όπού δεν είναι καμία επαρχία όπού να μην έχη χρέος και 10 και 20 χιλιάδες γρόσια. Λοιπόν αυτός ό νέος αρχιερεύς, χωρίς να έχη εδικά του 50 γρόσια, πίπτει εις έναν βυθόν από χρέη. Έρχεται εις την επαρχίαν• δεν έχει άλλον τρόπον να απαντήση τα χρέη του και να κρατήση το μεγαλείον με τα πολλά έξοδα και με τα πολλά κανίσκια εις τούς κατά τόπον αγάδες ή και πασάδες διά να ισχύη ό λόγος του, όντας και ενδυναμωμένος από την Πόρταν με το συνηθισμένον ισχυρόν μπεράτι, οπού τον φανερώνει κεφαλήν των ρωμαίων του τόπου —και τινάς μην τολμήση να του αντισταθή εις τα συνηθισμένα εκκλησιαστικά εισοδήματα και δοσίματα, τόσον από τούς εκκλησιαστικούς, ιερείς και μοναστήρια, ωσάν και από τούς λαϊκούς. Και με αυτήν την δύναμιν, ευθύς οπού έλθη εις την επαρχίαν, αρχινά να ζητά από τα χωρία βοήθειαν τής νέας αρχιερατείας από 50, από 100 γρόσια• από τα μοναστήρια από 100 και από 200• από τούς ιερείς, αλλουνού 10, αλλουνού 15 και καθεξής, όλα τα ζητήματά του υπερβολικά. Οι πτωχοί δεν δύνανται να αντισταθούν, φοβούμενοι τούς αφορισμούς, κατάρες και εξωκκλησιασμούς• οι άρχοντες εντρέπονται τον καθημερινόν καφέ και τα τζιμπούκια και τα κανίσκια• οι αγάδες δεν αντιστέκονται, διατί τούς λέγει: «είναι συνήθεια, όπως τα επήρεν ό άλλος, τα θέλω και εγώ».
Γενικά το ιερατείο δεν στέκεται στο ύψος του, ώστε τελικά πολλοί χριστιανοί από αντίδραση και απελπισία προσέρχονται στον ισλαμισμό.
Τα έσοδα του πατριαρχείου είναι ποικίλα: κληρονομίες από την περιουσία των αρχιερέων ή ατέκνων ιερέων, το περιεχόμενο των δίσκων, πού τούς έβγαζαν 5 φορές τον χρόνο σε ορισμένες γιορτές μέσα στην πατριαρχική εκκλησία, και προσφορές διαφόρων ειδών, τροφίμων κ.λ.π. συνήθειες πού τις κατάργησε ό πατριάρχης Σαμουήλ στα 1762 . Ο πρώτος πατριάρχης πού εισπράττει μισθό —ορίζεται σε 500 γρόσια τον μήνα για διατροφή του— είναι ό Σωφρόνιος στα 1775. Η μισθοδοσία του καταβάλλεται από επιτροπή πού εκλέγεται από το Κοινόν, δηλαδή από την κοινότητα Κωνσταντινουπόλεως Η επιτροπή αυτή από 20 επιτρόπους, 4 αρχιερείς και 16 λαϊκούς σκοπό είχε ν’ ανορθώση τα αξιοθρήνητα οικονομικά του πατριαρχείου. Πάντως γεγονός πρέπει να θεωρηθή ότι τα ισχυρά μέλη της κοινότητας (ασφαλώς οι αναδεικνυόμενοι μέσα από τις λαϊκές μάζες αστοί), αγανακτισμένα από το ελεεινό θέαμα, επιδιώκουν να περιστείλουν τις καταχρήσεις μέσα στο πατριαρχείο και να βάλουν κάποια τάξη στα οικονομικά του.
Οι ιερείς (βλ. εικ. 26) δεν έχουν μισθό, αλλά συντηρούνται από την ευσπλαχνία ή την ευλάβεια των χριστιανών ή από τα χρήματα, τα οποία παίρνουν κατά τούς γάμους, διαζύγια, βαπτίσεις κ.λ.π., ενώ οι εκκλησίες, ιδίως οι παλιές βυζαντινές, βρίσκονται σε ελεεινή κατάσταση καταρρέουν. Η φτώχεια μερικών φτάνει ως το σημείο ν’ αναγκάζωνται ν’ ασκούν και ένα βιοτεχνικό επάγγελμα —και αυτό συνεχίστηκε ως την ελληνική επανάσταση του 1821.
Οι εκκλησιαστικοί λειτουργοί εξακολουθούν και κατά τούς νεώτερους αιώνες τής τουρκοκρατίας να είναι πυρήνες τής Κοινοτικής οργανώσεως, ίσως μάλιστα οι σπουδαιότεροι. Η δικαστική γενικά δικαιοδοσία των αρχιερέων και των άλλων ανώτερων και κατώτερων κληρικών υφίσταται κατά την παλιά παράδοση και η δικαιοσύνη αποδίδεται με βάση τις γνωστές πηγές δικαίου. Όταν οι υποθέσεις είναι σπουδαίες, ανάγονται στην δικαιοδοσία του πατριάρχη, ιδίως όσες αφορούν την κρατική περιουσία. Όταν ό ένας από τούς διαδίκους δεν είναι ευχαριστημένος, είναι δυνατόν να εφεσιβάλη στην Τουρκική δικαιοσύνη, αλλά ό πατριάρχης έχει την επιρροή και την δύναμη ν’ ακυρώση την απόφαση των δικαστηρίων της. Και τότε επιβάλλει στον διάδικο εκείνο εκκλησιαστικές ή καταθλιπτικές ποινές, χωρίς όμως να φθάνη στην άκρα αυστηρότητα, για να μη ρίξη τον τιμωρημένο στην απελπισία και στην αποστασία.
Ως προς τις σχέσεις τής Ανατολικής Εκκλησίας με τις άλλες αδελφές Εκκλησίες παρατηρείται κάποια βελτίωση μετά τον Κρητικό πόλεμο• το Πατριαρχείο δεν βρίσκεται σε οξείες αντιθέσεις με αυτές, όπως κατά τα μέσα του 17ου αιώνα. Μολαταύτα οι διαφορές για την κατοχή των Αγίων Τόπων είναι μόνιμες και η ευταξία των ορθοδόξων ή των καθολικών δημιουργεί έριδες και προστριβές, όπως π.χ. στα 1674-1675.
Τα ορθόδοξα πατριαρχεία, μολονότι παρουσιάζουν αδύνατες πλευρές, για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω, ασκούν κάποια ακτινοβολία και έξω από την Ανατολή, σε ορισμένα κέντρα τής Δυτικής Ευρώπης. Είναι αλήθεια ότι οι λειτουργοί της, πού για διαφόρους λόγους αποστέλλονται σ’ αυτά, δεν είναι πάντοτε οι άξιοι εκπρόσωποί τους. Ανάμεσά τους υπάρχουν ορισμένοι, όπως π.χ. προς τα μέσα του 18ου αι. ό ψευδοαρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών Παΐσιος και ό ακόλουθός του αρχιμανδρίτης Δωρόσταμος (ό τελευταίος κατατοπίζει τον Γερμανό συγγραφέα Elssner σχετικά με την κατάσταση και την ουσία
τής ορθόδοξης Εκκλησίας), οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως αλήτες και πλαστογράφοι. Υπάρχουν όμως και άλλοι, οι οποίοι με την παίδευσή τους, με το ήθος και την ασκητική τους αγνότητα διαθρυλούν και εμπεδώνουν την αίγλη της ορθοδοξίας, όπως π.χ. ό Χιώτης Ευστράτιος Αργέντης (περίπου 1687- περίπου 1757) εξέχων θεολόγος και συγγραφέας πολλών έργων κ.α.. Έτσι εξηγείται και κάποια κίνηση μιάς μειοψηφίας φιλορθόδοξων Άγγλων, των λεγομένων α ν ω μ ό τ ω ν (nonjurors), οι οποίοι είχαν αποσχισθή από την αγγλικανική και επιζήτησαν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, την ένωσή τους με την ορθόδοξη εκκλησία (1716-1725).
Πολύ πιο μεγάλες —και πιεστικές βέβαια— είναι οι επιδράσεις των καθολικών και διαμαρτυρομένων στην ορθοδοξία. Τα πατριαρχεία παλεύουν διαρκώς εναντίον των επιρροών και προπαγανδών τους, ιδίως τής δυτικής Εκκλησίας. Την προπαγάνδα της την ευνοούσε η επιθυμία των Ελλήνων να μορφώσουν τα παιδιά τους, η οποία κάποτε τούς έκανε να προσκαλούν στις πατρίδες τους διαφόρους μισσιοναρίους, όπως είδαμε στον Γ’ τόμο. Αν τελικά ό κίνδυνος αυτός αποσοβήθηκε μέσα στον καθαρά ελληνικό χώρο, δεν συνέβηκε το ίδιο και στην Δαμασκό, όπου ό Χιώτης πατριάρχης Αντιοχείας Νεόφυτος ό Εμέσης, για να εκπαιδεύση τούς νέους, είχε φέρει από την πατρίδα του δυτικούς μοναχούς. Έτσι εκεί, κυρίως μέσω του σχολείου, διαδόθηκε γύρω στα 1720 ό καθολικισμός.
Το καθολικό δόγμα επεκτάθηκε αργότερα, στα 1728, και στο Χαλέπι εξ αιτίας τής αυταρχικής και ασύνετης διαγωγής του Πατριάρχη Αντιοχείας Σιλβέστρου, ό οποίος αφόρισε τούς προύχοντες, επειδή του είχαν παραθέσει ψάρια ημέρα Τετάρτη. Την επομένη Κυριακή αφόρισε καθένα πού θα τολμούσε να φάγη ψάρια Τετάρτη και Παρασκευή. Αποτέλεσμα ήταν να προσχωρήσουν όλοι οι κάτοικοι στον καθολικισμό. Μάταια αργότερα προσπαθεί να τούς επαναφέρη στους κόλπους του: οι παπιστές είχαν εδραιώσει καλά την θέση τους. Και οι αναταραχές συνεχίζονται.
Αλλά και άλλα ποικίλα προβλήματα, δοξασίες, δογματικές αμφισβητήσεις ή ερμηνείες κ.λ.π. προβάλλουν εμπρός στην Εκκλησία ή αναπτύσσονται μέσα στους κόλπους της. Τα ζητήματα αυτά είναι επόμενο να κινούν διαφόρους θερμούς κληρικούς, πού διακηρύσσουν ότι ακολουθούν την ορθή οδό τής μακραίωνης παραδόσεως, στην συγγραφή των κατάλληλων έργων και να πλουτίζουν την εκκλησιαστική φιλολογία.
Ένα από τα προβλήματα πού συντάραξαν το πατριαρχείο ήταν και το θέμα τής εισδοχής στην ορθοδοξία ορισμένων καθολικών του Γαλατά, οι οποίοι εξεδήλωσαν την επιθυμία τους αυτή στα 1750. Ο πατριάρχης Κύριλλος Ε’ ό Καράκαλος έδωσε τότε εντολή στους ιερείς να τούς βαπτίζουν, αλλά η απόφαση αυτή προκάλεσε την αντίδραση των καθολικών και των περισσότερων αρχιερέων τής συνόδου για διαφόρους λόγους. Έτσι, σαν να μη έφθαναν οι διάφορες αιτίες ανωμαλιών μέσα στο πατριαρχείο, προστέθηκε και το ζήτημα του αναβαπτισμού, το οποίο, με την έξαψη των πνευμάτων, με την αναζωογόνηση του θρησκευτικού φανατισμού και με την συμμετοχή του όχλου σ’ αυτό, παίρνει διαστάσεις και συνταράσσει τούς ορθοδόξους. Οι λαϊκές μάζες τής πρωτεύουσας και των περιχώρων καθοδηγούνται από τον ασκητή Αυξέντιο από την Άνδρο, πού τον θεωρούν άγιο και τον ακολουθούν με φανατισμό. Τελικά ό μοναχός αυτός συλλαμβάνεται και στραγγαλίζεται από τούς Τούρκους, οι οποίοι ανήσυχοι από τις οχλαγωγίες νομίζουν ότι είναι καιρός πια να επέμβουν. Η κίνηση αυτή, η οποία επί δέκα ολόκληρα χρόνια συνυφαίνεται με ραδιουργίες, βιαιότητες και αλλαξοπατριαρχείες, αναστατώνει την Εκκλησία και μειώνει το κύρος της. Ο αντίκτυπός της ήταν ισχυρός και στην εκκλησιαστική φιλολογία.
Άλλη επίσης αναταραχή είναι η λεγομένη έρις των Κολλυβάδων, η οποία προήλθε από την εξής αιτία: οι μοναχοί τής Σκήτης τής Αγίας Άννας του Αγίου Όρους, επειδή κάθε Σάββατο αμέσως μετά την θεία λειτουργία επήγαιναν στις Καρυές, στην καθιερωμένη εβδομαδιαία αγορά τους, και δεν ήταν δυνατόν να τελούν τα μνημόσυνα, όπως έπρεπε σύμφωνα με τούς ιερούς κανόνες, τα μετέφεραν στην Κυριακή. Αυτή όμως η μεταβολή εσκανδάλισε τον Καυσοκαλυβίτη διάκονο Νεόφυτο, ό οποίος συνυπηρετούσε ως καθηγητής μαζί με τον Ευγένιο Βούλγαρι στην Αθωνιάδα. Και έτσι άρχισε έντονον αγώνα εναντίον των μοναχών της Αγίας Άννας, των Αγιαννανιτών, ότι δήθεν παρεκκλίνουν από τα δόγματα τής ορθοδοξίας. Οι αντίπαλοί τους πάλι τούς κόλλησαν το ειρωνικό επίθετο «Κολλυβάδες», ότι δηλαδή ασχολούνταν μόνον με τα κόλλυβα, ότι είναι αγράμματοι κ.λ.π. Η έριδα αυτή, πού εξαπλώθηκε και έξω από το Άγιον Όρος, πήρε οξεία μορφή και χώρισε τούς μοναχούς σε δύο παρατάξεις.
Οι Κολλυβάδες αργότερα καθοδηγούνται από τον Αθανάσιο τον Πάριο (1722/25-1805) και από τον Νικόδημο τον Αγιορείτη (1749-1809), ό οποίος στα 1782 εκδίδει και την συλλογή «νηπτικών» κειμένων τής ορθοδοξίας, την γνωστή με τον τίτλο «Φιλοκαλία», πού στην πρώτη της μορφή είχε ετοιμαστή από τον Μακάριο Νοταρά και είχε παραδοθή στον Νικόδημο για να συμπληρωθή. Δέκα πέντε από τα 36 κεφάλαια του έργου αυτού μεταφράστηκαν από τον Ρώσο ασκητή Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και τυπώθηκαν στην Πετρούπολη το 1793.
Γενικά η κίνηση των Κολλυβάδων απέβλεπε στην επιστροφή στην πρώτη, στην γνήσια εκκλησιαστική παράδοση: στην συχνή συμμετοχή των πιστών, ύστερα από κατάλληλη προετοιμασία, στο μυστήριο της θείας κοινωνίας, στην μελέτη των πατρικών κειμένων, προ πάντων των νηπτικών κ.λ.π., ώστε να υπάρχη άρρηκτος δεσμός με τις αρχές τής πρώτης εκκλησίας. Και πλήθος άλλα ακόμη επί μέρους θεολογικά ζητήματα απασχόλησαν τούς λογίους και μοναχούς τής εποχής εκείνης.
Τι βαθύτερο όμως αντιπροσωπεύουν οι έριδες αυτές στον πνευματικό τομέα; Ουσιαστικά στο Άγιον Όρος συγκρούεται το φιλελεύθερο και ορθολογιστικό πνεύμα με τις μυστικιστικές τάσεις του ασκητικού μοναχισμού, τις εγγενείς στην ιερή χερσόνησο. Έχουμε δηλαδή μιά αναβίωση του ησυχαστικού κινήματος του 14ου αι. με άλλη τώρα μορφή. Στην πραγματικότητα τα δύο αυτά ρεύματα συνεχίζουν τις πνευματικές ζυμώσεις και έριδες των βυζαντινών κληρικών και λογίων, πού είχαν κηρυχθή άλλοι υπέρ των ησυχαστικών ιδεών και άλλοι υπέρ τής χρήσεως και τής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, για την προσέγγισή μας προς το θείο. Τώρα τα φιλοσοφικά και επιστημονικά επιτεύγματα των λαών της Δύσης και οι επιδράσεις τους ευνοούν και ενισχύουν τούς φιλελευθέρους, πού κατηγορούν τούς αντιπάλους των ως καθυστερημένους και συντηρητικούς, ως «κολλυβάδες». Έτσι προκαλούν την αντίδρασή τους• γι’ αυτό και εκτοξεύουν εναντίον των φιλελευθέρων την κατηγορία ότι καινοτομούν και φέρονται με ασέβεια προς την ιερή παράδοση. Η όξυνση όμως των παθών αποτυπώνει στην —γόνιμη κατά τα άλλα —συζήτηση την έξαψη και τον φανατισμό, πού καταλήγει στον σχηματισμό δύο ακραίων παρατάξεων. Δεν ξέρουμε, αν υπήρξε, έστω και έμμεση, συμμετοχή στις ζυμώσεις αυτές του μεγάλου Ρώσου ασκητή Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, πού εμόναζε τότε ως ερημίτης στο Αγ. Όρος.
Το Άγιον Όρος λοιπόν εξακολουθεί να είναι —ύστερα από το οικουμενικό πατριαρχείο— η κυριότερη πνευματική εστία της ορθοδοξίας. Για την εστία αυτήν οι σύγχρονοι περιηγητές μας δίνουν βέβαια ορισμένες πληροφορίες, αλλά ως προς την οργάνωσή της δεν προσθέτουν νέα στοιχεία κοντά στα όσα γνωρίζουμε ήδη από τούς παλιότερους Ρώσους προσκυνητές, καθώς και από τον Γάλλο Belon και τον Άγγλο Covel. Όπως και τότε, έτσι και τώρα οι μοναχοί, εκτός από τα ασκητικά τους καθήκοντα, ασχολούνται με την καλλιέργεια τής γης, με την μελισσοκομία και την σηροτροφία. Υπάρχουν όμως και μερικοί ολότελα απομονωμένοι και αφοσιωμένοι στο θείο. Είναι οι γνωστοί μας ερημίτες.
Τα οικονομικά και διοικητικά ζητήματα του Όρους είναι ζωτικά και απασχολούν τούς μοναχούς, όπως π.χ. η εξασφάλιση των κτημάτων τους από τις αυθαιρεσίες των διαφόρων Τούρκων αξιωματούχων, η ανανέωση και διατήρηση των διαφόρων προνομίων τους, ατελειών κ.λ.π. Αλλεπάλληλες είναι οι προσπάθειες των μοναχών να τακτοποιήσουν τα ζητήματα αυτά τόσο με τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Α’ (1774-1789), όσο και με τον Μαχμούτ Β’ (1808-1839) στα 1809. Γι’ αυτούς τούς λόγους η Ιερά Σύναξη αποστέλλει στην Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη έκτακτους ε π ι σ τ ά τ α ς
π ρ ο ϊ σ τ α μ έ ν ο υ ς και μετά τα μέσα του 18ου αι. διορίζει στα κέντρα αυτά ορισμένους επιφανείς κατοίκους ως μονίμους αντιπροσώπους της, τους οποίους η τουρκική κυβέρνηση και ό οικουμενικός πατριάρχης αναγνώριζαν ως ε φ ό ρ ο υ ς. Αλλά και Αγιορείτες διορίζονταν ως ε π ί τ ρ ο π ο ι πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα στην Θεσσαλονίκη.
Κατά τα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αι., ιδίως μεταξύ 1784-1813, οκτώ από τα μικρά μοναστήρια του Άθω, του Ξενοφώντος, Εσφιγμένου, Σίμωνος Πέτρας, Ρωσικό, Διονυσίου, Καρακάλλου, Ζωγράφου και Κουτλουμουσίου, γίνονται πάλι κοινόβια.
Την εποχή αυτή συντάσσεται και υπογράφεται από τον οικουμενικό πατριάρχη στα 1783 το έκτο Τυπικό τής «Κοινότητος του Αγίου Όρους», πού, όπως και τα παλιότερα, ρυθμίζει διάφορα θέματα του αγιορειτικού βίου, τις σχέσεις των «εξαρτημάτων» με τις μονές, την μετάσταση των μοναχών από μονή σε μονή μέσα στο Αγ. Όρος, τα ταξίδια τους, το εμπόριο κ.λ.π..
Για τα ταξίδια τους αυτά, την εκμετάλλευση των πηγών πλούτου, την δασοκομία, την υλοτομία, την δενδροκομία, την κτηνοτροφία κ.λ.π., και ως και για τον Τούρκο διοικητή, τον ζαμπίτη χασεκή αγά, ενδιαφέρουσες ειδήσεις αντλούμε από τα σωζόμενα αρχεία των μονών. Βλέπουμε ότι, παρά την αύξηση των προσόδων, τα οικονομικά, για πολλές αιτίες, εξακολουθούν να χωλαίνουν. Ιδίως ανεξόφλητο μένει το συνολικό χρέος των μονών εξ αιτίας των ποικίλων οικονομικών επιβαρύνσεών τους (χαρατσίων, εκτάκτων συνεισφορών κ.λ.π.), το οποίο κάποτε τούς φέρνει σε οικονομικό αδιέξοδο. Το κοινό αυτό χρέος, πού κυμαίνεται κατά καιρούς, καταχωρίζεται σε χωριστό κεφάλαιο και αποτελεί τον συνεχή πονοκέφαλο των πατέρων του Αγ. Όρους (βλ. εικ. 27).
Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι από τα μέσα του 18ου αι., με την οικονομική, πνευματική και πολιτική άνοδο των Ελλήνων, με την αφιλοκερδή γενναιοδωρία ιδίως των ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολδαβίας, παρατηρείται κάποια οικονομική άνεση. Κτίζονται νέες οικοδομές με κύρια ύλη τα τούβλα ή τούβλα και πελεκητές πέτρες. Πολλά όμως κτίρια των μονών, μεγάλων ή μικρών, καθώς και σκήτες και κελλιά, που κτίστηκαν στις παραμονές τής ελληνικής επαναστάσεως του 1821, έπαθαν μεγάλες ζημιές από την καταρρακτώδη βροχή τής 2 Σεπτεμβρίου 1820.
Παρά την ιερή απομόνωσή του, το Άγιον Όρος δεν μένει ανεπηρέαστο από τα πολεμικά γεγονότα, που σημειώνονται είτε στο Βόρειο Αιγαίο είτε μέσα στον χώρο τής Μακεδονίας ή και γενικά της Βαλκανικής. Ή αύξηση επίσης των προσόδων του Όρους και η ίδρυση τής Αθωνιάδας δημιουργούν ποικίλες ανάγκες, ιδίως στις Καρυές, όπου συρρέουν εργάτες, βιοτέχνες, έμποροι και μαθητές, οι οποίοι μεταβάλλουν την γνωστή εικόνα της μοναστικής ηρεμίας σε πολυθόρυβο τόπο: ανοίγονται καταστήματα και κάθε είδους εργαστήρια, υφαντήρια, βαφεία, ραφεία, υποδηματοποιεία, μαχαιράδικα, τουφεκτσήδικα κ.λ.π. Ή συνεχής αυτή διείσδυση λαϊκών ή «ψευδεπηγγελμένων κοσμικομοναχών», όπως ονομάζονται στα έγγραφα, προκαλεί χαλάρωση των ηθών. Το ζήτημα ανησυχεί κατά καιρούς τούς πατέρες και το οικουμενικό πατριαρχείο, αλλά παρά τα αλλεπάλληλα θεσπίσματα των συνελεύσεων του Αγ. Όρους ή τα πατριαρχικά σιγίλλια, τα οποία μειώνουν ή ανακόπτουν κατά διαστήματα μόνο την έκταση τής αναταραχής, η εκλαΐκευση στις Καρυές και γενικά στο Άγιον Όρος δεν παύει να υφίσταται ως τις ημέρες μας.


Η σημασία του κηρύγματος και οι μεγάλοι του διδάσκαλοι.

Ή ορθόδοξη εκκλησία, παρά τούς εξωτερικούς και εσωτερικούς κλυδωνισμούς της, ελέγχει όχι μόνο την ιδιωτική, αλλά και την πνευματική ζωή των πιστών. Οι περισσότεροι όμως κληρικοί, και αυτοί ακόμη οι ανώτεροι, όπως είδαμε, είναι αμαθείς ή έχουν ανεπαρκή μόρφωση. Το γεγονός αυτό έχει ολέθριες επιπτώσεις στην στάση τους απέναντι τής παιδείας και στις σχέσεις τους με τον λαό, εφόσον η εκκλησιά καθορίζει τούς κανόνες τής ζωής του και αυτή του δίνει την πνευματική τροφή, είτε με το κήρυγμα είτε και με το σχολείο.
Αν μάλιστα σκεφθή κανείς ότι η πιο θερμή επικοινωνία των κληρικών με τον λαό συντελείται μέσα στο υποβλητικό περιβάλλον τής εκκλησίας, τότε εννοεί γιατί το κήρυγμα, ό ρητορικός λόγος, ό τόσον αναγκαίος για την διδαχή και την ποδηγέτηση ιδίως των αμόρφωτων λαϊκών μαζών, εξακολουθεί να καλλιεργήται και μάλιστα να ακμάζη κατά την εποχή αυτή (τέλη 17ου και αρχές 18ου αι.).
Από τούς κήρυκες ξεχωρίζουν ορισμένοι, όπως ό Ηλίας Μηνιάτης και ό Νικηφόρος Θεοτόκης, για τούς ανοικτούς πνευματικούς των ορίζοντες, καθώς και για την έκταση και το βάθος των γνώσεών τους. Οι διδαχές τους γίνονται πρότυπα εκκλησιαστικού λόγου, καθώς προσπαθούν ν’ ανακουφίσουν τις σαστισμένες λαϊκές μάζες και να τις κατευθύνουν σταθερά προς ορισμένες βασικές αλήθειες του χριστιανισμού.
Οι ιεροκήρυκες αυτοί, πού διαδέχονται τον Παχώμιο Ρουσάνο, τον Μελέτιο Βλαστό, τον Μελέτιο Πηγά, τον Γεράσιμο Βλάχο, οιστρηλατούμενοι από την θερμή πίστη τους εξωτερικεύουν τις σκέψεις τους με ζωντανές εικόνες και με πλούσια εκφραστικά μέσα, υποταγμένα στους κανόνες τής ρητορικής τέχνης, όπως αυτή διαμορφώνεται στην Δύση. Ο λόγος τους στολίζεται με ζωηρά επίθετα, με επιτηδευμένη λυρικότητα και με πλούσια σχήματα. Είναι ό αντίλαλος τού μπαρόκ στην ρητορική. Ιδίως ό διαπρεπής ιησουίτης ιεροκήρυκας Paolo Segneri (1624-1694) επηρέασε πολύ τον Μηνιάτη. «Διάβασα, γράφει ό ξενιτεμένος Ζαγοριανός Ιωάννης Πρίγκος, το ιταλικό και εδιάβασα και τον Μηνιάτη και είδα πολλά ξηγημένα από το ιταλικό. Αυτός ό Μηνιάτης ήταν καλός ακροατής των Ιταλών διδασκάλων».
Ο Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714), από το Ληξούρι τής Κεφαλληνίας, σπουδάζει και κατόπιν διδάσκει ό ίδιος στο Φλαγγινιανό φροντιστήριο. Τον Ιανουάριο του 1704 αναγορεύεται ιεροκήρυκας και διδάσκαλος τού οικουμενικού θρόνου. Η γνήσια θεοσέβειά του, η ευπροσηγορία, η τιμιότητα, η αγάπη και η φιλική του στάση απέναντι των συνανθρώπων του, εξωτερικεύονταν σ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ζωντάνια, εξυπνάδα και καλοσύνη. Η ακτινοβολία τής μορφής του ενίσχυε την πειστική δύναμη των κηρυγμάτων του στον Αγ. Γεώργιο τής Βενετίας, στα Επτάνησα, στην Κωνσταντινούπολη και στην Πελοπόννησο, όπου και πέθανε ως επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων (1714).
Η συγγραφική του παραγωγή είναι μικρή: «Η Πέτρα Σκανδάλου ή διασάφισις τής αρχής και αιτίας του σχίσματος τής Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και θεωρία των πέντε διαφορών», το οποίο δημοσιεύθηκε, μετά τον θάνατό του, στην Λειψία το 1718• τέσσερα εγκώμια σε Βενετούς άρχοντες, στα ιταλικά• και προ πάντων οι «Διδαχαί» του, Βενετία 1716. Το τελευταίο του αυτό έργο, παρά τις ιταλικές του επιδράσεις, είναι γνήσιο δημιούργημά του, επειδή αναβλύζει από την θερμή αγάπη του προς το Γένος. Μέσα σ’ αυτό εκφράζονται οι πόθοι, οι ελπίδες, οι φόβοι του και γενικά όλος ό ψυχικός και πνευματικός του κόσμος. Πόσον οι «Διδαχαί» του, κήρυγμα καθαρά βιοσοφικό, ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες των ταλαιπωρημένων, εξαγριωμένων και υποανάπτυκτων ελληνικών πληθυσμών φαίνεται από τις αλλεπάλληλες εκδόσεις τους, 10 μόνο κατά τον 18ο αι..
Ως προς το θέμα των επιδράσεων —θέμα κυρίως τεχνικής και δομής— πρέπει να διαγνώσουμε όχι μόνον σχέσεις των κειμένων του προς τα αντίστοιχα του Sagneri αλλά και του Έλληνα ενωτικού — και αργότερα καθολικού— Φραγκίσκου Σκούφου (1644-1697). Πραγματικά στα κείμενα του Μηνιάτη διαπιστώνεται «ό ζωγραφικός και μουσικός τόνος των υποδειγμάτων του Σκούφου, η φροντίδα για την στολισμένη φράση, το κυνήγι των εκζητημένων επιθέτων, ό ίδιος φορτωμένος με στολίδια λόγος». Επίσης διαφαίνονται οι ίδιες αντιλήψεις για την αδιάσπαστη ενότητα τού ελληνικού λαού από την αρχαιότητα ως την εποχή του, οι οποίες χαρακτηρίζουν τον βαθύτατα Έλληνα —αν και φανατικό καθολικό— Φραγκίσκο Σκούφο.
Πραγματικά ό Σκούφος απλώνει την ματιά του διαχρονικά στην ιστορία του ελληνισμού από το απώτερο παρελθόν ως το παρόν και συνυφαίνει αξεδιάλυτα την κλασσική παιδεία με την χριστιανική. Είναι περήφανος για την ελληνικότητά του και εγκωμιάζει την αρχαία και την μεσαιωνική Ελλάδα για την τεράστια προσφορά της στην ανθρωπότητα, με τα φώτα της και με την πίστη της. Αντιλαμβάνεται πολύ καλά την σημασία των μαρτύρων και των αγίων για τον ελληνισμό τής Τουρκοκρατίας και τούς ονομάζει «ήρωας τής χριστιανικής Ελλάδος». Τα διακηρύσσει αυτά σε όλους τούς συμπατριώτες του, πού τώρα είναι το «περιγέλασμα του κόσμου», και για να τα μάθουν τα γράφει σε μιά γλώσσα απλή πού—παρά τα λόγια στοιχεία της—πλησιάζει προς την δημοτική.
Τα βήματα λοιπόν του Σκούφου κυρίως ακολουθεί ό Μηνιάτης, ό οποίος μιλεί —προς το ορθόδοξο όμως αυτός ποίμνιό του— με πάθος και απλές εκφράσεις για ποικίλα θέματα, για τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, για την εξομολόγηση, για την αμαρτία, για την πίστη των χριστιανών, για την ευσπλαχνία, για την αγάπη των εχθρών, για την ευλάβεια, για τον φθόνο, για το Γένος, για τον θάνατο, για την σωτηρία τής ψυχής και για τα προβλήματα τής συμπεριφοράς του ανθρώπου, θέματα καυτά της καθημερινής ζωής. Ο Μηνιάτης ανήσυχος διαπιστώνει ότι ό φθόνος και η επιθετικότητα είναι κυρίαρχα φαινόμενα μέσα στην κοινωνία, τα οποία πρέπει να εξαφανισθούν ή να καταπιεσθούν, αν θέλουν οι Έλληνες να προκόψουν.
«...Τόσον μεγαλείον του Γένους μας, τόση δόξα της βασιλείας μας, ηξεύρετε πώς αφανίσθη; διαβάσατε τας ιστορίας μας• όχι από την δύναμιν των Περσών, όχι από το σπαθί των Αγαρηνών, αλλά από τον φθόνον μας. Ημείς εκαταχαλασθήκεμεν, διατί ανάμεσόν μας εκαταφαγωθήκεμεν... Και αν ημείς αρματωνόμεσθεν ένας εναντίον του άλλου για να καταχαλασθώμεν, δεν έχομεν χρείαν από άλλον εχθρόν, ούτε και από τον διάβολον, λέγει ό Χρυσόστομος...».
Αλλού γράφει πολύ χαρακτηριστικά ότι τα μάτια των φθονερών βλέπουν καλύτερα «διατί βλέπουσι και τα μικρότερα πράγματα• διατί βλέπουσι και εκείνα όπού δεν είναι. Ένα μόνον πράγμα δεν βλέπουσι, το καλόν. Μάλιστα βλέπουσι και τούτο, μα τότε κλαίουσι και σφαλίζουν τα μάτια τους διά να μη βλέπουν».
Μέσα στην κοινωνία σπανίζουν οι αληθινοί χριστιανοί: «Δύο λογιών είναι οι χριστιανοί. Είναι εκείνοι οπού έχουσι μοναχόν όνομα χριστιανού... έχουσι χριστιανικήν πίστιν μα δεν έχουσιν χριστιανικήν ζωήν... από τούτους τινά δεν ζητώ. Είναι χριστιανοί, οπού έξω από το όνομα, έχουσι και τα έργα... και από τούτους ζητώ ένα εις μίαν πολυάριθμον πολιτείαν και δεν τον ευρίσκω• ζητώ χριστιανόν, ζητώ χριστιανόν».
Είναι απαισιόδοξος από την όψη πού παρουσιάζει η κοινωνία: «Θαρρώ να εύρω τον χριστιανόν, μάλιστα ένα άγιον, ένα ασκητήν, ένα θαυματουργόν, ένα διδάσκαλον, ένα Ιωάννην Χρυσόστομον, ή ένα μεγάλον φωστήρα της Εκκλησίας• ζητώ, εξετάζω, στοχάζομαι, μα αλλοίμονον τι βλέπω; Τι βλέπω; Εδώ βλέπω ανθρώπους εις την έπαρσιν Εωσφόρους, εις την φιλαργυρίαν Ιουδαίους, εις τα σαρκικά Επικούρους, εις την αμάθειαν ζώα, εις την πονηρίαν δαίμονας... Πάντες ιερωμένοι και λαϊκοί, άρχοντες και πτωχοί, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, νέοι και γέροντες, εξέκλιναν από την πίστιν, ηχρειώθησαν εις την ζωήν• ούκ έστιν έως ενός, όπού να ζή καθώς πιστεύει. Χριστιανοί όπού το ακούετε και δεν κλαίετε; Και αν δεν θέλετε να κλαύσετε διά κατάνυξιν, καν κλαύσετε διά εντροπήν».
Στιγματίζει την ακόρεστη επιθυμία των ανθρώπων πού δεν βάζουν καθόλου στο μυαλό τους τον θάνατο• αυτοί είναι σαν τα πολύ ψηλά δένδρα πού δεν φοβούνται τούς ανέμους, «υπεραίρονται εις υπερηφανίαν, εις κενοδοξίαν, εις ματαιότητα• δένδρα όπού ρίπτουσι σκιάν πολλήν, έχουσι φήμην, υπόληψιν, όνομα... Έρχεται όμως ό θάνατος και ρίχνει μέσα εις ένα τάφον τόση μεγάλην φαντασίαν, όπως ό δυνατός βοριάς, σπάζει και ξεριζώνει το μεγάλο δένδρο και το κατανταίνει εις στάκτην.
Η γλώσσα του είναι απλή καθαρεύουσα, θα λέγαμε σήμερα, αλλά παραστατική —κάποτε και συγκλονιστική— με τις θερμές εκφράσεις και τις επιτυχημένες παρομοιώσεις πού χρησιμοποιεί. Έτσι εξηγείται πώς εντυπωσιάζεται 100 χρόνια αργότερα ό Αθηναίος λόγιος Παναγ. Κοδρικάς, ό οποίος γράφει ότι ό Ηλίας Μηνιάτης «την απλουστάτην δημοτικήν διάλεκτον εις την δημοσθένειον ανύψωσε ευφράδειαν».
Από την άποψη αυτήν υστερεί οπωσδήποτε ό επίσης ονομαστός κήρυκας Νικηφόρος Θεοτόκης, ό οποίος έγραψε τούς «Λόγους εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν», τυπωμένους στην Λειψία στα 1766 (περιέχει τα κηρύγματα πού έκαμε στις ελληνικές χώρες σε απλή καθαρεύουσα) και το «Κυριακοδρόμιον», γραμμένο σε αρχαϊκότερη μορφή και τυπωμένο σε 4 ογκώδεις τόμους στην Μόσχα το 1796. Είναι συντηρητικός στις γλωσσικές του αντιλήψεις, όπως ό φίλος του συμπατριώτης και μεγαλύτερός του κατά 15 χρόνια Ευγένιος Βούλγαρις. Μολονότι και οι δυό τους έχουν σπουδάσει στην Δύση, δεν επηρεάζονται από τα θεολογικά της ρεύματα και την σκέψη της. Μένουν πιστοί στην βυζαντινή παράδοση, στον βυζαντινό μυστικισμό. Αυτός μόνο θα τούς δώση την ενορατική δύναμη, θα τούς αποκαλύψη το θείο. Έτσι π.χ. ό Θεοτόκης θεωρεί μυστηριώδεις τις πηγές του κηρύγματος και αυτό ξέχωρο από την επίκτητη σοφία: το κήρυγμα «ό Θεός δεν το έβαλεν μέσα εις τον νουν των φιλοσόφων, ουδέ επάνω εις τις γλώσσες των ρητόρων. Εκείνοι οπού έλαβαν από τον θεόν ετούτο το μέγα επάγγελμα ήτον ιδιώται, άσοφοι πτωχοί, αλιείς. Ο Θεός έκαμε τοιαύτην οικονομίαν, διά να νικούν οι άσοφοι τούς σοφούς, οι ιδιώται και πτωχοί τούς βασιλείς και δυνάστας».


Πηγή: Ο αξεπέραστος Απόστολος Βακαλόπουλος, στην Ιστορία του Νέο Ελληνισμού –Δ’ τόμος, Θεσσαλονίκη 1973.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com